Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας. Η επίδραση του έργου του στην ιστορική εξέλιξη της πορείας της Ευρώπης, των χωρών της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι εξ ίσου σημαντική με εκείνη του Μ. Αλεξάνδρου και του Καίσαρα.
Έχοντας μεγάλα πολιτικά προσόντα , αναδιοργάνωσε ολόκληρο τον κρατικό του μηχανισμό και έδωσε στη Αυτοκρατορία του συνεκτική ιδεολογική σπονδυλική στήλη με τον τονισμό της ιερότητας του προσώπου του Αυτοκράτορα.
Στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας επέφερε θεσμικές μεταβολές με αποτέλεσμα ένα κράτος πιο ιεραρχημένο, πιο γραφειοκρατικό και στόχο πιο ελέγξιμο από τον ίδιο.
Διαχώρισε την άσκηση πολιτικής εξουσίας από την άσκηση στρατιωτικής εξουσίας στις επαρχίες.
Ο επαρχιακός διοικητής έχει μόνο πολιτικές-φορολογικές αρμοδιότητες.
Ο στρατιωτικός διοικητής έχει μόνο την ευθύνη διαφύλαξης από επιδρομές βαρβάρων και τήρηση της δημόσιας τάξης.
Οι επαρχίες ομαδοποιήθηκαν σε διοικήσεις υπό έναν αντιπρόσωπο του (vicarius).
Αυτός ήλεγχε τους επαρχιακούς διοικητές και αναφέρονταν απευθείας στον Αυτοκράτορα.
Έτσι δημιουργείτο ένα ενδιάμεσο επίπεδο ελέγχου ανάμεσα σε επαρχία και στον Αυτοκράτορα.
Καθιέρωσε ιεραρχία τιμής των αξιωμάτων (illustres, spectabiles, clarissimi).
Οι αξιωματούχοι εξαρτώνται απόλυτα από τον Αυτοκράτορα.
Δημιούργησε αξιώματα στο Παλάτι με ισχυρές αρμοδιότητες και γραφειοκρατία, για την Αυτοκρατορική φρουρά, για την παραγωγή των νόμων, για τα δημόσια οικονομικά, για την αυτοκρατορική περιουσία. Η άσκηση διοίκησης έγινε σταδιοδρομία ζωής με βαθμούς και μισθούς.
Σύνδεσε την διοίκηση με φορολογία, ώστε κάθε περιοχή είναι χαρτογραφημένη φορολογικά.
Η διοίκηση έχει ως αρμοδιότητα να μετρά, να καταγράφει και να εισπράττει τους φόρους.
Η διοικητική αυτή δομή διατηρήθηκε περίπου έως τα μέσα του 7ου αιώνα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αλλά στο Δυτικό Τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρευσε τον 5ο αιώνα.
Η νομισματική πολιτική του Κωνσταντίνου ήταν μία από τις πιο επιδραστικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με συνέπειες που επηρέασαν τη μεσαιωνική και ακόμη και τη νεότερη νομισματική ιστορία της Ευρώπης.
Κληρονόμησε από την πολιτική των προκατόχων του του 3ου μ.Χ. αιώνα μεγάλο οικονομικό πρόβλημα που συνίστατο σε συνεχή υποτίμηση του νομίσματος (μείωση περιεκτικότητας σε πολύτιμο μέταλλο) που είχε οδηγήσει σε πληθωρισμό και κατάρρευση εμπιστοσύνης στο νόμισμα.
Επίσης είχε δημιουργήσει δυσκολία στις πληρωμές σε πραγματική αξία και στην φορολογία. Τα ασημένια και χάλκινα νομίσματα είχαν ουσιαστικά χάσει την αξία τους.
Ο Κωνσταντίνος εισήγαγε από το 312έως το 324 μ.Χ. στην οικονομία νέο χρυσό νόμισμα τον Solidus. Ο Solidus είχε σταθερό καθαρό χρυσό βάρους 4,5 γραμμαρίων. Ο solidus αποκατέστησε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα. Ήταν το πιο σταθερό νόμισμα της μεσαιωνικής ιστορικής περιόδου.
Δεν υποτιμήθηκε από τους διαδόχους του Αυτοκράτορες μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ. Αναδείχθηκε ως το βασικό νόμισμα του διεθνούς εμπορίου των μεγάλων συναλλαγών, το νόμισμα των μισθών του στρατού και καταβολής φόρων.
Ο πληθωρισμός τιθασεύτηκε . Η τιμή του ψωμιού στην Κων/πολη από το 380 μ.Χ. έως τον 11ο αιώνα παρέμεινε σταθερή.
Το 314 μ.Χ. εκδόθηκε στο πλαίσιο της κοινής νομοθεσίας της περιόδου όπου ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος ήταν ακόμη συναυτοκράτορες το διάταγμα που καθιέρωνε τον φόρο του “χρυσάργυρου” για την ενίσχυση των δημοσιονομικών της Αυτοκρατορίας.
Αυτό δείχνει ότι η ολοκληρωμένη θέσπισή του δεν ήταν προσωπική έμπνευση του Κωνσταντίνου. Εντάσσετο στο γενικότερο διοικητικό σύστημα που κληροδοτήθηκε από περίοδο του Διοκλητιανού. Ήταν συνέχεια της τετραρχικής φορολογικής λογικής .
Η πολιτική του στα ζητήματα της θρησκείας ήταν μια σταδιακά εξελισσόμενη πλήρης ανατροπή της θρησκευτικής πολιτικής που είχαν ασκήσει έως τότε οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες.
Αν και μέχρι τον θάνατό του διατήρησε το αξίωμα του Μεγάλου Ποντίφικα , γενικού επόπτη της λατρείας όλων των θεοτήτων της Αυτοκρατορίας του, το σημαντικότερο έργο του είναι ότι , εφ΄ενός μεν νομιμοποίησε την Χριστιανική Εκκλησία , αφ΄ ετέρου προέβη σε καταλυτικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της .
Οι πολιτικές αυτές πράξεις του ήταν αποφασιστικές για την μετέπειτα θεσμική εξελικτική διαδικασία καθιέρωσης του Χριστιανισμού, ως της επίσημης επικρατούσης θρησκείας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (RELIGIO IMPERII), από τον Μέγα Θεοδόσιο και την περαιτέρω εξελικτική διαδικασία ρυθμίσεως των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας μέχρι σήμερα.
Όταν ο Κων/νος ανέλαβε το 306 μ.Χ. το αξίωμα του Καίσαρα και στη συνέχεια του Αυτοκράτορα (Αύγουστος της Δύσης), υιοθετώντας πολιτική ανοχής προς τους Χριστιανούς, όπως και ο πατέρας του Κωνστάντιος.
Το 311 μ.Χ. ο Γαλέριος στη Σερδική, με ένα διάταγμά του, αφού ομολόγησε την αποτυχία των διωγμών , ανακάλεσε τα μέτρα κατά των Χριστιανών, αλλά τους παράγγελνε να τελούν τις συνήθεις λειτουργίες τους έτσι ώστε να μην ενεργούν ενάντια στην δημόσια τάξη και να προσεύχονται υπέρ του Αυτοκράτορα.
Το 312 μ.Χ. όταν ο Κων/νος ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά του Μαξεντίου. Ευρισκόμενος προ της αποφασιστικής μάχης, επέλεξε και ανέπεμψε προσευχές και στον Θεό των Χριστιανών, ικετεύοντας και παρακαλώντας τον να του δείξει την εύνοιά του.
Ο Ευσέβιος γράφει ότι με “ οπτασίαν ο θεός παρέσχε σταυρόν εκ φωτός εν ουρανώ μεσημβρία και γραφήν παραινούσαν” που έλεγε “τούτο νίκα”. Το ίδιο “σημείο” είδε και στο όνειρό του και απεφάσισε και έφτιαξε την σταυρική σημαία ως το λάβαρο του στρατού του.
Όταν νικητής του Μαξεντίου εισήλθε θριαμβευτής στη Ρώμη, έκανε προς τον Θεό των Χριστιανών “ευχαριστήρια ευχή” θεωρώντας τον “υπαίτιο της νίκης” του .
Με έκδοση διατάγματος επέστρεψε τις περιουσίες των χριστιανών και των Εκκλησιών των που είχαν κατασχεθεί και επανέφερε τους εξόριστους από τις εξορίες τους .
Αρχές του 313 μ.Χ. έστειλε επιστολή στον Αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας Μαξιμίνο Δάϊα υποδεικνύοντας να τερματίσει τους διωγμούς των Χριστιανών. Την ίδια χρονιά όπως και αργότερα το 315 μ.Χ. δεν προέβη στην συνήθη θυσία στον Καπιτόλιο Δία.
Από το 312–319 με διατάγματά του απήλλαξε το χριστιανικό κλήρο από προσωπικούς φόρους (capitatio) και υποχρεωτικές δημόσιες υπηρεσίες (munera) . Στον Επίσκοπο της Καρχηδόνας έκανε σημαντική χρηματική δωρεά και στον Επίσκοπο Ρώμης παραχώρησε το ανάκτορο του Λατερανού και τα κτήματα που ανήκαν σ΄αυτό και διέταξε την ανέγερση ενός ναού στο “Σωτήρα Χριστό” στη Ρώμη.
Επόμενο βήμα στην εξελικτική πορεία διαμόρφωσης της πολιτικής αυτής ήταν η επισημοποίηση της πολιτικής της ανεξιθρησκίας , που έγινε με θεσμοθέτημα το γνωστό ως “Διάταγμα των Μεδιολάνων” που εκδόθηκε το 313 μ.Χ.
Το διάταγμα αυτό συνεκδόθηκε με τον Λικίνιο και είναι καταχωρημένο σε ελληνική μεταφραση από τον ιστορικό Ευσέβιο στην “Εκκλησιαστική Ιστορία” του (Χ,V, 4-5) και από τον Λατίνο συγγραφέα Λακτάντιος στο De Mortibus Persecutorum (κεφ. 48).. Αναφέρεται σ΄αυτό “….
Κρίναμε λοιπόν πολύ σωστό και πρέπον ... σε κανέναν να μην αρνηθούμε την ευκαιρία να αφοσιωθεί είτε στην θρησκεία των Χριστιανών είτε σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία νομίζει ότι του ταιριάζει καλύτερα….
Με αυτόν τον τρόπο ελπίζουμε ότι η θεία εύνοια, την οποία ήδη έχουμε δοκιμάσει σε πολλές περιστάσεις, θα συνεχίσει να μας ευεργετεί και να εξασφαλίζει τη δημόσια ευημερία.”
Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων η Εκκλησία αποκτά ελευθερία ύπαρξης και δράσης και αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (corpus legitimum),αναγνωρισμένο σωματείο με περιουσία (collegium corpus) που είχε υποχρεωτικά επίσημο διαχειριστή (oeconomus)
Το 314 μ.Χ ο Κων/νος αναμείχθηκε ενεργά στο εκκλησιαστικό ζήτημα που είχαν ανακινήσει οι δονατιστές τής Β. Αφρικής για την διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης. Συγκάλεσε σύνοδο 44 Επισκόπων στην Αρελάτη της Γαλατίας.
Σχετικά με την ενέργεια αυτή του Κων/νου πρέπει όμως να σημειώθεί ότι, με αυτήν, γίνεται παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, του Κράτους, στην εσωτερική λειτουργία της Εκκλησίας με αποτέλεσμα να δυναμιτίζεται έτσι η έως τότε ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της. Ο Δονατισμός καταδικάστηκε από τη Σύνοδο αυτή.
Σημαντική επίσης πολιτική επιτυχία του Κων/νου ήταν το γεγονός ότι, στους κανόνες που συνέταξαν οι συνοδικοί στη σύνοδο της Αρελάτης και ρύθμιζαν προβλήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των κληρικών και τον βίο των λαϊκών χριστιανών περιλαμβάνονταν και οι εξής κανόνες .
“ Οι στρατιωτικοί μπορούν να υπηρετούν στον ρωμαϊκό στρατό, αρκεί ν’ απέχουν από ειδωλολατρικές τελετές (μυστήρια).” Επίσης έγινε δεκτό να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να κατέχουν κρατικά αξιώματα της Αυτοκρατορίας, συμβιβαζόμενα με την χριστιανική διδασκαλία. Την ανάληψη κρατικών αξιωμάτων την απέφευγαν έως τότε οι χριστιανοί, γιατί απαιτούσε υποχρεωτικά θυσία στους επίσημους θεούς της Ρώμης.
Παράλληλα ο Κων/νος προσέφερε μεγάλες χορηγίες στις χριστιανικές Εκκλησίες για την ανέγερση μεγαλύτερων και ψηλότερων “ευκτηρίων οίκων” και με πολλά αφιερώματα λάμπρυνε τους “σεβαστούς χώρους μαρτύρων”.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι κατ΄ αντίθεση οι πόροι των πρωτοϊδρυομένων Εκκλησιών ως τότε προέρχονταν από εκούσιες εισφορές των πιστών των και μεταξύ των Εκκλησιών υπήρχε αλληλοβοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των πτωχών μελών των. (Πράξεις των Αποστόλων Κεφ. ΙΑ 28-30, ΛΗ΄ Αποστολικός Κανόνας).
Το 316 μ.Χ. προχώρησε ο Κων/νος σε περαιτέρω επέμβαση στα της διοίκησης της Εκκλησίας όταν πήρε αποφασιστικά θέση υπέρ του Επισκόπου Καρχηδόνας Καικιλιανού και διέταξε τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους της περιοχής να επιβληθούν δια της ΒΙΑΣ στους δονατιστές.
Επισημαίνουμε εδώ ότι για πρώτη φορά η κρατική εξουσία δια της βίας επιβάλει την τήρηση των αποφάσεων εκκλησιαστικών οργάνων, πράξη ολέθρια, που συνεχίστηκε από τους επομένους Αυτοκράτορες συνέχεια στην ιστορική πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων.
Το 315μ. Χ. εξέδωσε διάταγμα που κατάργησε ως ποινή τον σταυρικό θάνατο και απαγόρευε να σημαδεύονται στο πρόσωπο με πυρωμένο σίδερο οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστική εργασία στα μεταλλεία. Το 325μ.Χ. άλλο που απαγόρευσε τις αιματηρές μονομαχίες. Οι μονομαχίες στο Κολοσσαίο απαγορεύτηκαν απολύτως το 404 μ.Χ. και οι θηριομαχίες το 523 μ.Χ.
Η συμπεριφορά του Κων/νου απέναντι στους αιχμαλώτους περιγράφεται από τον Ευσέβιο ως εξής. “συμβούλευε τους στρατιώτες του ...να αντιμετωπίζουν με κατανόηση τους αιχμαλώτους και να μη λησμονούν ως άνθρωποι την κοινή τους φύση.
Κι αν κάποτε παρατηρούσε ότι η ορμή των στρατιωτών του ήταν ανεξέλεγκτη, τους συγκρατούσε με διανομή χρημάτων, διατάζοντας να πληρώνεται τιμητικά με καθορισμένο χρηματικό ποσό όποιος έπιανε αιχμάλωτο κάποιον εχθρό.”
Το 318 μ.Χ. Θεσμοθέτησε με διάταγμά του για τους Επισκόπους δικαστικές αρμοδιότητες (την επισκοπική ακρόαση). (διασώζεται στο Codex Theodosianus 1.27.1). «Εάν οι δύο διάδικοι συμφωνήσουν, μπορούν να προσφύγουν στον Επίσκοπο, και η απόφασή του θα ισχύει ως νόμιμη, χωρίς δυνατότητα έφεσης.»
Το 321 μ.Χ. θεσμοθέτησε ημέρα ανάπαυση (Codex Justinianus 3.12.2) την Dies Solis για στρατιώτες, υπαλλήλους και πολίτες. Αν και διατυπωμένη με ουδέτερο, ηλιολατρικό ύφος για λόγους πολιτικής ισορροπίας, συνδέθηκε με τη χριστιανική Κυριακή.
Το 321 μ.Χ. κατοχύρωσε νομοθετικά και το δικαίωμα κληροδοσίας με διαθήκη περιουσίας προς την Εκκλησία. (Codex Theodosianus 16.2.4 «Επιτρέπεται στους επισκόπους, στους κληρικούς και σε όλους όσοι παραμένουν στην πίστη του καθολικού νόμου, να κληροδοτούν ή να δωρίζουν τις περιουσίες τους στις αγιώτατες εκκλησίες, είτε με διαθήκη είτε εν ζωή.»
Επίσης συμπεριφερόμενος φιλάνθρωπα έκανε διανομές χρημάτων, ενδυμάτων και τροφής σε πένητες και φτωχούς, χήρες και ορφανά.
Το 324 μ.Χ. ο Κων/νος έγινε μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αφού κατανίκησε τον Λικίνιο. Τότε καθιέρωσε και τη χριστιανική σημαία, το λάβαρο.
Το 325 μ.Χ. ο Μ. Κων/νος προκειμένου να διασφαλίσει την πολιτική ενότητα και κοινωνική ειρήνη , με διάταγμά του συνεκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, για να αντιμετωπιστεί η αρειανική έριδα. Η έριδα αυτή δίχαζε την Εκκλησία.
Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Έλαβαν μέρος 318 Επίσκοποι. Η σύνοδος εξέδωσε το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας (α΄ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και εξέδωσε είκοσι κανόνες. Καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διακήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα.
Στη ίδια Σύνοδο ορίστηκε ότι ο εορτασμός του Πάσχα να γίνεται ενιαία από όλους τους χριστιανούς την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας του Ιουλιανού ημερολογίου.
Ο Ευσέβιος μας περιγράφει ως εξής την είσοδο του Κων/νου στην αίθουσα έναρξης της συνόδου. “…..με την αρμόζουσα κοσμιότητα πήραν τις θέσεις τους οι συνοδικοί, επικράτησε απόλυτη σιγή σε όλους, καθώς περίμεναν την είσοδο του βασιλιά και μπήκε πρώτα ένας και έπειτα δεύτερος και ύστερα τρίτος από την ακολουθία του βασιλιά.
Προηγήθηκαν ύστερα και άλλοι, .... Κι αφού σηκώθηκαν όλοι όρθιοι με το σύνθημα που δήλωνε την είσοδο του βασιλιά, πρόβαλε ανάμεσά τους ο ίδιος ο βασιλιάς σαν κάποιος ουράνιος άγγελος του Θεού, απαστράπτοντας με την λαμπρή περιβολή του σαν με φωτοχυσία, κοσμούμενος από το διαυγές φως του χρυσού και των πολυτίμων πετραδίων……..και όταν προχώρησε και στάθηκε στην κεφαλή των καθισμάτων,όπου είχε τοποθετηθεί γι΄ αυτόν ένα μικρό ΧΡΥΣΟ κάθισμα, ...
Έπειτα σηκώθηκε αμέσως ο επίσκοπος που καθόταν πρώτος στη δεξιά σειρά..και απηύθυνε έναν σύντομο λόγο, προσφωνώντας τον βασιλιά και αναπέμποντας ευχαριστήριο ύμνο στον παντοκράτορα Θεό υπέρ αυτού…..”
Ο Κων/νος στη συνέχεια ως Πρόεδρος της συνόδου εκφώνησε λόγο δηλώνοντας ότι “κατήγαγε τις νίκες κατά των εχθρών με την επίνευση και τη βοήθεια του Θεού” και ζήτησε μια κοινή ομόφωνη γνώμη όλων, μια κοινή συμφωνία, επιδιώκοντας την ενότητα της πίστης των Χριστιανών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ειρήνη και η κοινωνική σταθερότητα στην Αυτοκρατορία του.
Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε το εξής: Ο αβάπτιστος αυτοκράτορας ήταν αυτός που όρισε το μέρος της συνόδου, αυτός που προσκάλεσε τους συνοδικούς, αυτός που προέδρευε στη σύνοδο, αυτός παρέμβαινε στις συζητήσεις με τον περίεργο τίτλο “Επίσκοπος των έξω”.
Αν και η όλη του παρουσία και συμπεριφορά του Κων/νου κατά και μετά την σύνοδο δεν ήταν εναρμονισμένη με εκείνη που ο Κύριος μας περιέγραψε για τους έχοντες εξουσία (Μαρκ. Κεφ. Ι 42-45), εντούτοις είναι θετικό από μέρους του ότι καθιέρωσε ως επίσημο θεσμό τις συνόδους των Επισκόπων, που τις είχε απαγορεύσει ο Λικίνιος.
Σημαντικό να επισημανθεί είναι το και γεγονός ότι στον 6ο κανόνα της Οικουμενικής Συνόδου επισφραγίστηκε η δικαιοδοσία των επισκόπων Ρώμης, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας πέρα από τα διοικητικά όρια των επαρχιών των ενισχύοντας έτσι τον συγκεντρωτισμό στη διοίκηση της Εκκλησίας.
Έκτοτε, όλες τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσαν οι Αυτοκράτορες και με διατάγματά των κύρωναν τις αποφάσεις των και επέβαλαν την τήρησή των.
Αμέσως μετά το πέρας της Συνόδου, ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε διάταγμα που επικυρώνει και καθιστά δεσμευτικές τις αποφάσεις της Συνόδου. Το πλήρες λατινικό πρωτότυπό του δεν διασώζεται , διασώθηκε όμως αυτούσιο στο έργο του Ευσέβιου Καισαρείας,(Ζωή Κωνσταντίνου, Γ΄, 18–19).
«Ὅσα ἐν Νικαίᾳ δι’ ἐμοῦ καὶ πρὸς θείαν χάριν ἐπὶ τῆς ἁγίας συνόδου ἐγένετο, τὰῦτα ἔστω κραταιὰ καὶ νόμου ἰσχύι κεκυρωμένα·ἵνα μηδείς τολμήσῃ τῶν ἱερέων ἢ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐναντιοῦσθαι.».
Με το διάταγμα αυτό έμμεσα ο Μ. Κων/νος κηρύσσει παρανόμους τους αιρετικούς αρειανούς και διωκτέους με βάση την κρατική εξουσία. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε εδώ ότι αυτό αντίκειται στο διάταγμα περί ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων και στο του Ευαγγελίου “Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν....”
Οι τότε Επίσκοποι της Εκκλησίας εξέλαβαν όλες αυτές τις πράξεις του Κων/νου σε μεγάλο βαθμό ως παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας και στο πρόσωπο του Κων/νου το όργανο του Θεού.
Αυτό προκύπτει και στα όσα γράφει ο Ευσέβιος Καισαρείας στο βιβλίο του “Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου”. “….ο Κωνσταντίνος είχε γίνει ο μόνος αγαπητός στον παμβασιλέα Θεό από όλους που ποτέ άσκησαν εξουσία στους Ρωμαίους , έγινε ολοκάθαρο παράδειγμα θεοσεβούς ζωής σε όλους τους ανθρώπους.
Αυτά τα πιστοποιούσε με καθαρές αποφάσεις ο ίδιος ο Θεός ….προβάλλοντας τον άνδρα στο θνητό γένος ως διδάσκαλο θεοσεβούς υποδείγματος…...αφού τον κατέστησε ως το μεγαλύτερο αστέρι και τον πιο μεγαλόφωνο κήρυκα της αληθινής θεοσέβειας, σε μόνον αυτόν αποκάλυψε τα εχέγγυα της θεοσέβειάς του με τα κάθε είδους αγαθά που είχε χορηγήσει σ΄ αυτόν …
Αυτός λοιπόν ….ομολογώντας ότι είναι υπηρέτης του παμβασιλέα (Θεού), ο Θεός ανταμείβοντας αυτόν ανάλογα τον καθιστά κύριο και δεσπότη και νικητή”.
Με βάση αυτές τις αντιλήψεις και πεποιθήσεις διαμορφώθηκε και θεμελιώθηκε στην πολιτική ζωή, ως απόλυτη αλήθεια, το πολιτικό δόγμα της “ελέω Θεού Βασιλείας”, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε στην πολιτική ζωή των χριστιανικών λαών μέχρι και τον 19ο αιώνα.
Το επόμενο έτος 326 μ.Χ. στη Ρώμη δεν θυσίασε στο Δία σύμφωνα με το έθιμο ως Μέγας Ποντίφικας, αλλά εκδηλώνοντας τις νέες του θρησκευτικές πεποιθήσεις επίσημα έδωσε διαταγή και χτίστηκαν στην πόλη Χριστιανικοί Ναοί με γενναιόδωρη κρατική επιδότηση. Επίσης έκτισε μεγαλοπρεπή ναό στην Αντιόχεια και διέταξε την ανέγερση του ναού του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Η κατασκευή του κράτησε 9 χρόνια και ονομάστηκε ναός της Αναστάσεως.
Μετά την σύνοδο της Νικαίας ο Κων/νος εξόρισε στη Γαλατία, όσους Επισκόπους εναντιώνονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, τον δε Άρειο τον εξόρισε στην Ιλλυρία. Η έριδα όμως γύρω από την αίρεση του Αρείου εξακολουθούσε και κατά καιρούς έπαιρνε επικίνδυνες διαστάσεις για την δημοσία τάξη.
Το 327 μ.Χ. έγινε σύνοδος Επισκόπων με πλειοψηφία Αρειανών που αποφάσισε την αναίρεση του αφορισμού του Αρείου, τον οποίο όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί ο Επίσκοπος Αλέξανδρος της Αλεξάνδρειας και ο διαδεχθείς αυτόν το 328 μ.Χ. Μ. Αθανάσιος.
Ο Μ.Κων/νος το 334 μ. Χ. Και το 335 μ.Χ. συνεκάλεσε σύνοδο στην Καισάρεια και στην Τύρο των Επισκόπων της Ανατολής, όπου πέρα από τις δογματικές διαφορές ανεφύησαν και προσωπικές διαφορές μεταξύ των αντιπάλων μερίδων. Οι σύνοδοι αυτοί ήταν άκαρποι.
Αρειανοί Επίσκοποι, εχθροί του Αθανασίου, τον κατηγόρησαν για πολιτική αντιπολίτευση στον Κων/νο. Ο Κων/νος τον κάλεσε σε ακρόαση. Αυτός πιστός στο ορθόδοξο δόγμα, με αποφασιστικό θάρρος αντιστάθηκε στην κοσμική εξουσία υπερασπιζόμενος την αυτονομία της Εκκλησίας, αλλά την πολιτική κατηγορία δεν μπόρεσε να αντικρούσει με πιστικότητα και ο Κων/νος τον εξόρισε στους Τρεβήρους της Γαλατίας.
Έχοντας δυνατό πολιτικό αισθητήριο ο Κων/νος είχε αντιληφθεί ότι το ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας του με τον ομοιογενή πληθυσμό του συμβάλει δυναμικά στην πολιτισμική και οικονομική εξέλιξη της. Γι΄αυτό επέλεξε ως πρωτεύουσα του το 326 μ.Χ. τη μικρή Ελληνική πόλη του Βυζαντίου στο Ανατολικό Τμήμα της Αυτοκρατορίας του .
Στη νέα του πρωτεύουσα έδωσε χριστιανικό χαρακτήρα και διέταξε να χτισθεί ναός επισκοπικός προς τιμήν της “Αγίας Σοφίας” και ένας άλλος αφιερωμένος στην “Αγία Ειρήνη”.Ο Κων/νος δεν κατασκευασε στην Κων/πολη “Ναό του Καπιτολίου Δία” κατ΄ απομειμιση της Ρώμης. Πλησίον του Ιπποδρόμου ανήγηρε το παλάτιό του μεγαλοπρεπέστατο και ογκοδέστατο με πολλές αίθουσες και βιβλιοθήκες.
Το 327μ.Χ. η μητέρα του Ελένη, στην οποία είχε δώσει τον τίτλο της Αυγούστας, πραγματοποίησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους όπου βρήκε τον Τίμιο Σταυρό.
Το 330 μ.Χ. έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας του Πρωτεύουσας της Κωνσταντινούπολης.
Το 337 μ.Χ. ο Κων/νος ασθένησε σοβαρά, ζήτησε και εξομολογήθηκε για τις αμαρτίες του σε Επίσκοπο και στη συνέχεια βαπτίστηκε από τον Επίσκοπο Ευσέβιο της Νικομηδείας. Η βάπτισή του ήταν η συνεπής κατάληξη μιας μακράς εξελεκτικής πορείας προς την Χριστιανική πίστη.
Ωστόσο πριν ακόμη βαπτισθεί θεωρούσε τον εαυτό του συνθεράποντα των Επισκόπων και διατήρησε ως το τέλος την πεποίθηση ότι “….ότι βουλήσει Θεού έσχε το βασιλεύειν”. Πέθανε στις 22 Μαϊου του 337 μ. Χ. Λίγο πριν πεθάνει διέταξε την ανάκληση από την εξορία του Αθανασίου.
Ο Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας επέφερε θεσμικές μεταβολές με στόχο και αποτέλεσμα ένα κράτος πιο ιεραρχημένο, πιο γραφειοκρατικό και πιο ελέγξιμο από τον ίδιο.
Διαχώρισε την πολιτική από την στρατιωτική εξουσίας στις επαρχίες.
Ο επαρχιακός διοικητής έχει μόνο πολιτικές-φορολογικές αρμοδιότητες.
Ο στρατιωτικός διοικητής έχει μόνο στρατιωτική ευθύνη, διαφύλαξης από επιδρομές βαρβάρων και τήρηση της δημόσιας τάξης.
Οι επαρχίες ομαδοποιούνται σε διοικήσεις υπό έναν αντιπρόσωπο του (vicarius).
Αυτός ήλεγχε τους επαρχιακούς διοικητές και αναφέρονταν απευθείας στον Αυτοκράτορα.
Δημιουργείτο έτσι ενδιάμεσο επίπεδο ελέγχου ανάμεσα σε επαρχία και στον Αυτοκράτορα.
Δημιούργησε αξιώματα στο Παλάτι με ισχυρές αρμοδιότητες και γραφειοκρατία, για την Αυτοκρατορική φρουρά, για την παραγωγή των νόμων, για τα δημόσια οικονομικά, για την αυτοκρατορική περιουσία.
Η άσκηση διοίκησης γίνεται σταδιοδρομία ζωής με βαθμούς και μισθούς. Καθιέρωσε ιεραρχία τιμής των αξιωμάτων (illustres, spectabiles, clarissimi).
Οι αξιωματούχοι εξαρτώνται απόλυτα από τον Αυτοκράτορα.
Σύνδεσε την διοίκηση με φορολογία, ώστε κάθε περιοχή είναι χαρτογραφημένη φορολογικά.
Η διοίκηση έχει ως αρμοδιότητα να μετρά, να καταγράφει και να εισπράττει τους φόρους.
Η διοικητική αυτή δομή διατηρήθηκε περίπου έως τα μέσα του 7ου αιώνα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αλλά στο Δυτικό Τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρευσε με την κατάλυσή της τον 5ο αιώνα.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
Ο ίδιος στην πρώτη επιστολή προς τους υπηκόους του της Ανατολικής επικράτειας , την οποία καταχωρεί ο Ευσέβιος έγραφε “Βέβαια δεν είναι αλαζονεία να υπερηφανεύομαι ομολογώντας ότι τα καλά μου έργα έγιναν με την χάρη του Θεού.
Γιατί ζήτησε την υπηρεσία μου, υπακοή στη βούλησή του και αποφάσιζε, αρχίζοντας από εκείνη την θάλασσα των Βρεττανών….και διασκορπίζοντας όλα τα δεινά που υπήρχαν, να επανέλθει το ανθρώπινο γένος στην υπακοή στον σεμνότατο νόμο διδασκόμενο με την δική μου υπηρεσία κι συνάμα να ενισχυθεί η αξιομακάριστη πίστη με χειραγωγό το Θεό…
Γενικά έχω πιστέψει ακράδαντα ότι την ψυχή μου όλη και ότι αναπνέω και καθε τι που κινείται στα βάθη του μυαλού μου, όλα αυτά τα οφείλω στον μέγιστο Θεό.”
Τι είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος; Αυτός που έκανε τον Χριστιανισμό μια αυτοκρατορική θρησκεία; Ο παγανιστής που ευνόησε το Χριστιανισμό για πολιτικούς λόγους; Ο μεγάλος Χριστιανός πολέμαρχος; Τίποτα από αυτά.
Ο ίδιος κάποτε είπε τα εξής: Ἔνθεν εἰκότως αὐτὸς ἐν ἑστιάσει ποτὲ δεξιούμενος ἐπισκόπους λόγον ἀφῆκεν, ὡς ἄρα καὶ αὐτὸς εἴη ἐπίσκοπος, ὧδέ πη αὐτοῖς εἰπὼν ῥήμασιν ἐφ’ ἡμετέραις ἀκοαῖς· “ἀλλ’ ὑμεῖς μὲν τῶν εἴσω τῆς ἐκκλησίας, ἐγὼ δὲ τῶν ἐκτὸς ὑπὸ θεοῦ καθεσταμένος ἐπίσκοπος ἂν εἴην”.
Δηλαδή με άλλα λόγια θα ήθελε (ευκτική) να είναι Επίσκοπος των εκτός της ενδιαφερόντων της Διοικούσας Εκκλησίας, δηλαδή Κυβερνήτης των βιοτικοκοινωνικών ζητημάτων.
Σε ό,τι αφορά την επιρροή του στα εντός της Εκκλησίας, ο Ράνσιμαν τουλάχιστον στη “Βυζαντινή Θεοκρατία” είναι κατηγορηματικός: συνεκάλεσε μεν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, όπως του ζητήθηκε, αλλά παρακάθησε σε μια άκρη απλώς και παρακολουθούσε τα θεσμικά εκκλησιαστικά πρόσωπα και τους Αγίους να συνομιλούν.
Μήπως όμως καταπίεσε το παγανιστικό θρήσκευμα; Για αυτό θα αρκούσε μια ανάγνωση αυτού του υπέροχου νομικού κειμένου που ακούει στο όνομα “Διάταγμα περί ανεξιθρησκείας” (313 μ.Χ.). Δεν ήταν ο Κωνσταντίνος ο άγιος και (κατά την Ιστορία) μέγας, αλλά ο Θεοδόσιος ο Α’ ο οποίος κατέστησε το Χριστιανισμό “επικρατούσα θρησκεία”, το 380 μ.Χ..
Μήπως παρά ταύτα προέβαλε ή προβλήθηκε από την Εκκλησία η μονοκρατορία του ως πρότυπο ή ανάλογο για τον μονοθεϊσμό στον Ουρανό;
Το μόνο κείμενο στο οποίο μπορεί να στηριχτεί μια τέτοια ιδέα είναι τα γραπτά του Ευσεβίου Καισαρείας, και ιδιαίτερα ο “Τριακονταετηρικός”, αλλά ο Ευσέβιος δεν είναι Άγιος της Εκκλησίας, αφού μάλιστα διακρινόταν για κακοδοξίες.
Στο έργο του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, για παράδειγμα, δεν υπάρχει πουθενά μια τέτοια ιδέα, όπως καταδεικνύεται στο βιβλίο του K. Μποζίνη
“Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ IMPERIUM ROMANUM”.
Μήπως τέλος είναι ο μεγάλος πολέμαρχος, που για αυτό το λόγο αγιοποιήθηκε από τον Ανώτερο Κλήρο; Ούτε μια τέτοια ιδέα βρίσκει ανταπόκριση μέσα στην Πατερική γραμματεία, αφού το γεγονός ότι ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε “ανήρ αιμάτων”, όπως ο Δαυίδ, σαφώς καταβίβασε την εκκλησιαστική αξία του, σύμφωνα με σημαντικούς Βίους Αγίων.
Αντιθέτως, ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε αυτός που κατεξοχήν αναβίβασε την αξία των φτωχών, των γυναικών, των δούλων, και τους υπερασπίστηκε από την αδικία και την καταπίεση, θεωρώντας αυτό ιερό χρέος του, προσδιορίζοντας έτσι εντελώς διαφορετικά τη “χριστιανική πολιτική” από αυτό που νομίζεται και προβάλλεται σήμερα εκ μέρους του αστοχριστιανισμού.
Νικήτας Αποστόλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου