Η ΡΩΣΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΗΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΕΩΣ ΤΟ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΛΤΙΚΗ ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΡΚΤΙΚΗ

Γράφει η Μαργαρίτα Γεωργιάδου
Η συζήτηση για τη ρωσική στάση απέναντι στον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος ξέσπασε με τις αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές της 28ης Φεβρουαρίου 2026, έχει εγκλωβιστεί ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης σε ένα σχήμα αναλυτικής υπεραπλούστευσης, σύμφωνα με το οποίο η μη εμπλοκή της Μόσχας αποδεικνύει ότι η Ρωσία έχει αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε αδυνατεί να στηρίξει εταίρους της σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων.
Αυτή η ερμηνεία είναι πολιτικά βολική για τη δυτική δημόσια σφαίρα, επειδή εναρμονίζεται με την ευρύτερη αφήγηση περί ρωσικής εξάντλησης μετά το 2022. Όταν όμως η ρωσική συμπεριφορά εξεταστεί μέσα από τις πραγματικές επενδυτικές επιλογές, τα στρατηγικά κείμενα, τους αμυντικούς προϋπολογισμούς και τις επιχειρησιακές προτεραιότητες του Κρεμλίνου, η εικόνα που αναδύεται είναι ουσιωδώς διαφορετική.
Η Μόσχα κατανέμει την ισχύ της με αυστηρή ιεράρχηση συμφερόντων, στην οποία η Ουκρανία παραμένει το κεντρικό πολεμικό μέτωπο, η Αρκτική αναδεικνύεται σε στρατηγικό ορίζοντα της επόμενης φάσης, ενώ η Κίνα λειτουργεί ως καθοριστικός οικονομικός ισορροπιστής αυτού του δεύτερου επιπέδου. Στο πλαίσιο αυτό, το Ιράν αντιμετωπίζεται ως σημαντικός, αλλά όχι ζωτικός, εταίρος, κάτι που αποτυπώνεται σε αριθμούς, σε υποδομές και σε αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί.
Οφείλω όμως να υπογραμμίσω ότι η αντίληψη αυτή κάθε άλλο παρά νέα είναι. Ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε δηλώσει ήδη από το 2019, απαντώντας σε ερωτήσεις για το Ιράν και τη Συρία, ότι η Ρωσία «δεν είναι πυροσβεστική ομάδα» και δεν μπορεί να «σώζει τα πάντα», αποτυπώνοντας μια σταθερή αντίληψη κρατικής οικονομίας δυνάμεων, η οποία διαπερνά τη ρωσική στρατηγική κουλτούρα από την εποχή του Γκορτσάκοφ έως τον σύγχρονο ρεαλισμό του Κρεμλίνου.
Η ουσία αυτής της τοποθέτησης είναι ότι η Μόσχα δεν αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως μηχανισμό διαρκούς στρατιωτικής διάσωσης συμμάχων, αλλά ως δύναμη που παρεμβαίνει αποφασιστικά μόνο εκεί όπου διακυβεύονται άμεσα η εθνική της ασφάλεια, το στρατηγικό βάθος, οι θαλάσσιοι διάδρομοι, οι ενεργειακές προοπτικές και η θέση της στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η περιορισμένη εμπλοκή στο Ιράν δεν αρκεί για να συναχθεί ρωσική ανικανότητα, καθώς δείχνει, κατά κύριο λόγο, πειθαρχημένη επιλογή πεδίων δράσης.
Γι’ αυτό, ας πάμε στην Ουκρανία, γιατί εκεί βρίσκεται αυτό που η Ρωσία θεωρεί ζωτικό, καθώς τα μεγέθη που τη στηρίζουν αφήνουν ελάχιστο χώρο για αμφισβήτηση.
Ο αναθεωρημένος ομοσπονδιακός προϋπολογισμός του 2025 δεσμεύει 17 τρισεκατομμύρια ρούβλια, δηλαδή 211 δισεκατομμύρια δολάρια, ή το 8% του ΑΕΠ και το 41% των συνολικών κρατικών δαπανών, για την άμυνα και την ασφάλεια, ποσοστό που συνιστά το υψηλότερο επίπεδο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών εκτίμησε ότι οι πραγματικές αμυντικές δαπάνες είναι κατά 66% υψηλότερες από τις επίσημα δηλωμένες, καθώς σημαντικά κονδύλια κατανέμονται σε άλλες γραμμές του κρατικού προϋπολογισμού.
Ο υπουργός Άμυνας Αντρέι Μπελούσοφ αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια ότι οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τις επιχειρήσεις στην Ουκρανία φθάνουν το 5,1% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 137,9 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2025. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ένα κράτος που έχει λάβει σαφή στρατηγική απόφαση και τη στηρίζει με κάθε διαθέσιμο πόρο.
Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για να το διαπιστώσει, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα το πώς το Κρεμλίνο διαχειρίζεται τα προσαρτηθέντα εδάφη, καθώς η στρατηγική που εφαρμόζει εκεί υπερβαίνει κατά πολύ τα χαρακτηριστικά μιας πρόσκαιρης στρατιωτικής κατοχής.
Το κρατικό πρόγραμμα αποκατάστασης προβλέπει την ευθυγράμμιση των οικονομικών και κοινωνικών προτύπων των περιφερειών αυτών με εκείνα της υπόλοιπης Ρωσίας έως το 2030, ενεργοποιώντας 41 ομοσπονδιακούς φορείς και περισσότερες από 80 περιφερειακές διοικήσεις.
Η κεντρική υποδομή αυτού του εγχειρήματος περιλαμβάνει σιδηροδρομικούς άξονες που συνδέουν τα προσαρτηθέντα εδάφη με τη Ρωσία και την Κριμαία, ενώ τα λιμάνια της Μαριούπολης και του Μπερντιάνσκ στη Θάλασσα του Αζόφ έχουν ήδη επαναλειτουργήσει ως κόμβοι εξαγωγής σιτηρών, άνθρακα και ορυκτών. Πρόκειται για κινήσεις που παραπέμπουν σε μια στρατηγική δημιουργίας και παγίωσης τετελεσμένων.
Παράλληλα, αναδύεται μια δεύτερη μεγάλη στρατηγική προτεραιότητα, λιγότερο ορατή στον δημόσιο διάλογο, αλλά καθοριστική σε βάθος χρόνου. Η Αρκτική αδιαμφισβήτητα αποτελεί τον χώρο της επόμενης φάσης της ρωσικής κρατικής ισχύος.
Στο 6ο Διεθνές Αρκτικό Φόρουμ «Η Αρκτική: Περιοχή Διαλόγου», που πραγματοποιήθηκε στο Μούρμανσκ τον Μάρτιο του 2025, ο Πούτιν δήλωσε ρητά ότι «οι γεωπολιτικές αντιπαλότητες και ο αγώνας για επιρροή στην περιοχή εντείνονται» και ανακοίνωσε τη συνέχιση της ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών σε ολόκληρη την αρκτική ζώνη.
Η Ρωσία διαθέτει ήδη 42 παγοθραυστικά, εκ των οποίων οκτώ είναι πυρηνοκίνητα, ενώ σχεδιάζει να προσθέσει άλλα πέντε πυρηνοκίνητα σκάφη, συμπεριλαμβανομένου του Rossiya, ενός κολοσσιαίου πλοίου του προγράμματος «Leader».
Η Αρκτική συνεισφέρει ήδη το 7,5% του ΑΕΠ και πάνω από το 11% των εξαγωγών της Ρωσίας, ενώ η ρωσική κυβέρνηση εκτιμά ότι τα έργα κατά μήκος της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού θα αποδώσουν πάνω από 160 δισεκατομμύρια δολάρια σε φορολογικά έσοδα για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό έως το 2035.
Πρόκειται για δομημένο επενδυτικό πρόγραμμα με χρονοδιαγράμματα και δεσμευμένα κεφάλαια, όχι για έναν γενικόλογο στρατηγικό οραματισμό.
Στο σημείο αυτό, θα συνιστούσε σοβαρό αναλυτικό ατόπημα να παραλειφθεί ο κινεζικός παράγοντας, ο οποίος αποτελεί έναν από τους πλέον υποτιμημένους παράγοντες της συνολικής ρωσικής στρατηγικής.
Η Κίνα χρειάζεται τη Βόρεια Θαλάσσια Οδό, επειδή η διαδρομή από τη Σανγκάη στο Αμβούργο μέσω Αρκτικής είναι περίπου 7.000 χιλιόμετρα συντομότερη από τη διαδρομή μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, μειώνοντας τον χρόνο διέλευσης κατά περίπου 40% και το λειτουργικό κόστος σε βαθμό που επηρεάζει ευρύτερα τις εμπορικές ισορροπίες του ευρασιατικού χώρου.
Κινεζικές εταιρείες κατασκευάζουν ήδη παγοθραυστικά πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και ρυμουλκά ενισχυμένου παγοθραυστικού τύπου για λογαριασμό ρωσικών φορέων, ενώ έργα όπως το Yamal LNG και το Arctic LNG-2 έχουν στηριχθεί και σε σημαντική κινεζική κεφαλαιακή συμμετοχή.
Ωστόσο, η σχέση αυτή παραμένει βαθύτατα ασύμμετρη. Η Μόσχα επιμένει σε περιορισμένη και αυστηρά ελεγχόμενη κινεζική συμμετοχή, ενώ Ρώσοι αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχίες για πιθανά στρατηγικά κίνητρα πίσω από την κινεζική επιστημονική και εμπορική δραστηριότητα στην περιοχή.
Παρότι η σχέση των δύο χωρών χαρακτηρίζεται από αλληλεξάρτηση, αυτή δεν έχει υπονομεύσει, τουλάχιστον έως σήμερα, τη στρατηγική αυτονομία της Ρωσίας.
Έχοντας το παραπάνω στο μυαλό, η στάση της Μόσχας απέναντι στο Ιράν αρχίζει να βγάζει νόημα. Η στρατηγική εταιρική σχέση Ρωσίας και Ιράν, η οποία αναβαθμίστηκε επίσημα το 2025, δεν αποτελεί αμυντική συμμαχία τύπου συλλογικής ασφάλειας.
Τόσο το Reuters όσο και το TASS μετέδωσαν ρητά, επικαλούμενα τόσο τον Ιρανό πρέσβη στη Μόσχα όσο και Ρώσους αξιωματούχους, ότι η συμφωνία αυτή στερείται ρήτρας αμοιβαίας άμυνας και δεν συγκροτεί στρατιωτικό συνασπισμό.
Κατά συνέπεια, από νομική και στρατηγική άποψη, η Ρωσία δεν φέρει καμία τυπική υποχρέωση άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής υπέρ της Τεχεράνης. Τ
ο κεντρικό αναλυτικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί δεν παρενέβη, αλλά γιατί θα έπρεπε να το κάνει, δεδομένου ότι ο πόλεμος στο Ιράν αποφέρει ήδη στη Μόσχα μετρήσιμα πλεονεκτήματα χωρίς άμεση στρατιωτική δέσμευση, χωρίς απώλειες στρατιωτικού προσωπικού και χωρίς εκτροπή πόρων από τα πρωτεύοντα μέτωπά της.
Έτσι, το Κρεμλίνο διαμηνύει ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να συμβάλει στη μετάβαση από τη στρατιωτική σύγκρουση στην ειρήνη, ενώ ο Πούτιν, σύμφωνα με τον Πεσκόφ, βρίσκεται σε διαρκή επαφή με ηγέτες της περιοχής.
Ταυτόχρονα, η Μόσχα ζητεί άμεση κατάπαυση του πυρός, καταδικάζει τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις και συνδέει την κρίση τόσο με την ασφάλεια των αμάχων όσο και με τη σταθερότητα της διεθνούς αγοράς ενέργειας. Επιπλέον, με την επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στη Ρωσία, η συνάντησή του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη θέση της Μόσχας.
Η Τεχεράνη επέλεξε τη ρωσική πλευρά ως βασικό σταθμό της διπλωματικής της κινητοποίησης, με τον Αραγτσί να μεταφέρει χαιρετισμούς από την ιρανική ηγεσία, να ευχαριστεί τη Μόσχα για τη στήριξή της και να παρουσιάζει τη σχέση Ρωσίας-Ιράν ως στρατηγική εταιρική σχέση που συνεχίζει να αποκτά βάθος μέσα στην κρίση.
Ο Πούτιν, από την πλευρά του, μίλησε για τον ιρανικό λαό που μάχεται με θάρρος και ηρωισμό για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του, διαβεβαίωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να κάνει ό,τι μπορεί για να επιτευχθεί ειρήνη στη Μέση Ανατολή το ταχύτερο δυνατόν και επιβεβαίωσε τη βούληση της Μόσχας να διατηρήσει τις στρατηγικές της σχέσεις με την Τεχεράνη.
Αυτό εξηγεί απόλυτα το βασικό μοτίβο της ρωσικής στάσης, δηλαδή πολιτική στήριξη, διπλωματική παρουσία και ρόλος αναγκαίου συνομιλητή, χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή στο ιρανικό πεδίο.
Και στην τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν-Τραμπ που ακολούθησε, ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποίησε τον Αμερικανό ομόλογό του να μην επαναλάβει επιθέσεις κατά του Ιράν, ενώ χαρακτήρισε την παράταση της εκεχειρίας «τη σωστή απόφαση», σύμφωνα με τον σύμβουλο Κρεμλίνου Γιούρι Ουσάκοφ και την AFP. Στην ίδια συνομιλία, η οποία διήρκεσε πάνω από μιάμιση ώρα, ο Πούτιν πρότεινε εκεχειρία στην Ουκρανία για τη 9η Μαΐου, την ημέρα της Νίκης, πρόταση που ο Τραμπ χαρακτήρισε θετικά. Αποκαλυπτική είναι επίσης η δήλωση του ίδιου του Τραμπ ότι ο Πούτιν του προσφέρθηκε να βοηθήσει με το ιρανικό εμπλουτισμένο ουράνιο, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος του απάντησε ότι προτεραιότητά του παραμένει η λήξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Η ακολουθία αυτή αποκαλύπτει τη ρωσική πολυεπίπεδη στρατηγική στην καθαρότερη της μορφή: σε μία και μόνη τηλεφωνική επικοινωνία, η Μόσχα διαχειρίστηκε ταυτόχρονα το ιρανικό πυρηνικό, την ουκρανική εκεχειρία και το αμερικανικό αφήγημα, τοποθετώντας τον εαυτό της ως αναντικατάστατο συνομιλητή και στα τρία.
Πέρα από τη δημόσια διπλωματία, δυτικές πηγές περιγράφουν ένα δεύτερο, χαμηλότερης ορατότητας επίπεδο ρωσικής υποστήριξης προς την Τεχεράνη. Σύμφωνα με δυτική αξιολόγηση που επικαλέστηκε το Reuters, ρωσικοί δορυφόροι πραγματοποίησαν αναγνωριστικές αποστολές πάνω από στρατιωτικές και ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή, ορισμένες από τις οποίες φέρονται να συνδέθηκαν με μεταγενέστερα ιρανικά πλήγματα.
Παράλληλα, δυτικές αναφορές κάνουν λόγο για ενισχυμένη συνεργασία στον κυβερνοχώρο, ανταλλαγή τεχνικής εμπειρίας γύρω από drones και προοπτική ενίσχυσης της ιρανικής αεράμυνας μέσω συστημάτων όπως τα Verba MANPADS, για τα οποία οι Financial Times ανέφεραν μυστική συμφωνία παραδόσεων από το 2027 έως το 2029.
Πρόκειται για αντιστροφή τεχνογνωσίας μέσα στην ίδια σχέση, καθώς τα Shahed που είχαν αρχικά συνδεθεί με την ιρανική υποστήριξη προς τη ρωσική πολεμική προσπάθεια στην Ουκρανία μετατρέπονται πλέον σε πεδίο ρωσικής τεχνικής ανατροφοδότησης προς την Τεχεράνη.
Η Ρωσία αρνείται ότι εμπλέκεται επιχειρησιακά στον πόλεμο, όμως το μοτίβο που αναδύεται είναι σαφές: η Μόσχα δεν χρειάζεται να εμπλακεί στον πόλεμο για να ενισχύσει την αντοχή του Ιράν και να παρατείνει το κόστος που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον.
Αντίστοιχα, η κινεζική παράμετρος λειτουργεί κυρίως ως οικονομικός και τεχνολογικός πολλαπλασιαστής της ιρανικής αντοχής. Η Κίνα παραμένει ο βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, ενώ αμερικανικές πληροφοριακές αναφορές που μετέδωσαν δυτικά μέσα έκαναν λόγο για πιθανή κινεζική προμήθεια συστημάτων αεράμυνας ή προηγμένων ραντάρ προς την Τεχεράνη.
Ακόμη κι όταν το Πεκίνο αρνείται τέτοιες κινήσεις, η ίδια η συζήτηση αρκεί για να δείξει στην Ουάσιγκτον ότι το Ιράν δεν είναι απομονωμένο, καθώς στηρίζεται σε ένα πλέγμα οικονομικών ροών, τεχνολογικών διαύλων και διπλωματικών στηριγμάτων που δυσκολεύουν την αμερικανική προσπάθεια γρήγορης επιβολής αποτελέσματος.
Επομένως, εξηγείται ένα στοιχείο που σπάνια αναλύεται επαρκώς: κάθε εβδομάδα που το Ιράν αντέχει με ρωσική διπλωματική στήριξη, κινεζική οικονομική ανάσα και ένα πλέγμα χαμηλής ορατότητας τεχνολογικών διαύλων, είναι εβδομάδα κατά την οποία η αμερικανική αμυντική μηχανή καταναλώνει πόρους, πυραύλους ακριβείας, αναχαιτιστές και παραγωγική ικανότητα που, σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην Ουκρανία.
Η στρατηγική αξία αυτής της ασύμμετρης στήριξης είναι ακριβώς ότι παραμένει αρκετά αληθοφανώς διαψεύσιμη ώστε να μη συνεπάγεται άμεση ρωσική εμπλοκή, αλλά αρκετά ουσιαστική ώστε να παρατείνει τη σύγκρουση με τρόπο που ευνοεί τη Μόσχα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα του ιρανικού εμπλουτισμένου ουρανίου, όπου η Μόσχα έχει προτείνει να αναλάβει τη μεταφορά και φύλαξη των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν σε ρωσικό έδαφος, ως μηχανισμό αποκλιμάκωσης και ως τρόπο να διευκολυνθεί μια πιθανή συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ζαχάροβα είχε δηλώσει ήδη τον Φεβρουάριο ότι η ρωσική πρόταση παραμένει «στο τραπέζι», διευκρινίζοντας ότι μόνο η Τεχεράνη έχει το δικαίωμα να αποφασίσει αν, πού και πότε θα μεταφέρει τα αποθέματά της. Τον Απρίλιο, ο Πεσκόφ επιβεβαίωσε ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να δεχθεί το ιρανικό εμπλουτισμένο ουράνιο στο έδαφός της, αλλά η αμερικανική πλευρά απέρριψε την πρόταση.
Και ακόμη και αν η ιρανική πλευρά δήλωσε κατά την επίσκεψη Αραγτσί στη Μόσχα ότι το ουράνιο «δεν θα μεταφερθεί πουθενά υπό καμία περίσταση», αυτό δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει τη ρωσική στρατηγική: η Μόσχα έκανε την πρόταση, την κράτησε ανοιχτή, κέρδισε τον ρόλο του αξιόπιστου θεματοφύλακα και εγγυητή της πυρηνικής αποκλιμάκωσης, κάτι που όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε από τις ΗΠΑ.
Αν το ιρανικό ουράνιο περνούσε υπό ρωσική φύλαξη, η Μόσχα θα αποκτούσε ρόλο εγγυητή, διαμεσολαβητή και πρακτικού ρυθμιστή της πυρηνικής αποκλιμάκωσης, ενώ η Ουάσιγκτον θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί ότι η επίλυση του ιρανικού πυρηνικού ζητήματος δεν μπορεί να περάσει χωρίς ρωσική συμμετοχή.
Έτσι εξηγείται και η αμερικανική επιφυλακτικότητα. Για την Ουάσιγκτον, μια τέτοια λύση θα αφαιρούσε μέρος της άμεσης πυρηνικής πίεσης από το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα θα αναβάθμιζε τη Ρωσία σε κεντρικό διαχειριστή του προβλήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, φαίνεται πως το ζήτημα για τις ΗΠΑ είναι βαθιά γεωπολιτικό.
Αν η Μόσχα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο, θα αποκτούσε μοχλό επί της Τεχεράνης, διαπραγματευτικό βάρος έναντι της Ουάσιγκτον και δυνατότητα να εμφανιστεί ως υπεύθυνη πυρηνική δύναμη σε μια κρίση που η Δύση δυσκολεύεται να ελέγξει. Για τη Ρωσία, αυτό θα είχε πολλαπλό κέρδος χωρίς στρατιωτικό κόστος.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ήταν παραδοχή ότι η Μόσχα παραμένει απαραίτητη ακόμη και σε ένα πεδίο όπου η Ουάσιγκτον θα ήθελε να διατηρεί τον πρώτο λόγο. Γι’ αυτό και το ουράνιο συνδέεται άμεσα με το βασικό επιχείρημα της ανάλυσης, ότι η Ρωσία επιδιώκει να μην εμπλακεί πολεμικά στο Ιράν, αλλά να καταστεί αναντικατάστατη στη διπλωματική, ενεργειακή και πυρηνική διαχείριση της κρίσης.
Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι η Ρωσία επιδίωξε εκεχειρία για να απομακρύνει προσωπικό της από τον πυρηνικό σταθμό του Μπουσέρ, ενώ παράλληλα φρόντισε να διασφαλίσει ότι το Στενό του Ορμούζ παραμένει λειτουργικό για τα δικά της συμφέροντα, καθώς λειτουργεί ως ζώνη επιλεκτικής διέλευσης, ανταποδοτικών κατασχέσεων και ναυτικής διαπραγμάτευσης.
Η αμερικανική κατάσχεση ιρανικού πλοίου κοντά στο Ορμούζ στις 20 Απριλίου προκάλεσε, τρεις ημέρες αργότερα, ιρανική απάντηση με την κατάληψη δύο εμπορικών πλοίων, του MSC Francesca και του Epaminondas στις 22-23 Απριλίου, τα οποία οδηγήθηκαν προς το Μπαντάρ Αμπάς, με περίπου 40 μέλη πληρώματος.
Παράλληλα, το Brent σημείωσε άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι, δείχνοντας πόσο άμεσα συνδέεται κάθε επεισόδιο στο Ορμούζ με την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Το Στενό μπορεί κατά διαστήματα να ανακοινώνεται ως ανοικτό, αλλά επιχειρησιακά παραμένει χώρος υψηλού κινδύνου, στον οποίο η ναυσιπλοΐα, η ασφάλεια των πληρωμάτων, η ενεργειακή ροή και η διπλωματική πίεση συνδέονται πλέον σε ένα ενιαίο στρατηγικό πρόβλημα.
Αξίζει εδώ να αναλύσω γιατί ακριβώς η Μόσχα ωφελείται από τη διπλωματική αδράνεια γύρω από το Ορμούζ, καθώς η λογική δεν είναι αυτονόητη.
Η Ρωσία και η Κίνα έχουν ήδη κινηθεί με τρόπο που αποδυναμώνει κάθε δυτική προσπάθεια στρατιωτικής νομιμοποίησης για την επαναλειτουργία του Στενού, ενώ η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει το Ορμούζ σε εργαλείο διαπραγμάτευσης, συνδέοντας τη θαλάσσια ασφάλεια με την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού, τον τερματισμό του πολέμου και τη μελλοντική συζήτηση για το πυρηνικό πρόγραμμα. Για τη Μόσχα, το αποτέλεσμα είναι ευνοϊκό.
Και αυτό διότι, κάθε ημέρα που το Ορμούζ παραμένει πεδίο αβεβαιότητας, οι τιμές ενέργειας διατηρούνται υπό ανοδική πίεση, η ρωσική διπλωματική συναίνεση αποκτά μεγαλύτερη αξία και η Ουάσιγκτον υποχρεώνεται να δεσμεύει πολιτική προσοχή, ναυτική ισχύ και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ένα δεύτερο κρίσιμο θέατρο.
Με άλλα λόγια, η Μόσχα δεν χρειάζεται να στείλει ούτε έναν ναύτη στον Κόλπο για να αποκομίσει τριπλό στρατηγικό όφελος: ενεργειακό, διπλωματικό και επιχειρησιακό. Η σημερινή ρωσική στρατηγική συνοψίζεται ακριβώς σε αυτό: στήριξη χωρίς αυτοπαγίδευση, παρουσία χωρίς υπερέκταση και παρέμβαση χωρίς διάχυση πόρων από τα μέτωπα που η ίδια θεωρεί ζωτικά.
Και δεν μιλάμε για εικασίες. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Σε μία πρωτοφανή εξέλιξη για τις παραδόσεις Urals στην Ινδία, το ρωσικό αργό διαπραγματεύθηκε πάνω από τον δείκτη αναφοράς Brent, καταγράφοντας άνοδο 66,48% σε μηνιαία βάση και 49,16% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με δεδομένα Trading Economics για την τιμή των 93,58 δολαρίων το βαρέλι στις 13 Μαρτίου.
Πριν από τις αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές, το Urals διαπραγματευόταν περίπου στα 40 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγοραστές απαιτούσαν έκπτωση 31 δολαρίων σε σχέση με τη διεθνή τιμή. Μετά την έναρξη του πολέμου, οι έμποροι πωλούσαν το Urals με πριμ 4 έως 5 δολαρίων το βαρέλι πάνω από το Brent για παραδόσεις στα ινδικά λιμάνια, αναστρέφοντας έτσι πλήρως την έκπτωση 13 δολαρίων που ίσχυε τον Φεβρουάριο.
Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian βάσει δεδομένων του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα, η Ρωσία εισέπραξε περίπου 7 δισεκατομμύρια δολάρια από πωλήσεις ορυκτών καυσίμων μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου.
Όπως προκύπτει από υπολογισμούς των Financial Times, η άνοδος των τιμών προσθέτει στον ρωσικό προϋπολογισμό έως και 150 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως.
Τα ρωσικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο βρίσκονταν στο μισό επίπεδο του προηγούμενου έτους, ενώ το ομοσπονδιακό δημοσιονομικό έλλειμμα είχε διευρυνθεί στα 3,5 τρισεκατομμύρια ρούβλια.
Σε μια τέτοια συγκυρία, δύσκολα μπορεί κανείς να υποτιμήσει τη σημασία της ανόδου των ενεργειακών εσόδων που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, καθώς αυτή λειτούργησε ως ουσιαστική δημοσιονομική ανάσα για τη Ρωσία.
Πέρα από την ενεργειακή διάσταση, τα οφέλη που αποκομίζει η Ρωσία εκτείνονται άμεσα και στην ουκρανική αμυντική ικανότητα. Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις έχουν καταναλώσει πυραύλους ακριβείας, πυραύλους αναχαίτισης συστημάτων Patriot και βιομηχανική παραγωγική ικανότητα που, σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το ουκρανικό πλέγμα αεράμυνας.
Ακόμη και προσωρινές ελλείψεις σε τέτοια συστήματα δημιουργούν κενά που οι ρωσικοί στρατιωτικοί σχεδιαστές μπορούν να εκμεταλλευθούν στις χερσαίες επιχειρήσεις τους. Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν έχει αποσπάσει τη διπλωματική ενέργεια της κυβέρνησης Τραμπ από κάθε προσπάθεια αμερικανικής διαμεσολάβησης για τον τερματισμό του ρωσοουκρανικού πολέμου, ο οποίος εισήλθε στον πέμπτο χρόνο του τον Φεβρουάριο του 2026.
Η πρόσφατη δήλωση του Τραμπ ότι η Ουκρανία είναι «στρατιωτικά ηττημένη» λέει, ίσως ακούσια, περισσότερα απ’ όσα ήθελε να πει.. Αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένοι δυτικοί σχολιαστές εκτίμησαν πως ο Τραμπ πιθανόν μπέρδεψε την Ουκρανία με το Ιράν, καθώς οι αριθμοί που επικαλέστηκε, όπως η αναφορά σε 159 πλοία, δεν αντιστοιχούν στην ουκρανική πραγματικότητα.
Ωστόσο, η σύγχυση αυτή καθαυτή είναι αποκαλυπτική: ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, αμέσως μετά από επικοινωνία με τον Πούτιν και ενώ η Ουάσιγκτον είναι ταυτόχρονα δεσμευμένη στο ιρανικό μέτωπο, υιοθετεί δημόσια γλώσσα που συγχέει ή εξισώνει τα δύο θέατρα ήττας. Για το Κίεβο, αυτό αποτελεί αρνητικό πολιτικό μήνυμα. Για τη Μόσχα, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι η δυτική συνοχή γύρω από την Ουκρανία δεν έχει την ίδια αυτοπεποίθηση που είχε το 2022 και το 2023.
Για να είμαι, όμως, απολύτως δίκαιη, οι εξελίξεις αυτές δεν παράγουν μόνο κόστος για την Ουάσιγκτον. Ο πόλεμος στο Ιράν και η κρίση στο Ορμούζ έχουν επιταχύνει μια ενεργειακή ανακατεύθυνση που ευνοεί και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως τον αμερικανικό ενεργειακό τομέα.
Καθώς οι ασιατικές αγορές αναζητούν επειγόντως εναλλακτικές απέναντι στη μείωση και την ανασφάλεια των ροών από τη Μέση Ανατολή, οι αμερικανικές εξαγωγές αργού και LNG επανέρχονται δυναμικά.
Η Κίνα, σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων που επικαλείται το Nikkei Asia και αναδημοσιεύει το Asia Times, κινήθηκε τον Απρίλιο προς επανεκκίνηση εισαγωγών αμερικανικής ενέργειας, με περίπου 600.000 βαρέλια ημερησίως αμερικανικού αργού να προγραμματίζονται για φόρτωση.
Αυτό δείχνει ότι η κρίση στο Ορμούζ περιορίζει προσωρινά τις διαθέσιμες επιλογές των ασιατικών αγορών και ενισχύει τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως εναλλακτικού ενεργειακού προμηθευτή.
Έτσι, και η Ουάσιγκτον αποκομίζει θετικό αποτέλεσμα από τον πόλεμο, καθώς ενισχύει τη θέση της ως ενεργειακός προμηθευτής της Ασίας, αυξάνει το βάρος των δικών της παραγωγών και αποκτά πρόσθετο γεωοικονομικό μοχλό σε μια αγορά που μέχρι χθες εξαρτιόταν πολύ περισσότερο από τον Περσικό Κόλπο.
Ωστόσο, αυτό το όφελος δεν αναιρεί το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον. Το κόστος των 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων που αναγνώρισε το Πεντάγωνο είναι απολύτως διαχειρίσιμο για την αμερικανική αμυντική μηχανή, αλλά δεν είναι πολιτικά αδιάφορο.
Η αμερικανική κυβέρνηση κερδίζει ενεργειακά, αλλά πιέζεται θεσμικά, στρατιωτικά και κοινωνικά: πρέπει να συγκρατήσει τις τιμές καυσίμων στο εσωτερικό, να διατηρήσει τη ναυτική πίεση στο Ορμούζ, να στηρίξει το Ισραήλ, να κρατήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στο κέντρο της διαπραγμάτευσης και ταυτόχρονα να διατηρεί τουλάχιστον την εντύπωση ότι η Ουκρανία δεν έχει ήδη υποχωρήσει από το κέντρο της στρατηγικής της προσοχής. Άρα, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Ουάσιγκτον ωφελείται ως ενεργειακή δύναμη, αλλά δοκιμάζεται ως παγκόσμιος στρατηγικός διαχειριστής πολλαπλών κρίσεων.
Και το Ιράν όμως επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος πρώτα στον τερματισμό του πολέμου, στη θαλάσσια ασφάλεια, στην άρση αποκλεισμών και στη μεταπολεμική διαχείριση του Στενού, αφήνοντας το πυρηνικό ζήτημα για επόμενη φάση. Η αμερικανική πλευρά, από την άλλη, επιμένει να διατηρήσει το πυρηνικό στο κέντρο της διαπραγμάτευσης, επειδή χωρίς αυτό ο Τραμπ κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι αποδέχεται διαδικασία αποκλιμάκωσης με όρους που επέβαλε η Τεχεράνη.
Η δημόσια ετοιμότητα του Τραμπ για άμεση επαφή με την ιρανική ηγεσία πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο: η Ουάσιγκτον αναζητά διέξοδο που να σταματά την κλιμάκωση στο Ορμούζ, να συγκρατεί τις ενεργειακές πιέσεις, να διατηρεί την πίεση στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και ταυτόχρονα να μην εμφανίζεται ως στρατηγική υποχώρηση. Σε αυτή τη συγκυρία προστίθεται σήμερα, 1η Μαΐου 2026, η 60ήμερη νομοθετική προθεσμία του War Powers Resolution, που υποχρεώνει τον Τραμπ να λάβει έγκριση από το Κογκρέσο ή να τερματίσει επίσημα τις εχθροπραξίες.
Ο υπουργός Άμυνας Hegseth υποστήριξε ότι η εκεχειρία «τερμάτισε» τις εχθροπραξίες, αποτρέποντας έτσι τη νομοθετική υποχρέωση, αλλά μέλη του Κογκρέσου, νομικοί και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί αμφισβητούν αυτή την ερμηνεία. Αν αποδεχθεί τη σειρά προτεραιοτήτων της Τεχεράνης, αναγνωρίζει εμμέσως ότι το Ιράν κατάφερε να μετατρέψει την κρίση από ζήτημα πυρηνικής συμμόρφωσης σε συνολικό ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας, ναυσιπλοΐας και ενεργειακής σταθερότητας.
Αν την απορρίψει, παρατείνει την αβεβαιότητα στο Ορμούζ, αυξάνει το κόστος για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και διατηρεί την πίεση στις αγορές ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, η Μόσχα κερδίζει χώρο. Όσο η Ουάσιγκτον προσπαθεί να συνδυάσει Ιράν, Ορμούζ, Ισραήλ, πυρηνικό πρόγραμμα και Ουκρανία σε μία συνεκτική στρατηγική, η Ρωσία εμφανίζεται ως αναγκαίος συνομιλητής χωρίς να πληρώνει το κόστος μιας άμεσης εμπλοκής.
Έτσι, τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά και η δήλωση Τραμπ περί στρατιωτικής ήττας της Ουκρανίας τα καθιστά ακόμη πιο βαριά πολιτικά. Η Ρωσία φαίνεται να αξιοποιεί τη συγκυρία για να εντείνει την επιχειρησιακή της πίεση, αυξάνοντας τα πλήγματα κατά υποδομών και διατηρώντας υψηλή δραστηριότητα κατά μήκος των αξόνων Ντονμπάς και Ζαπορίζια ακριβώς τη στιγμή που η αμερικανική στρατηγική προσοχή μετακινείται νότια.
Εντός αυτού του πλαισίου, η Μόσχα ανακοίνωσε την 1η Απριλίου ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν θέσει υπό πλήρη έλεγχο ολόκληρη την περιφέρεια Λουχάνσκ. Η ουκρανική πλευρά το διέψευσε και η πληροφορία δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, όμως ακόμη και ως ρωσικός ισχυρισμός διαθέτει σαφή πολιτική και στρατηγική βαρύτητα, καθώς ενισχύει την εικόνα μιας Μόσχας που επιδιώκει να παγιώσει τετελεσμένα τη στιγμή που η δυτική προσοχή, οι δυτικοί πόροι και πλέον η ίδια η αμερικανική πολιτική ρητορική διολισθαίνουν προς το ιρανικό μέτωπο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διακρίνεται μια κλασική εκμετάλλευση ευκαιρίας στο πλαίσιο πολυθεατρικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Στο σημείο αυτό, δεν θα ήταν άσκοπη μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό προηγούμενο της Συρίας, διότι προσδίδει στη σημερινή συμπεριφορά της Μόσχας τη χαρακτηριστική της συνέπεια. Μετά την πτώση του Άσαντ, το Κρεμλίνο αποσύρθηκε από προωθημένες θέσεις, διατηρώντας τις δύο στρατηγικές βάσεις, επανακατεύθυνε πόρους στο θέατρο που εκτιμούσε ως κεντρικό και δεν επιχείρησε να διατηρήσει επιρροή με κόστος δυσανάλογο προς το αναμενόμενο όφελος.
Αντίστοιχη λογική φαίνεται να εφαρμόζεται τώρα και στο Ιράν, με ένα κρίσιμο πρόσθετο στοιχείο: ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποφέρει στη Ρωσία αυτό που δύσκολα θα αποκτούσε με απευθείας παρέμβαση, δηλαδή τη φθορά των αντιπάλων της χωρίς δικό της άμεσο κόστος.
Το ίδιο μοτίβο φάνηκε και στις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την εκεχειρία στο Ιράν. Η δεκαπενθήμερη εκεχειρία που ανακοινώθηκε στις 8 Απριλίου, με πακιστανική διαμεσολάβηση, χαιρετίστηκε αμέσως από το Κρεμλίνο με σαφή πολιτική αξίωση. Ο εκπρόσωπος Πεσκόφ δήλωσε δημοσίως ότι «ελπίζουμε ότι στο προβλεπτό μέλλον οι ΗΠΑ θα έχουν περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη ευκαιρία να συναντηθούν σε τριμερή μορφή», αναφερόμενος στις παγωμένες συνομιλίες για την Ουκρανία.
Η Μόσχα είδε στην αποκλιμάκωση του Ιράν ευκαιρία να μεταφέρει ξανά το βάρος της διεθνούς ατζέντας προς το ουκρανικό θέατρο, αυτή τη φορά από θέση ισχύος, καθώς είχε ήδη κεφαλαιοποιήσει έξι εβδομάδες αμερικανικής διάσπασης. Η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη, με τον αντιπρόεδρο Βανς να τη χαρακτηρίζει ο ίδιος «ευάλωτη ανακωχή», και η Τεχεράνη να μην έχει ορίσει νέο γύρο διαπραγματεύσεων, ενώ το Πακιστάν αφαίρεσε τα σημεία ελέγχου που είχε στήσει για τη φιλοξενία τους, σηματοδοτώντας ότι δεν υπάρχει άμεση προοπτική επαναδιαπραγμάτευσης.
Ωστόσο, την 1η Μαΐου 2026, ακριβώς καθώς έληγε η 60ήμερη νομοθετική προθεσμία του War Powers Resolution, το Ιράν παρέδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Πακιστάν μια νέα αναθεωρημένη πρόταση για αποκλιμάκωση. Η πρόταση, σύμφωνα με ιρανικές και δυτικές πηγές, προέβλεπε πρώτα άνοιγμα της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού και παύση των εχθροπραξιών, αφήνοντας το πυρηνικό ζήτημα για επόμενη φάση.
Η Ουάσιγκτον δεν την αποδέχθηκε. Ο Τραμπ δήλωσε ότι «δεν είναι ικανοποιημένος» από την ιρανική πρόταση και ότι περιλαμβάνει όρους με τους οποίους δεν μπορεί να συμφωνήσει, επιμένοντας ότι η διευθέτηση πρέπει να συνδεθεί εξαρχής με εγγυήσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Έτσι, η διαπραγμάτευση μετατράπηκε σε σκληρή αντιπαράθεση γύρω από τη σειρά των προτεραιοτήτων: πρώτα Ορμούζ και αποκλιμάκωση, όπως θέλει η Τεχεράνη, ή πρώτα πυρηνικό πλαίσιο και μετά άρση πίεσης, όπως απαιτεί η Ουάσιγκτον.
Για τη Μόσχα, αυτή η εξέλιξη δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει το κεντρικό επιχείρημα: οι διαπραγματεύσεις γίνονται με πακιστανική και κινεζική παρουσία, ενώ η Ρωσία παραμένει αόρατος ρυθμιστής στο παρασκήνιο, έχοντας ήδη εισπράξει έξι εβδομάδες ενεργειακών και στρατηγικών οφελών χωρίς να χρειαστεί να καθίσει σε κανένα τραπέζι. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει το βασικό επιχείρημα που διατρέχει ολόκληρη την ανάλυση: οι πόλεμοι ξεσπούν ταχύτερα απ’ όσο κλείνουν, και η Ρωσία δεν χρειάστηκε να εμπλακεί στρατιωτικά για να επιχειρήσει πολιτική κεφαλαιοποίηση των συνεπειών τους.
Ιδού η ειρωνεία! Για χρόνια, η Δύση περιέγραφε τη Ρωσία ως δύναμη εγκλωβισμένη στη δική της παγίδα παρατεταμένου πολέμου στην Ουκρανία. Σήμερα, η ίδια λογική του πολέμου αβέβαιης διάρκειας και υψηλού κόστους στρέφεται εναντίον της Δύσης μέσω του Ιράν. Για μεγάλο διάστημα, στη δυτική πολιτική ρητορική καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορούσε να τερματιστεί σχεδόν άμεσα, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος ούτε στο στρατιωτικό ούτε στο διπλωματικό πεδίο.
Σήμερα, η ίδια η Ρωσία εμφανίζεται διαθέσιμη να συμβάλει σε αποκλιμάκωση στο Ιράν, προβάλλοντας τον εαυτό της ως εν δυνάμει διαμεσολαβητή. Αυτό που τελικά αναδεικνύεται είναι μια βαθύτερη δυτική αντίφαση: επί χρόνια επιχείρησε να διδάξει στη Ρωσία ότι έναν πόλεμο μπορείς εύκολα να τον αρχίσεις αλλά δύσκολα να τον τελειώσεις, χωρίς όμως να δείχνει σήμερα πρόθυμη να υποβληθεί η ίδια στο μάθημα που τόσο επίμονα κήρυττε.
Οι τελευταίες δηλώσεις του Τραμπ, ο οποίος παρουσίασε την εκστρατεία στο Ιράν ως σχεδόν ολοκληρωμένη επιτυχία χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα λήξης, σε συνδυασμό με τις ιρανικές διαψεύσεις περί κατάπαυσης του πυρός και με τη δική του πλέον δημόσια αναφορά σε «στρατιωτικά ηττημένη» Ουκρανία, δείχνουν ότι η απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη της νίκης, την πολιτική διαχείριση μιας σύγκρουσης και την πραγματική λήξη της παραμένει πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο συνήθως παραδέχονται οι πολιτικές ηγεσίες.
Το Brent έφτασε ήδη τα 126,41 δολάρια το βαρέλι στις 24 Απριλίου, τετραετές υψηλό, ενώ στις αρχές Μαΐου κυμαίνεται στα 111-114 δολάρια, και η JPMorgan δεν αποκλείει νέα ανοδική κίνηση προς τα 130 δολάρια αν επαναληφθούν επεισόδια στο Ορμούζ, ενώ ο πρώην επικεφαλής της Διεθνούς Ενεργειακής Αρχής, Neil Atkinson, έχει προειδοποιήσει ότι «δεν υπάρχει ορατό ανώτατο όριο τιμής». Η Ουάσιγκτον βρίσκεται, έτσι, μπροστά σε κάτι πιο σύνθετο από ένα απλό δίλημμα διπλής δέσμευσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν σταματήσει να βοηθούν την Ουκρανία, ούτε έχουν πάψει να λειτουργούν ως κρίσιμος οπλικός, βιομηχανικός, πληροφοριακός και επιχειρησιακός κόμβος για το Κίεβο. Η αποδέσμευση, στα τέλη Απριλίου 2026, πακέτου 400 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο δείχνει ότι η αμερικανική στήριξη συνεχίζεται. Όμως ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζεται είναι πλέον διαφορετικός.
Η βοήθεια δεν εμφανίζεται ως απεριόριστη και άνευ όρων χρηματοδοτική δέσμευση της Ουάσιγκτον, αλλά ως πιο ελεγχόμενος μηχανισμός, στον οποίο οι ΗΠΑ διατηρούν τα όπλα, την τεχνολογία, τα αποθέματα και την τελική έγκριση, ενώ οι Ευρωπαίοι και οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους.
Ο μηχανισμός PURL, μέσω του οποίου χώρες του ΝΑΤΟ χρηματοδοτούν αμερικανικά όπλα για την Ουκρανία, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα της Washington Post που μετέδωσε και το Reuters, το Πεντάγωνο εξέταζε την εκτροπή μέρους οπλικών συστημάτων και κονδυλίων που συνδέονται με την ουκρανική στήριξη προς την αναπλήρωση αμερικανικών αποθεμάτων λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Η Ουάσιγκτον παραμένει απαραίτητη, αλλά επιχειρεί να περιορίσει το άμεσο αμερικανικό κόστος και να μεταφέρει μεγαλύτερη χρηματοδοτική ευθύνη στην Ευρώπη, όπως και έγινε. Η ίδια μετατόπιση αποτυπώνεται πλέον και στη στρατιωτική διάταξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η απόφαση της Ουάσιγκτον να αποσύρει περίπου 5.000 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες, την ώρα που η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή έχει ήδη ενισχυθεί με πρόσθετες ναυτικές και πεζοναυτικές δυνάμεις λόγω του πολέμου στο Ιράν, δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν απορροφά πλέον την ίδια προτεραιότητα που είχε μετά το 2022.
Πρόκειται για πολιτικό σήμα προς την Ευρώπη να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος στην ήπειρό τους, ενώ η ίδια κρατά ανοιχτή τη δυνατότητα ισχυρότερης προβολής ισχύος στο ιρανικό και ευρύτερο μεσανατολικό θέατρο. Τι σημαίνει αυτό για τη Μόσχα; Ότι δεν χρειάζεται επίσημη αμερικανική εγκατάλειψη της Ουκρανίας για να κεφαλαιοποιήσει τη μετατόπιση. Για την ώρα, αρκεί να βλέπει τη Δύση να αλλάζει μοντέλο στήριξης, να μεταφέρει τα οικονομικά βάρη από την Αμερική στην Ευρώπη και να δυσκολεύεται να εμφανίσει ενιαία πολιτική βούληση.
Πάμε τώρα στη Βαλτική, γιατί εδώ διακρίνεται μια ακόμη διάσταση της ίδιας ρωσικής στρατηγικής, την οποία θα ήταν σφάλμα να αντιμετωπίσουμε ως δευτερεύουσα. Αν το Ιράν δείχνει πώς η Ρωσία κερδίζει από μια εξωτερική κρίση, η Βαλτική δείχνει πώς συνεχίζει να παράγει πίεση μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο ασφαλείας.
Στα τέλη Μαρτίου, το Κρεμλίνο προειδοποίησε ότι, αν τρίτες χώρες επιτρέψουν στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο τους για επιθέσεις με drones κατά ρωσικών βαλτικών λιμανιών, η Ρωσία θα απαντήσει. Με αυτή την κίνηση, η Μόσχα επιχειρεί να μετακινήσει ρητορικά τη Βαλτική από τη θέση του εξωτερικού παρατηρητή στην κατηγορία του δυνητικού συμμέτοχου στην ουκρανική αντιπαράθεση.
Η γλώσσα που ακολούθησε σε ρωσικά επίσημα και κρατικά κανάλια ήταν ακόμη πιο σκληρή, με την εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ Μαρία Ζαχάροβα να μίλα για ουκρανικά drones που διέρχονται από τον εναέριο χώρο των βαλτικών κρατών, ενώ ο Σεργκέι Σοϊγκού υπενθύμισε στις Βαλτικές χώρες και στη Φινλανδία το ρωσικό «δικαίωμα αυτοάμυνας» απέναντι σε τέτοιες επιθέσεις.
Το TASS μετέδωσε ότι ο Σοϊγκού επικαλέστηκε το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ, υποστηρίζοντας ότι, αν τα κράτη αυτά παρέχουν εσκεμμένα τον εναέριο χώρο τους για ουκρανικές επιθέσεις, καθίστανται άμεσοι συνεργοί στην επιθετικότητα κατά της Ρωσίας. Με αυτόν τον τρόπο, η Ρωσία χτίζει εκ των προτέρων το πολιτικό και ρητορικό αφήγημα με το οποίο θα μπορούσε να παρουσιάσει μια μελλοντική αντίδραση ως νόμιμη ανταπόδοση και όχι ως αυθαίρετη κλιμάκωση.
Επιπλέον, στις 15 Απριλίου η ρωσική πλευρά προειδοποίησε ότι τα ευρωπαϊκά σχέδια παραγωγής drones για την Ουκρανία τραβούν την Ευρώπη βαθύτερα στον πόλεμο, ενώ σε ρωσικές δηλώσεις και μεταδόσεις της TASS άρχισε να εμφανίζεται η ιδέα ότι τέτοιες εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν θεμιτοί στόχοι. Η αντιπαράθεση μετακινείται έτσι από το επίπεδο της αεροπορικής διέλευσης σε επίπεδο συνολικής ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης στην ουκρανική πολεμική βιομηχανία.
Η Εσθονία αποτελεί το πιο αποκαλυπτικό παράδειγμα αυτής της πίεσης. Στις 18 Μαρτίου, ρωσικό Su-30 παραβίασε τον εσθονικό εναέριο χώρο κοντά στο νησί Βαϊντλού και ενεργοποίησε την αποστολή Baltic Air Policing του ΝΑΤΟ, με ιταλικά μαχητικά να αναχαιτίζουν το ρωσικό αεροσκάφος από τη βάση του Άμαρι. Στις 10 Απριλίου, ο διοικητής του εσθονικού ναυτικού Ivo Vark ξεκαθάρισε στο Reuters ότι η Εσθονία δεν θα επιχειρήσει να κατακρατεί πλοία της ρωσικής shadow fleet στη Βαλτική, επειδή «ο κίνδυνος στρατιωτικής κλιμάκωσης είναι απλώς πολύ υψηλός».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πατρούσεφ στις 19 Μαρτίου, η Ρωσία εξετάζει να συνοδεύει τα δεξαμενόπλοιά της με πολεμικά πλοία και κινητές μονάδες πυρός, μετατρέποντας τη φύλαξη της shadow fleet από διπλωματικό σε στρατιωτικό ζήτημα. Η Μόσχα δεν χρειάζεται απαραίτητα να ανοίξει νέο πόλεμο για να παράγει αποτελέσματα. Αρκεί να καταστήσει την κλιμάκωση αρκετά πιστευτή, ώστε ο αντίπαλος να αρχίσει να αυτοπεριορίζεται.
Και εδώ ακριβώς συνδέεται το Καλίνινγκραντ! Η Ρωσία διαθέτει ήδη ευρωπαϊκό στρατηγικό έδαφος ανάμεσα στην Πολωνία και τη Λιθουανία, από το οποίο επηρεάζει τον αέρα, τη θάλασσα και τη χερσαία πρόσβαση στη βαλτική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Στην ευρωατλαντική στρατηγική σκέψη, το Καλίνινγκραντ συνδέεται άμεσα με τις δυνατότητες anti-access και area denial, αλλά και με τον διάδρομο Σουβάλκι, δηλαδή το μοναδικό χερσαίο πέρασμα που συνδέει τις Βαλτικές χώρες με τον υπόλοιπο συμμαχικό χώρο. Άρα, όταν μιλάμε για Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία, μιλάμε για κράτη που βρίσκονται απέναντι από ένα ρωσικό στρατηγικό προγεφύρωμα μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή γεωγραφία.
Θα ήταν, ωστόσο, απλουστευτικό να διαβαστεί αυτή η στρατηγική αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους. Η Μόσχα διατηρεί διαχρονικά και ένα πιο εύπλαστο εργαλείο, το αφήγημα της προστασίας των «συμπατριωτών» και των ρωσόφωνων πληθυσμών εκτός της ρωσικής επικράτειας. Η Νάρβα, η κατεξοχήν ρωσόφωνη πόλη της Εσθονίας, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2022, όταν το Ταλίν αποφάσισε να αφαιρέσει σοβιετικά μνημεία από την πόλη, η εσθονική κυβέρνηση εξέφρασε ανησυχίες για ρωσική προσπάθεια εκμετάλλευσης του παρελθόντος για να διχάσει την κοινωνία, ανησυχίες που κατέγραψε και το Reuters.
Από τη ρωσική πλευρά, το ΥΠΕΞ επιμένει συστηματικά στην υπεράσπιση των «compatriots abroad», κρατώντας ανοιχτό το επιχείρημα της πολιτικής προστασίας ρωσόφωνων ή φιλορωσικών πληθυσμών. Και κάπως έτσι αποκτά σημασία και το νομοθετικό σήμα που έρχεται από τη Δούμα.
Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 19 Μαρτίου 2026 και πέρασε την πρώτη ανάγνωση στις 14 Απριλίου προβλέπει τροποποιήσεις στους νόμους περί ιθαγένειας και εθνικής άμυνας, εξουσιοδοτώντας τον πρόεδρο να χρησιμοποιεί τις ένοπλες δυνάμεις εξωεδαφικά για την προστασία Ρώσων πολιτών που διώκονται από ξένα ή διεθνή δικαστικά όργανα μη αναγνωριζόμενα από τη Ρωσία.
Με αυτόν τον τρόπο, το αφήγημα των «συμπατριωτών» μετατρέπεται από ρητορικό εργαλείο σε δυνητικό νομικό πλαίσιο δράσης, εξοπλίζοντας τη Μόσχα με ένα επιπλέον μέσο πολιτικής πίεσης που μπορεί να ενεργοποιηθεί όποτε οι συνθήκες το ευνοούν.
Εάν όμως κοιτάξουμε νοτιότερα, θα δούμε ότι η ίδια λογική επαναλαμβάνεται, με την Κριμαία να παραμένει το βασικό προηγούμενο, ακριβώς επειδή η ρωσική πλευρά επικαλέστηκε το δημοψήφισμα και τη βούληση του τοπικού πληθυσμού ως νομιμοποιητική βάση της προσάρτησης, παρότι η διαδικασία απορρίφθηκε από την Ουκρανία και τη Δύση.
Στη Μολδαβία, η Υπερδνειστερία και η Γκαγκαουζία λειτουργούν ως λανθάνουσες εστίες επιρροής. Η πρώτη παραμένει αποσχισμένο μόρφωμα με σταθερή ρωσική παρουσία και υποστήριξη, όμως οι πρόσφατες δηλώσεις του Σεργκέι Σοϊγκού έδειξαν ότι η Μόσχα επιχειρεί πλέον να ανεβάσει αισθητά το πολιτικό και στρατηγικό βάρος της περιοχής.
Ο γραμματέας του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας μίλησε ανοιχτά για περισσότερους από 220.000 Ρώσους πολίτες στην Υπερδνειστερία που, κατά τη ρωσική θέση, βρίσκονται υπό απειλή εξαιτίας των ενεργειών του Κιέβου και του Κισινάου, ενώ προειδοποίησε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα» και να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για την προστασία τους.
Η σημασία αυτής της διατύπωσης είναι ιδιαίτερη, γιατί η Μόσχα δεν επικαλείται απλώς δεσμούς ιστορίας, γλώσσας ή πολιτικής επιρροής, αλλά την παρουσία Ρώσων πολιτών, μεταφέροντας έτσι το ζήτημα από γεωπολιτική επιρροή σε κρατική ευθύνη και δυνητική κρατική προστασία.
Ο Σοϊγκού όμως δεν στάθηκε μόνο εκεί. Περιέγραψε την κατάσταση στην Υπερδνειστερία ως «δύσκολη», μίλησε για επιχειρήσεις που υπολειτουργούν ή έχουν διακόψει τη δραστηριότητά τους, για επίμονη ενεργειακή έλλειψη και για επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης όχι μόνο των κατοίκων της περιοχής αλλά και Μολδαβών πολιτών που συνδέονται οικονομικά με αυτήν.
Παράλληλα, απέδωσε την κύρια ευθύνη στο Κισινάου, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση της Μάγια Σάντου εφαρμόζει ενέργειες οικονομικού στραγγαλισμού, ενώ έβαλε στο κάδρο και το Κίεβο, καθώς και εμμέσως ευρωπαϊκές χώρες. Αναφέρθηκε επίσης στην Κομπάσνα, υποστηρίζοντας ότι η ασφαλής διαχείριση και καταστροφή των μεγάλων αποθηκών πυρομαχικών της περιοχής δεν μπορεί να γίνει χωρίς Ρώσους ειδικούς και ρωσικό εξοπλισμό.
Με αυτές τις παραμέτρους, η Υπερδνειστερία επανέρχεται στη ρωσική στρατηγική γλώσσα ως ζώνη όπου συνδέονται η προστασία Ρώσων πολιτών, η ασφάλεια στρατιωτικών αποθεμάτων, η ρωσική ιθαγένεια ως εργαλείο νομιμοποίησης και η ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση με το Κισινάου, το Κίεβο και, εμμέσως, τη Δύση.
Η Γκαγκαουζία, αν και θεσμικά ενταγμένη στη Μολδαβία, παραμένει πολιτικά δεκτική στη ρωσική επιρροή και έχει ήδη βρεθεί στο επίκεντρο σοβαρής αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κισινάου και τη Μόσχα. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ένα σταθερό μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο ταυτότητες, πληθυσμοί, γλώσσα, ιθαγένεια και μνήμη διατηρούνται ως εφεδρείες πολιτικής πίεσης, οι οποίες μπορούν να αναβαθμιστούν όταν η Μόσχα το κρίνει σκόπιμο.
Βέβαια, για να αποκτήσουν η Υπερδνειστερία και η Γκαγκαουζία μεγαλύτερη γεωστρατηγική βαρύτητα, θα χρειαζόταν μια ριζικά διαφορετική επιχειρησιακή εικόνα στον νότο της Ουκρανίας, δηλαδή στην Οδησσό. Και εδώ οι τελευταίες εξελίξεις έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι η Οδησσός εμφανίζεται ως ενεργό πεδίο ρωσικής πίεσης.
Στα τέλη Απριλίου και την 1η Μαΐου 2026, ρωσικές επιθέσεις με drones έπληξαν επανειλημμένα την πόλη και την περιφέρειά της, προκαλώντας ζημιές σε λιμενικές υποδομές, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, κτίρια κατοικιών και εμπορικές ή διοικητικές εγκαταστάσεις.
Οι ουκρανικές λιμενικές αρχές ανέφεραν ότι στοχοποιήθηκαν τόσο ο κόμβος της Μεγάλης Οδησσού όσο και λιμάνια στον Δούναβη, γεγονός που δείχνει ότι η ρωσική πίεση δεν αφορά μόνο την πόλη ως αστικό κέντρο, αλλά ολόκληρη τη θαλάσσια και ποτάμια αρχιτεκτονική μέσω της οποίας η Ουκρανία διατηρεί πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και σε εναλλακτικές εξαγωγικές διαδρομές.
Χωρίς αλλαγή στον άξονα της Οδησσού και χωρίς ουσιαστική μεταβολή της ουκρανικής πρόσβασης στη Μαύρη Θάλασσα, τα Μολδαβικά παραδείγματα παραμένουν εστίες υπόγειας επιρροής με δυνητική αναβάθμιση.
Όμως οι πρόσφατες επιθέσεις υπενθυμίζουν ότι η Μόσχα διατηρεί την Οδησσό υπό συνεχή επιχειρησιακή πίεση, και αυτό συνδέει άμεσα το ουκρανικό μέτωπο με τη Μολδαβία, την Υπερδνειστερία, τη Γκαγκαουζία και τη συνολική ισορροπία στη βορειοδυτική Μαύρη Θάλασσα.
Με άλλα λόγια, η Οδησσός λειτουργεί ως γεωστρατηγικός μεντεσές. Όσο παραμένει υπό ουκρανικό έλεγχο και διατηρεί θαλάσσια λειτουργικότητα, η Υπερδνειστερία και η Γκαγκαουζία παραμένουν κυρίως πολιτικές και πληροφοριακές εφεδρείες πίεσης.
Αν όμως η πίεση στην Οδησσό μεταβάλει ουσιαστικά τη λειτουργία των ουκρανικών λιμανιών ή την πρόσβαση της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα, τότε ολόκληρη η Μολδαβική εξίσωση αποκτά διαφορετικό βάρος. Αυτό ακριβώς καθιστά τις τελευταίες ρωσικές επιθέσεις στην Οδησσό στρατηγικά σημαντικές, καθώς εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να διατηρηθεί ανοιχτός ο νότιος άξονας πίεσης.
Η εικόνα που τελικά αναδύεται είναι μιας Ρωσίας που εφαρμόζει με συνέπεια μια αυστηρή ιεράρχηση συμφερόντων σε πολλαπλά θέατρα ταυτόχρονα. Στην Ουκρανία επιδιώκει παγίωση εδαφικού και στρατηγικού βάθους, την ώρα που ακόμη και η αμερικανική προεδρική ρητορική αρχίζει να μιλά για στρατιωτική ήττα του Κιέβου. Στο Ιράν κεφαλαιοποιεί τη δυτική διάσπαση, την ενεργειακή αβεβαιότητα και την αμερικανική μετατόπιση πόρων.
Στο Ορμούζ βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες να εγκλωβίζονται σε ένα δύσκολο πλέγμα ναυτικής ασφάλειας, ενεργειακής σταθερότητας, ισραηλινής στήριξης και πυρηνικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν η ίδια η Αμερική αποκομίζει παράλληλα σημαντικά ενεργειακά οφέλη από την ανακατεύθυνση των ασιατικών αγορών προς το αμερικανικό πετρέλαιο και LNG.
Στο πυρηνικό σκέλος, επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μόνος αξιόπιστος θεματοφύλακας και εγγυητής της αποκλιμάκωσης, άρα ως δύναμη χωρίς την οποία καμία πραγματική διευθέτηση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Στη Βαλτική δοκιμάζει την αντοχή του ΝΑΤΟ μέσω ελεγχόμενης έντασης, παραβιάσεων εναέριου χώρου και στρατιωτικοποίησης της ενεργειακής της ναυτιλίας. Στη Νάρβα και γενικότερα σε ρωσόφωνες ή ευαίσθητες ζώνες κρατά διαθέσιμο τόσο το αφήγημα των «συμπατριωτών» όσο και τη νομοθετική υποδομή που του δίνει θεσμικό περίβλημα.
Στην Υπερδνειστερία και τη Γκαγκαουζία διατηρεί υπόγειες εστίες επιρροής, οι οποίες πλέον αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο βάρος μέσα από τις δηλώσεις Σοϊγκού για Ρώσους πολίτες, ενεργειακή πίεση, Κομπάσνα και «αναγκαία μέτρα» προστασίας. Και με το Καλίνινγκραντ υπενθυμίζει ότι η ρωσική γεωστρατηγική παρουσία είναι μέσα στην ίδια τη γεωγραφία της Ευρώπης.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημείο που η δυτική ανάγνωση συνεχίζει να υποτιμά. Η Μόσχα δεν σκέφτεται γραμμικά. Και όσο η Δύση απαντά αποσπασματικά σε κάθε κρίση, τόσο η Ρωσία θα συνεχίζει να μοιάζει ισχυρότερη όχι μόνο από όσα κατέχει, αλλά και από όσα κατορθώνει να κρατά διαρκώς ανοιχτά ως πεδία πίεσης.
Υ.Γ.
«La Russie ne boude pas, elle se recueille.» «Russia is not sulking, she is composing herself.»
Αλεξάντρ Γκορτσάκοφ, Κυκλική Διπλωματική Επιστολή προς τις Ρωσικές Πρεσβείες, 1856.
Υ.Γ. 2
Το απόφθεγμα αυτό δεν ανήκει μόνο στην ιστορία. Τον Δεκέμβριο του 2021, λίγες εβδομάδες πριν από τις διαπραγματεύσεις με ΝΑΤΟ και Ηνωμένες Πολιτείες, ο ίδιος ο Πούτιν το επανέφερε δημόσια.
Η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου