ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Ο TRUMP ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΗΠΑ ΓΙΑ 40 ΧΡΟΝΙΑ - «ΤΟΥΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΙ Η ΖΗΜΙΑ ΜΕ ΙΡΑΝ, ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ»
ΒΙΝΤΕΟ

Η χρήση στρατιωτικής πίεσης ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής υπονόμευσε την αξιοπιστία των ΗΠΑ και δυσχέρανε τις προοπτικές μιας σταθερής διπλωματικής λύσης με το Ιράν
Η στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.
Πέρα όμως από τις στρατιωτικές εξελίξεις, ασκείται ιδιαίτερα σκληρή κριτική στη στρατηγική της κυβέρνησης Donald Trump αλλά οι επιλογές της Ουάσιγκτον όχι μόνο απέτυχαν να επιτύχουν τους διακηρυγμένους στόχους τους, αλλά προκάλεσαν βαθιά κρίση αξιοπιστίας για την αμερικανική διπλωματία.
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η πολιτική πίεσης και στρατιωτικής σύγκρουσης δεν αποδυνάμωσε το Ιράν, αλλά αντιθέτως ενίσχυσε τη συνοχή του εσωτερικού μετώπου και περιόρισε σημαντικά την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως διαπραγματευτικού εταίρου.
Η αποχώρηση από τη Συμφωνία JCPOA ως σημείο καμπής
Σύμφωνα με την ανάλυση, η σημερινή κρίση δεν ξεκίνησε με τις πρόσφατες στρατιωτικές εξελίξεις αλλά με την απόφαση του Donald Trump το 2018 να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την Κοινή Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA).
Η συμφωνία, που είχε υπογραφεί το 2015 έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας, της Κίνας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προέβλεπε αυστηρούς περιορισμούς στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα τη σταδιακή άρση των οικονομικών κυρώσεων.
Το άρθρο υπενθυμίζει ότι εκείνη την περίοδο ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA) είχε επανειλημμένα αναφέρει πως το Ιράν τηρούσε τις βασικές δεσμεύσεις της συμφωνίας.
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση Trump επέλεξε να αποχωρήσει μονομερώς, επαναφέροντας εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις.
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το σημείο καμπής που υπονόμευσε την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μετέπειτα κλιμάκωση.

Η διπλωματία υπό αμφισβήτηση – Επικρίσεις επιφανών ακαδημαϊκών και αναλυτών για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ
Ένα από τα βασικά σημεία του άρθρου είναι η κατηγορία ότι η κυβέρνηση Trump χρησιμοποίησε τη διπλωματία ως εργαλείο τακτικής και όχι ως μηχανισμό επίλυσης διαφορών.
Οι επανειλημμένες διαπραγματεύσεις με το Ιράν συνοδεύτηκαν από ξαφνικές στρατιωτικές κινήσεις, γεγονός που, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, έπληξε σοβαρά την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Σημαντικοί αναλυτές διεθνών σχέσεων και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν ασκήσει έντονη κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Donald Trump απέναντι στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες επιλογές της Ουάσιγκτον υπονόμευσαν την αξιοπιστία της αμερικανικής διπλωματίας.
Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων John Mearsheimer έχει υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τήρησαν πλήρως τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει στο πλαίσιο των συμφωνιών.
Κατά την άποψή του, αυτό ενισχύει τις πιο σκληρές φωνές στο εσωτερικό του Ιράν, οι οποίες διαχρονικά προειδοποιούσαν ότι η Ουάσιγκτον δεν αποτελεί αξιόπιστο διαπραγματευτικό εταίρο.
Ο πρώην πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σαουδική Αραβία, Chas Freeman, έχει εκφράσει την άποψη ότι η αμερικανική πολιτική εμφανίζει ασυνέπεια μεταξύ όσων συμφωνούνται διπλωματικά και όσων εφαρμόζονται στην πράξη.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, τέτοιες αντιφάσεις δυσκολεύουν μελλοντικές διαπραγματεύσεις όχι μόνο με το Ιράν αλλά και με άλλες χώρες.
Ο αναλυτής Trita Parsi, επικεφαλής του Quincy Institute, έχει επικρίνει τις συχνές αλλαγές όρων σε διεθνείς συμφωνίες, υποστηρίζοντας ότι όταν μια κυβέρνηση αναθεωρεί βασικές δεσμεύσεις αμέσως μετά την υπογραφή τους, δημιουργούνται ερωτήματα για τη σταθερότητα των αμερικανικών δεσμεύσεων.
Ο απόστρατος συνταγματάρχης του αμερικανικού στρατού Daniel Davis έχει υποστηρίξει ότι ορισμένες κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή των Στενών του Hormuz θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κλιμάκωση της έντασης, εκφράζοντας την άποψη ότι τέτοιες επιλογές δυσχεραίνουν την αποκλιμάκωση.
Από την πλευρά του, ο πρώην Βρετανός διπλωμάτης Alastair Crooke θεωρεί ότι οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις εμπιστοσύνης έχουν επηρεάσει βαθιά την εικόνα της αμερικανικής διπλωματίας. Κατά την εκτίμησή του, η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπραγματεύονται με τον παραδοσιακό τρόπο έχει αποδυναμωθεί, καθώς πολλοί διεθνείς συνομιλητές εμφανίζονται πλέον περισσότερο επιφυλακτικοί απέναντι στις αμερικανικές δεσμεύσεις.
.
Οι συνέπειες για την αμερικανική αξιοπιστία
Η συχνή αναθεώρηση συμφωνιών, η μονομερής αποχώρηση από διεθνείς δεσμεύσεις και οι μεταβαλλόμενες πολιτικές αποφάσεις δημιουργούν την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να προσφέρουν σταθερότητα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις.
Ως παράδειγμα αναφέρεται η αποχώρηση από το JCPOA, αλλά και μεταγενέστερες περιπτώσεις στις οποίες συμφωνίες ή μνημόνια κατανόησης είτε τροποποιήθηκαν είτε εφαρμόστηκαν μόνο εν μέρει.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι κάθε τέτοια εξέλιξη ενισχύει τις φωνές μέσα στο Ιράν που υποστηρίζουν πως οι διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον δεν μπορούν να προσφέρουν μακροπρόθεσμες εγγυήσεις.

Το Hormuz στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη σημασία των Στενών του Hormuz, το οποίο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς ενέργειας παγκοσμίως.
Οι διαφωνίες σχετικά με το καθεστώς διέλευσης των εμπορικών πλοίων αποτέλεσαν έναν ακόμη παράγοντα έντασης μεταξύ των δύο πλευρών.
Παράλληλα, κάθε κρίση στην περιοχή επηρεάζει όχι μόνο τις εμπλεκόμενες χώρες αλλά και τη διεθνή οικονομία, καθώς σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ενεργειακών ροών διέρχεται από το συγκεκριμένο πέρασμα.

Η εσωτερική πολιτική διάσταση στο Ιράν
Εξαιρετική σημασία έχει το γεγονός πως η πολιτική της μέγιστης πίεσης είχε αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που επιδίωκε η Ουάσιγκτον.
Αντί να αποδυναμώσει το πολιτικό σύστημα του Ιράν, οι εξωτερικές πιέσεις ενίσχυσαν την εσωτερική συσπείρωση και προσέφεραν μεγαλύτερη επιρροή σε πολιτικές δυνάμεις που διαχρονικά αντιμετώπιζαν με δυσπιστία κάθε προσπάθεια συνεννόησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις
Οι εξελίξεις με το Ιράν και γενικότερα στη Μέση Ανατολή αποδεικνύουν πως η αξιοπιστία μιας μεγάλης δύναμης αποτελεί βασικό στοιχείο της διεθνούς επιρροής της.
Όταν ένας συνομιλητής θεωρεί ότι οι δεσμεύσεις μπορούν να ανατραπούν εύκολα, οι μελλοντικές διαπραγματεύσεις γίνονται δυσκολότερες, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες όχι μόνο στις σχέσεις με το Ιράν αλλά και με άλλους διεθνείς εταίρους.
Εν κατακλείδι δεν μπορεί να υπάρξει παρά μία αυστηρή αξιολόγηση της πολιτικής Trump απέναντι στο Ιράν.
Η αποχώρηση από τη Συμφωνία JCPOA, οι συνεχείς μεταβολές στη διαπραγματευτική στρατηγική και η χρήση στρατιωτικής πίεσης ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής υπονόμευσαν την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών και δυσχέραναν τις προοπτικές μιας σταθερής διπλωματικής λύσης.
Παγκοσμίως έχει ανοίξει μια ιδιαίτερα κρίσιμη συζήτηση για το κατά πόσο η συνέπεια στις διεθνείς δεσμεύσεις αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για αποτελεσματική διπλωματία.
Πολλοί αναλυτές αποφαίνονται πως όταν η εμπιστοσύνη διαβρώνεται, το κόστος δεν περιορίζεται σε μια μεμονωμένη κρίση, αλλά επηρεάζει τη δυνατότητα μιας χώρας να διαπραγματεύεται αποτελεσματικά στο μέλλον.
H κρίση αξιοπιστίας των ΗΠΑ επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο
Πέρα από τις άμεσες γεωπολιτικές συνέπειες της κρίσης, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη επίπτωση μπορεί να αφορά την ίδια τη δομή του διεθνούς συστήματος.
Εάν η αξιοπιστία της αμερικανικής διπλωματίας συνεχίσει να αμφισβητείται από συμμάχους και αντιπάλους, τότε ενδέχεται να επιταχυνθεί η μετάβαση από τη μεταψυχροπολεμική περίοδο της αμερικανικής κυριαρχίας σε ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές περιβάλλον.
Η λογική αυτής της προσέγγισης είναι σχετικά απλή: η ισχύς μιας υπερδύναμης δεν βασίζεται μόνο στη στρατιωτική και οικονομική της δύναμη, αλλά και στην εμπιστοσύνη ότι οι δεσμεύσεις της είναι σταθερές και προβλέψιμες.
Εάν κράτη που διαπραγματεύονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήσουν ότι μια συμφωνία μπορεί να ανατραπεί με την αλλαγή κυβέρνησης ή ακόμη και μέσα σε λίγες ημέρες, τότε είναι πιθανό να αναζητήσουν εναλλακτικά κέντρα ισχύος και νέες στρατηγικές ισορροπίες.
Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερο διπλωματικό βάρος, είτε μέσω οργανισμών όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) είτε μέσα από νέες περιφερειακές συνεργασίες που μειώνουν την εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πάψουν να αποτελούν την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου.
Σημαίνει όμως ότι η σχετική επιρροή τους ενδέχεται να περιοριστεί, καθώς περισσότερα κράτη θα επιδιώκουν να εξισορροπούν τις σχέσεις τους μεταξύ πολλών μεγάλων δυνάμεων αντί να στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην αμερικανική ηγεσία.
Αρκετοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η παγκόσμια τάξη πραγμάτων βρίσκεται ήδη σε φάση μετάβασης.
Από αυτή την οπτική, μια παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στην αμερικανική διπλωματία δεν θα δημιουργούσε από μόνη της τον πολυπολικό κόσμο, αλλά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιταχυντής μιας διαδικασίας που είχε ήδη ξεκινήσει, μεταβάλλοντας σταδιακά τις ισορροπίες ισχύος του 21ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου