ΗΠΑ – ΙΡΑΝ: ΠΩΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ
Η κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φωτίζει μια βαθιά και σκοτεινή πλευρά της διεθνούς πολιτικής: ο πόλεμος λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός τεράστιας οικονομικής απόδοσης για συγκεκριμένα κέντρα ισχύος.
Πίσω από τη ρητορική περί ασφάλειας, δημοκρατίας και σταθερότητας, αναδεικνύεται ένα σκληρό σύστημα συμφερόντων που μετατρέπει τις στρατιωτικές κρίσεις σε επιχειρηματικό πεδίο υψηλής κερδοφορίας.
Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η εκτόξευση των τιμών ενέργειας και ο φόβος γενικευμένης σύγκρουσης δημιουργούν παγκόσμια ανασφάλεια. Την ίδια ώρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολεμικές βιομηχανίες, εταιρείες drones, λομπίστες, χρηματοδοτούμενα think tanks και πολιτικοί κύκλοι κοντά στον ΝτόναλντΤράμπ βλέπουν την κλιμάκωση ως ευκαιρία για νέα συμβόλαια, αυξημένη ζήτηση και διεύρυνση οικονομικής επιρροής.
Αυτό είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο της σημερινής κρίσης. Η πολεμική οικονομία δεν αποτελεί απλώς παράπλευρο αποτέλεσμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Έχει εξελιχθεί σε κεντρικό πυλώνα ενός συστήματος εξουσίας, στο οποίο οι γεωπολιτικές εντάσεις τροφοδοτούν κρατικές δαπάνες, ιδιωτικά κέρδη και πολιτική ισχύ.
Η πολεμική βιομηχανία μπροστά στο «χρυσό παράθυρο» της κρίσης
Η τοποθέτηση του διευθύνοντος συμβούλου της Lockheed Martin, Jim Taiclet, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η αμερικανική αμυντική βιομηχανία αντιλαμβάνεται τη σημερινή συγκυρία. Ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους εξοπλιστικούς κολοσσούς του πλανήτη χαρακτήρισε την κυβέρνηση Trump ως «χρυσή ευκαιρία» για τη βιομηχανία όπλων.
Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν αναφέρεται στην ειρήνη, στη σταθερότητα ή στην προστασία ανθρώπινων ζωών. Εστιάζει στη ζήτηση. Και στη γλώσσα της πολεμικής βιομηχανίας, η ζήτηση τροφοδοτείται από την ένταση, τις επιχειρήσεις, την κατανάλωση πυρομαχικών και την ανάγκη αναπλήρωσης οπλικών συστημάτων.
Η κυβέρνηση Trump έχει ήδη εμπλακεί σε πολλαπλά μέτωπα: στήριξη των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα και στον Λίβανο, αντιπαράθεση με τους Houthis, κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν και στρατιωτική ένταση στα Στενά του Ορμούζ. Κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται οδηγεί σε νέο συμβόλαιο. Κάθε κρίση δημιουργεί πρόσθετη χρηματοδότηση. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση ανοίγει δρόμο για δισεκατομμύρια προς την αμυντική βιομηχανία.
Η Lockheed Martin έχει ήδη εξασφαλίσει σημαντικές συμφωνίες με το Πεντάγωνο για αναπλήρωση πυραύλων και αύξηση της παραγωγής συστημάτων THAAD. Το αμερικανικό κράτος λειτουργεί ουσιαστικά ως σταθερός και εγγυημένος πελάτης μιας βιομηχανίας που αναπτύσσεται μέσα από κρίσεις, απειλές και πολεμικές αναμετρήσεις.

Ακόμη πιο σοβαρά ερωτήματα προκαλούν οι πληροφορίες για οικονομική εμπλοκή προσώπων του στενού οικογενειακού κύκλου του Donald Trump σε εταιρείες που συνδέονται με την αμυντική τεχνολογία. Οι Eric Trump και Donald Trump Jr. συνδέονται με την εταιρεία drones Powerus, η οποία εξασφάλισε συμβόλαιο με την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία για drones αναχαίτισης.
Την ίδια περίοδο, η ίδια εταιρεία φέρεται να βρίσκεται σε επαφές με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για πώληση drones που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν απέναντι σε ενδεχόμενες ιρανικές επιθέσεις. Η εικόνα αυτή δημιουργεί μείζον ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων: οικογένειες πολιτικών που λαμβάνουν ή επηρεάζουν αποφάσεις πολέμου εμφανίζονται ταυτόχρονα σε θέση οικονομικού οφέλους από τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Το πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο προβληματικό με την περίπτωση του Keith Kellogg, πρώην ειδικού απεσταλμένου του Donald Trump για την Ουκρανία, ο οποίος εντάχθηκε στην Powerus ως σύμβουλος μετά την αποχώρησή του από κυβερνητικό ρόλο. Η γνωστή «περιστρεφόμενη πόρτα» ανάμεσα σε κυβέρνηση, στρατό, διπλωματία και πολεμική βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί, χωρίς ουσιαστική θεσμική ανάσχεση.
Think tanks, λόμπι και χρηματοπιστωτικά στοιχήματα πάνω στην ένταση
Η αμερικανική πολεμική μηχανή δεν στηρίζεται μόνο σε όπλα, βάσεις και συμβόλαια. Διαθέτει ένα ευρύ δίκτυο αναλυτών, ιδρυμάτων πολιτικής, συμβούλων και «ειδικών», οι οποίοι επηρεάζουν την κοινή γνώμη και νομιμοποιούν επιθετικές στρατηγικές επιλογές.
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Matthew Kroenig, από το Atlantic Council, ο οποίος περιέγραψε το κόστος ενός πολέμου με το Ιράν ως «πολύ καλή επένδυση». Η φράση αυτή συμπυκνώνει την απανθρωπιά ενός συστήματος που μετατρέπει τη στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό υπολογισμό. Οι βομβαρδισμοί γίνονται αριθμοί, οι νεκροί μετατρέπονται σε στατιστικές και η αποσταθεροποίηση ολόκληρων περιοχών αντιμετωπίζεται ως κόστος διαχείρισης.
Σύμφωνα με τη Stavroula Pabst στο Responsible Statecraft, το Atlantic Council έχει λάβει σχεδόν 13 εκατομμύρια δολάρια από εξοπλιστικές εταιρείες από το 2019. Το στοιχείο αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον βαθμό ανεξαρτησίας αναλύσεων που συχνά προωθούν πιο σκληρές, πιο επιθετικές και πιο δαπανηρές στρατηγικές.
Όταν think tanks χρηματοδοτούνται από εταιρείες που κερδίζουν από τον πόλεμο, η διάκριση ανάμεσα στην ανάλυση και στην προπαγάνδα γίνεται θολή. Ο δημόσιος διάλογος εμφανίζεται ως τεχνοκρατικός, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να υπηρετεί συμφέροντα που έχουν άμεσο οικονομικό όφελος από την παράταση της έντασης.

Η εικόνα αποκτά ακόμη πιο κυνική διάσταση με τις αποκαλύψεις για τεράστια στοιχήματα στις αγορές πάνω στην πορεία της πολεμικής κρίσης. Πλατφόρμες όπως η Polymarket και η Kalshi φέρεται να επέτρεψαν σε επενδυτές με προνομιακή πρόσβαση στην πληροφόρηση να αποκομίσουν σημαντικά κέρδη από τις μεταβολές στις τιμές του πετρελαίου πριν από κρίσιμες ανακοινώσεις του Donald Trump.
Εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια τοποθετήθηκαν σε στοιχήματα λίγο πριν από κυβερνητικές αποφάσεις που επηρέασαν τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το ερώτημα για πιθανή διαρροή εσωτερικής πληροφόρησης από κυβερνητικούς κύκλους είναι εξαιρετικά βαρύ. Ακόμη και χωρίς οριστική απόδειξη, η ίδια η ύπαρξη ενός μηχανισμού που επιτρέπει σε χρηματοοικονομικούς παίκτες να πλουτίζουν πάνω στην πολεμική αβεβαιότητα αποκαλύπτει τη βαθιά ηθική φθορά του συστήματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά ότι ο Ντόναλντ Τράμπ Τζ. συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της Polymarket. Η διασταύρωση πολιτικής εξουσίας, πολεμικής κρίσης, χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας και οικογενειακών διασυνδέσεων δημιουργεί ένα τοπίο εξαιρετικά ανησυχητικό για τη δημοκρατική λογοδοσία.

Οι πολεμικές βιομηχανίες επενδύουν παράλληλα τεράστια ποσά στην πολιτική επιρροή. Μέσα στους πρώτους μήνες του έτους, πολιτικές επιτροπές που συνδέονται με μεγάλες αμυντικές εταιρείες διοχέτευσαν σχεδόν 5 εκατομμύρια δολάρια σε προεκλογικές εκστρατείες και κομματικούς μηχανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Την ίδια ώρα, δεκάδες εταιρείες εγγράφηκαν ως λομπίστες σε θέματα άμυνας και ενέργειας μετά την έναρξη της κρίσης. Το σχήμα είναι κυκλικό και εξαιρετικά αποδοτικό για τους ίδιους παίκτες: οι εξοπλιστικοί όμιλοι χρηματοδοτούν πολιτικούς, οι πολιτικοί εγκρίνουν στρατιωτικές δαπάνες και οι εταιρείες επιστρέφουν για να εισπράξουν νέα κρατικά συμβόλαια. Οι κοινωνίες και οι φορολογούμενοι πληρώνουν τον λογαριασμό.

Το Ιράν ως εμπόδιο στην αμερικανική ηγεμονία
Ο Ντόναλντ Τράμπ έχει εμφανιστεί κατά καιρούς ως ηγέτης που επιδιώκει να αποφύγει νέους πολέμους. Η πραγματικότητα της πολιτικής του δείχνει διαφορετική κατεύθυνση. Η κυβέρνησή του αύξησε τις στρατιωτικές εντάσεις, ενίσχυσε τις αμυντικές δαπάνες, κλιμάκωσε την αντιπαράθεση με το Ιράν και δημιούργησε συνθήκες άμεσης τροφοδότησης της πολεμικής οικονομίας.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός συστήματος όπου ο πόλεμος λειτουργεί ως εργαλείο παραγωγής πλούτου, επιρροής και πολιτικής ισχύος. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική καθοδηγείται από γεωπολιτικά συμφέροντα, ενώ ταυτόχρονα διαπλέκεται με ένα τεράστιο δίκτυο οικονομικών συμφερόντων που επωφελείται από τη διατήρηση της έντασης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αντιμετωπίζεται από την Ουάσινγκτον ως εμπόδιο στην αμερικανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Η Τεχεράνη αρνείται να υποταχθεί στις αμερικανικές πιέσεις, διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία και εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος γεωπολιτικός πόλος.

Αυτή η στάση εξηγεί τη διαρκή επιθετικότητα της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πυρηνικό πρόγραμμα. Αφορά τον έλεγχο της περιοχής, των ενεργειακών διαδρομών, των θαλάσσιων περασμάτων και των γεωπολιτικών ισορροπιών.
Η κρίση ΗΠΑ - Ιράν αποκαλύπτει ότι ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε βιομηχανία τεράστιου κέρδους. Πολεμικές εταιρείες, λόμπι, επενδυτικά κεφάλαια, think tanks και κύκλοι εξουσίας φαίνεται να αποκομίζουν δισεκατομμύρια μέσα από την ανασφάλεια, την ενεργειακή αστάθεια και τη στρατιωτική κλιμάκωση.
Ο Ντόναλντ Τράμπ και το περιβάλλον του εμφανίζονται βαθιά συνδεδεμένοι με αυτή τη δομή συμφερόντων, την ώρα που οι κοινωνίες υφίστανται τις συνέπειες: υψηλότερες τιμές ενέργειας, δημοσιονομική αιμορραγία, γενικευμένη αβεβαιότητα και κίνδυνο νέας μεγάλης σύρραξης.
Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα είναι ότι το αμερικανικό σύστημα εξουσίας μοιάζει να έχει οικοδομήσει ολόκληρη οικονομική αρχιτεκτονική γύρω από τις συγκρούσεις. Όταν ο πόλεμος μετατρέπεται σε επιχειρηματικό μοντέλο, η ειρήνη παύει να είναι πραγματική προτεραιότητα και μετατρέπεται σε εμπόδιο για όσους κερδίζουν από την κρίση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου