Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΩΣ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΙΔΕΡΑ ΤΟΥ «ΛΙΜΑΝΙΟΥ» ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΦΘΑΣΕ ΝΑ ΠΙΑΣΕΙ ΣΤΟ «ΛΙΜΑΝΙ»...



Γράφει ο μητροπολίτης Καμερούν Γρηγόριος


«σκληρός ὡς ἄδης ὁ ζῆλος σου...» (Ἄσμα ἀσμάτων)


Ὅταν δημοσιεύθηκε ἀρχικά, στό Ἱεραποστολικό περιοδικό «Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός» καί κατόπιν στό «Ἡμεροδρόμιον 2005- 2006» ἡ μικρή ἀφήγηση τῆς συναντήσεώς μου μέ τόν Γέρο-Νάγκ -(τόν σιδερᾶ τοῦ «λιμανιοῦ»)- δέχθηκα εὐμενῆ σχόλια καί παρατηρήσεις ἀπό διαφόρους φίλους, τῆς Ἱεραποστολῆς ἀλλά καί ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ἤξεραν κἄν, τί θά πεῖ Ἱεραποστολή. Μεταξύ αὐτῶν ὅμως, συνέβη καί τό ἐξῆς:

Ἕνα βράδυ δέχθηκα στό Γιαουντέ ἕνα τηλέφωνο ἀπό τόν στενό μου φίλο, τόν Ἱατρό, Εὐάγγελο Παπανικολάου... «...Δεσπότη μου ἄκου νά σοῦ πῶ τί συνέβη... μέ ἐπισκέφθηκε ἕνας ἄνθρωπος ὀνόματι, Κωνσταντῖνος Δ., διάβασε τήν ἱστορία μέ τό Γέρο-σιδερᾶ καί συγκινήθηκε... ἰδιαίτερα γιατί καί αὐτός εἶναι σιδερᾶς στό ἐπάγγελμα καί κατασκευάζει ἐκκλησιαστικά λειτουργικά εἴδη – (παλαιοχριστιανικοῦ τῦπου)... 

Ἔμαθε ὅτι γνωριζόμαστε καί μέ ἐπισκέφθηκε στό Ἱατρεῖο μου κουβαλῶντας ἕνα μικρό ἀλλά βαρύ ξύλινο κουτί... μέ τήν παράκληση νά φροντίσω νά σᾶς τό στείλω καί ἐσεῖς νά τό παραδώσετε στόν Γέρο-Νάγκ τόν σιδερᾶ τοῦ «Λιμανιοῦ»...»... 

«Τί ἔχει αὐτό τό κουτί;» Ρώτησα, ἀπορημένος... «Ἔχει μιά σειρά ἀπό ἐργαλεία σιδηρουργικῆς, σφυριά, κοπίδια, τσιμπήδες, ἕνα μικρό ἀμόνι, ἕνα χειροκίνητο φυσερό γιά τό καμίνι.. καί ἄλλα που δέν ξέρω πως τά λένε...»... Ἔμεινα ἔκπληκτος... Εἶπα: « Νά τόν εὐχαριστήσεις ἐκ μέρους μου καί ὅταν ἔλθω στήν Ἑλλάδα νά δοῦμε γιά τό θέμα τῆς μεταφορᾶς ἀπό κοντά..».

Εἶναι ὄντως παράξενο καί θαυμαστό πώς ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων ἐμπνέεται καί ἀνακαλύπτει δρόμους, τρόπους καί ἔργα γιά νά ἐκφραστεῖ... Ἄρχισα νά φαντάζομαι τήν χαρά τοῦ Γέρο-Νάγκ ὅταν θά τοῦ πήγαινα τά δῶρα ἀπό ἕναν ὁμότεχνό του ἀπό τήν μακρινή Ἑλλάδα... Τό Γέρο-Νάγκ πού οὖτε σχολεῖο πῆγε, οὖτε χάρτης δέν ὑπῆρχε γιά νά ξέρει κατά ποῦ πέφτει ἡ Ἑλλάδα οὖτε βέβαια καί κάποια ἄλλη χῶρα...

Τό καλοκαίρι τοῦ 2007 ἤμουν στήν Ἑλλάδα καί ἐπισκέφθηκα τόν φίλο μου τόν Ἱατρό ὁ ὁποῖος εἶχε ἐνημερώσει καί τόν κ. Κωνσταντῖνο Δ. καί ἔτσι συναντηθήκαμε...
Μοῦ ἔδειξαν τό κουτί μέ τά δῶρα γιά τόν Γέρο-Νάγκ καί ὁ κύριος Κωνσταντῖνος μοῦ ἐξήγησε τήν χρήση τους.

Εἶχε ψάξει παντοῦ νά βρεῖ ἕνα συγκεκριμένο ἐργαλεῖο –( τό χειροκίνητο φυσερό)- ἡ χρήση τοῦ ὁποίου, εἶχε σταματήσει λίγο μετά τόν Β’ Παγκόσμιο πόλεμο στήν Ἑλλάδα, τελικά τό βρῆκε σέ ἕνα παλιατζίδικο στόν Πειραιᾶ, τό ἐπισκεύασε καί τό τροποποίησε κατάλληλα ἔτσι ὧστε νά ἐξυπηρετεῖ τίς ἀνάγκες καί τόν τρόπο πού δούλευε ὁ Γέρο- Νάγκ, ὅπως εἶχε δεῖ ἀπό τίς φωτογραφίες πού συνόδευαν τήν ἱστορία.

Μέσα ἀπό τά λεγόμενά του κατάλαβα τό πόσο τόν εἶχε ἀγγίξει ἡ ἱστορία, πόσο εἶχε ἀσχοληθεῖ σέ βάθος καί πόσο χρόνο εἶχε δαπανήσει γιά νά προετοιμάσει, μέ τόν δικό του τρόπο, μιά βοήθεια καί μιά παρηγοριά γιά ἕναν ὀμότεχνό του στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου πού πάσχισε τήν τέχνη του μέ ἀνύπαρκτα καί προϊστορικά μέσα... σύν τό ὅτι, εἶχε ψάξει νά βρεῖ κάποιον γνωστό μου νά ἐπικοινωνήσει μαζί μου γιά νά δεχθῶ τό «τόλμημα» τῆς ἀγάπης του...

Μιλήσαμε πολύ, μέ ρωτοῦσε λεπτομέρειες μέ πραγματικό ἐνδιαφέρον, μιά άναφορά του ὅμως μοῦ ἔκανε ἐντύπωση: «...τοῦτο τό μικρό ἀμόνι τό εἶχα φυλάξει γιά τόν θάνατό μου, ἤθελα νά μοῦ τό βάλουν σάν προσκέφαλο στόν τάφο μου ἀφοῦ αὐτό ἦταν ὅλη μου ἡ ζωή..., ὁ πόνος καί ὁ κόπος μου..., σ’αὐτό ὀφείλω τήν καλή 2 κατάσταση τῆς οἰκογενείας μου..., ἔτσι τό φυλλοῦσα σάν τά μάτια μου γιά τήν στερνή τήν ὥρα..., ὅταν διάβασα ὅμως τήν ἱστορία ἑνός ἄλλου σιδερᾶ-( τοῦ Γέρο- Νάγκ)- σοκαρίστηκα... σκέφτηκα ὅτι ὁ κόπος τῆς δουλειᾶς μου μπροστά στόν κόπο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐλάχιστος..., ἔτσι εἶπα ὁ Γέρο- Νάγκ ἔχει ἀνάγκη ἀπό βοήθεια.., καί ἔτσι ἔπεσα μέ τά μοῦτρα νά βρῶ τρόπο νά δῶσω ἕνα κομμάτι ἀπό τήν ζωή μου..., ἕνα χέρι βοηθείας....»... Δέν εἶχα τί νά πῶ ἀκούγοντάς τον...

Θυμήθηκα μόνο τά λόγια τοῦ πατέρα μου πού, σιδερᾶς κι’αὐτός, μοῦ ἔλεγε πάντα : «νά κρατᾶς τό σίδερο μέ τέτοιο τρόπο πού νά καταλαβαίνεις πού «πονάει», μόνο τότε μπορεῖς νά τό κάνεις ὅτι θέλεις, ἀλλιῶς ἄσκοπα θά τό χτυπᾶς χωρίς νά καταφέρεις τίποτα»...

Φαίνεται ὅτι, ὁ Γέρο-Νάγκ εἶχε τήν μαστοριά αὐτή, νά χτυπᾶ τήν σκληρότητα τῆς μεγάλης ἰδέας πού ἔχουμε ὅλοι γιά τόν ἐαυτό μας, ἐκεῖ πού «πονάει» ἐκεῖ πού μπορεῖ νά «σπάσει»... 

Δόξα τῷ Θεῷ πού ἐνεργεῖ μέ θαυμαστούς τρόπους στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων... Ἀφοῦ τόν εὐχαρίστησα γιά ὅλα ὄσα μοῦ εἶπε καί ὄσα ἔκανε, συνεννοηθήκαμε ὅτι, τά πράγματα θά σταλοῦν μέ ἕνα συγκεκριμένο Ἑλληνικό καράβι πού θά ἔφτανε στό Καμερούν τόν Ὀκτώβριο.

Ἔτσι χωρίσαμε. Πῆρα τά πράγματα καί τά μετέφερα στόν τόπο ὅπου συγκεντρώναμε ὅσα ἦταν νά σταλοῦν μέ τό καράβι. Ἐπέστρεψα στό Καμερούν καί περίμενα τήν ἄφιξη του...

Δυστυχῶς κοντά στήν ἡμερομηνία πού γνώριζα ὅτι θά άναχωροῦσε τό πλοῖο δέχθηκα ἕνα τηλεφώνημα ἀπό τόν γνωστό μου Καπετάνιο πού μοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τό συγκεκριμένο δρομολόγιο ματαιώθηκε ἀπό τήν ἐταιρεία... θά πρέπει νά κάναμε λίγο ὑπομονή μέχρι νά βρεθεῖ ἐπόμενη εὑκαιρία... Ἀρχίσαμε λοιπόν,... νά κάνουμε ὑπομονή...

Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2007 βρισκόμουν στό Β. Καμερούν μέ μιά ὀμᾶδα ἐθελοντῶν ἀπό τήν Ἀμερική καί τήν Ἑλλάδα. Πέρασα δὐο φορές ἀπό τό μέρος πού ἦταν τό σιδεράδικο τοῦ Γέρο-Νάγκ... ἀπουσίαζε, δέν μπόρεσα νά τόν συναντήσω... Ἤθελα νά τοῦ πῶ τά νέα ὅτι,... «περιμένουμε τό καράβι»...

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2008 ξανεπισκέφθηκα τό Β. Καμερούν, κάτι μέ ἔτρωγε μέσα μου, εἶπα: «...δέν γίνεται... θά πάω νά τόν βρῶ...»...
Ξεκινήσαμε λοιπόν ἕνα ζεστό πρωϊνό καί φθάσαμε στό μέρος ὅπου ἦταν τό σιδεράδικο... Μιά νέκρα... τά «ἐργαλεῖα» του στή «θέση» τους... δηλαδή σκόρπια στό χῶμα... ἦταν ἀκόμη ἡ περίοδος τῆς ξηρασίας ἔτσι δέν μπόρεσα νά καταλάβω ἄν ἔχουν καιρό νά χρησιμοποιηθοῦν... 

Ἔστειλα τό μεταφραστή πού μᾶς συνοδεύει πάντα νά πάει νά ρωτήσει στίς κοντινές καλῦβες.. νά μάθει ποῦ εἶναι ὁ Γέρο-Νάγκ... Μετά ἀπό λίγο γύρισε μέ ἕναν ἄλλο ἄνδρα... μέ πλησίασαν καί ὁ μεταφραστῆς μοῦ σύστησε τόν μεγάλο γιό τοῦ Γέρο-Νάγκ...

Μέ πολύ συστολή ὁ γιός, ἄρχισε νά μοῦ μιλάει: «... δέν σᾶς γνωρίζω ἀλλά εἶναι σάν νά σᾶς γνωρίζω..., ὁ πατέρας μου μοῦ ἔχει μιλήσει πολλές φορές γιά σᾶς..., μοῦ εἶπε ὅτι εἴχατε συναντηθεῖ μιά μέρα καί σταματήσατε νά τοῦ μιλήσετε..., νά δεῖτε τή δουλειά του, βγάλατε καί μιά φωτογραφία μαζί του, ... μοῦ εἶπε ὅτι, μετά γυρίσατε μιάν ἄλλη μέρα και τοῦ φέρατε δῶρο ἕνα σφυρί..., καί τοῦ δώσατε και μιά παραγγελία..., ὁ πατέρας μου ἦταν –( ἀπ΄ ὅσο ξέρουμε)-κοντά στά ὀγδόντα χρόνια..., ποτέ δέν τόν εἴχαμε ἀκούσει νά μιλάει ἔτσι γιά κενέναν..., τοῦ εἴχατε δώσει κουράγιο πολύ..., ὅλα τά ἐργαλεῖα τά ἄφηνε στό μαγαζί..., τό σφυρί ὅμως πού τοῦ δώσατε τό ἔφερνε στήν καλῦβα του καί τό ἔβαζε κάτω ἀπό τό προσκέφαλό του νά μήν τό χάσει...»

Εἶχα ἤδη καταλάβει τί εἶχε γίνει ἀλλά δέν ρώτησα τίποτα...
«... τόν περασμένο Νοέμβριο ἀρρώστησε..., εἶχε μάθει ὅτι περάσατε ὅταν ἔλειπε..., πέθανε τόν Ἱανουάριο..., τίς τελευταῖες ἡμέρες μᾶς ἔλεγε νά μήν πειράξουμε τά ἐργαλεία του ἀλλά νά τ’ ἀφήσουμε στή θέση τους..., γιά νά σταματήσετε ὅταν ξαναπεράσετε .. νά μήν νομίσετε ὅτι ἔφυγε...» ...

Μιά βαθεία λῦπη μέ πλημμύρισε ἀπότομα..., δέν μποροῦσα νά τό φανταστῶ ὅτι εἶχε φῦγει ἔτσι ἀπό τήν ζωή..., παρ’ ὅλο πού εἶχα πλέον μάθει ὅτι, ἡ ζωή ἔφευγε καθημερινά καί σχεδόν ἀναίτια σ’αὐτόν τό τόπο τοῦ κλαυθμῶνος...

Μοῦ ἔδειξε πρός τά πού ἦταν ὁ τάφος του... περπατήσαμε ὡς ἐκεῖ... ἕνας σωρός ἀπό χῶμα, κάτι μισολειωμένα κουρέλια ἀπό ροῦχα στό ἕνα μέρος τοῦ τάφου καί ἕνα σπασμένο πήλινο σκεῦος-(κατά τίς ταφικές συνήθειες τῆς φυλῆς τῶν Τιπουρί)- δείχναν ἤ καλύτερα ἄφηναν μιά ὑπόνοια τάφου πού μέ τίς πρῶτες βροχές θά χανόντουσαν καί αὐτά...

Ἔμεινα γιά λίγο ψιθυρίζοντας τήν εὐχή τοῦ τρισαγίου... ὁ γιός του, ὁ μεταφραστῆς καί ὁ ὀδηγός μου, ἀμίλητοι κοντά μου...
Τόν Γέρο-Νάγκ τόν ἤξερα πολύ λίγο, ἦταν ὅμως αὐθεντικός ἄνθρωπος καί οἱ αὐθεντικοί ἄνθρωποι σοῦ προκαλοῦν παράξενα τήν αἴσθηση ὅτι, τούς γνωρίζεις ἀπό χρόνια.., δένεσαι μαζί τους...καί ὁ Γέρο-Νάγκ εἶχε ἤδη, προκαλέσει πολλά σέ πολλούς χωρίς κἄν νά τούς γνωρίζει...,... εἶχε δῶσει μιά σπάνια καί παράξενη μαρτυρία ἀνθρωπιᾶς... πού εἶχε προκαλέσει μέ τήν σειρά της μιά ἄλλη σπάνια μαρτυρία ἀγάπης ὅπως στόν κ. Κωνσταντῖνο, καί ὅλα ἀπλᾶ, ἀνεπιτήδευτα... ὅπως, ἀπλῆ ἦταν καί ἡ ζωή του, μέσα στήν ἔρημο τοῦ Β. Καμερούν...

«...τήν ἐπόμενη φορά πού θά ἔλθω θά σοῦ φέρω μιά φωτογραφία πού εἶχα βγάλει τόν πατέρα σου νά τήν ἔχετε καί... κάτι δῶρα πού... δέν πρόλαβα νά φέρω ἀπό ἕναν φίλο τοῦ πατέρα σου ἀπό τήν πατρῖδα μου... αὐτό ἐρχόμουν νά τοῦ πῶ σήμερα...»

Φανερά συγκινημένος μοῦ ἀπήντησε: «...Σᾶς εὐχαριστῶ θά εἶναι μεγάλο πρᾶγμα γιά τήν οἰκογένειά μας γιατί δέν ἔχουμε καμιά φωτογραφία τοῦ πατέρα.. ἐδῶ ξέρετε δέν ὑπάρχουν μηχανές γιά φωτογραφίες...»

Χαμογέλασα ἐνθυμούμενος τό χαμόγελο τοῦ πατέρα του ὅταν τόν φωτογράφιζα...μπροστά στό ἀναμμένο καμίνι του καί μοῦ ἔλεγε: «μά εἶμαι μουτζουρωμένος τώρα... δέν θά βγεῖ καλά ἡ φωτογραφία..»

Τόν ρώτησα ποῦ θά μπορέσω νά τόν βρῶ τήν ἐπόμενη φορά... «...ἐδῶ θά μέ βρεῖτε στό ἴδιο μέρος... ἔμενα πιό μακριά μέ τήν οἰκογένειά μου ἀλλά τώρα πού ἔφυγε ὁ πατέρας μου μετακόμισα καί θά εἶμαι ἐδῶ.. θά συνεχίσω τήν δουλειά τοῦ πατέρα μου στό ἴδιο μέρος... αὐτή τήν δουλειά κάνω καί ἐγώ,... κοντά του τήν ἔμαθα ἀπό μικρό παιδί...».

«Τελικά ὁ Γέρο-Νάγκ τά κατάφερε πολύ καλά...» σκέφτηκα..ἀλλά ἀρκέστηκα νά τοῦ πῶ μόνο:
«ὁ πατέρας σου ἦταν ἕνας εὐλογημένος ἄνθρωπος... δέν μπορῶ νά σοῦ ἐξηγήσω γιατί τό λέω αὐτό..., ἀλλά σοῦ εὔχομαι νά γίνεις σάν κι’αὐτόν...»

Ἔφυγα στεναχωρημένος γιά τόν Γέρο-Νάγκ ἀλλά καί χαρούμενος γιά τόν γιό πού θά κρατοῦσε τό «σιδεράδικο» ἀνοιχτό... Θά κρατοῦσε τήν ἴδια μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου στό ἴδιο μέρος...
Μιά φράση μόνο, στροφογύριζε, σάν ἀγκάθι, στήν καρδιά μου... «Ἄχ... καί νά’ χε φτάσει τό καράβι τότε πού ἤτανε νά’ ρθεῖ!...»


ὁ Καμερούν Γρηγόριος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου