Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

ΑΥΤΗ ΤΗ "ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗ" ΕΧΟΥΜΕ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΝΔΟΞΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΛΟΓΩ ΠΡΟΔΟΤΩΝ ΗΓΕΤΙΣΚΩΝ

 ΚΑΘΕ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ 90.000 ΔΟΛΑΡΙΑ – 7,8 ΔΙΣ/ΗΜΕΡΑ


Με έναν σχεδόν ασύλληπτο ρυθμό αυξάνεται πλέον το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ

Περίπου 90.000 δολάρια κάθε δευτερόλεπτο ή 7,8 δισ. δολάρια την ημέρα. Αυτή την εβδομάδα καταρρίφθηκε ακόμη ένα ιστορικό ορόσημο, καθώς το αμερικανικό χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια, προκαλώντας αυξανόμενη ανησυχία τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στις διεθνείς αγορές.

Κι ενώ οι Αμερικανοί έχουν αυτό το καλοκαίρι αρκετούς λόγους για να στρέψουν αλλού την προσοχή τους, από τους εορτασμούς για τα 250 χρόνια των ΗΠΑ μέχρι τον γάμο της Τέιλορ Σουίφτ και το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, τα προειδοποιητικά σημάδια στην οικονομία πληθαίνουν.

Όπως αναφέρει το BBC, το όριο των 40 τρισ. δολαρίων ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο. Ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το χρέος και, κυρίως, το ολοένα υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησής του επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: Για πόσο ακόμη μπορούν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να δανείζονται με αυτούς τους ρυθμούς χωρίς σοβαρές συνέπειες;
Πώς φτάσαμε στα 40 τρισ. δολάρια

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκαν σχεδόν 200 χρόνια για να φτάσει το δημόσιο χρέος τους για πρώτη φορά στο 1 τρισ. δολάρια, υπενθυμίζει η Μάγια ΜακΓκίνεας, πρόεδρος της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό.

Το ιστορικό αυτό όριο ξεπεράστηκε το 1981 και τότε είχε αντιμετωπιστεί ως ένα ισχυρό προειδοποιητικό σήμα.

«Αν ως έθνος χρειαζόμασταν μια προειδοποίηση, ας είναι αυτή», είχε δηλώσει τότε σε τηλεοπτικό διάγγελμα ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν. Στην 250ή επέτειο των ΗΠΑ, η αμερικανική κυβέρνηση δαπανά περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια μόνο για τους τόκους του χρέους της.

Η εκτίναξη του χρέους στα 40 τρισ. δολάρια αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου κατά την οποία οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονταν ταχύτερα από τα κρατικά έσοδα.

Οι δαπάνες εκτινάχθηκαν τόσο επί κυβερνήσεων Ντόναλντ Τραμπ όσο και επί Τζο Μπάιντεν, ενώ το κόστος κοινωνικών προγραμμάτων συνέχισε να αυξάνεται. Την ίδια στιγμή, οι φορολογικές μειώσεις περιόρισαν τα έσοδα του Δημοσίου.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης οι διαδοχικές κρίσεις. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και στη συνέχεια η πανδημία του κορονοϊού ανάγκασαν την Ουάσιγκτον να καταφύγει σε τεράστιο πρόσθετο δανεισμό.

Στην εξίσωση προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια και τα υψηλότερα επιτόκια, τα οποία επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Έτσι, όχι μόνο αυξήθηκε το συνολικό χρέος, αλλά έγινε πολύ ακριβότερη και η εξυπηρέτησή του.

Το χρέος διπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία

Στην αρχή της πρώτης προεδρικής θητείας του Τραμπ, το αμερικανικό δημόσιο χρέος βρισκόταν λίγο κάτω από τα 20 τρισ. δολάρια. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία έχει πλέον διπλασιαστεί.

Σύμφωνα με τη Μικτή Οικονομική Επιτροπή του Κογκρέσου, το ποσό αυξάνεται σήμερα κατά περίπου 90.000 δολάρια κάθε δευτερόλεπτο, δηλαδή κατά 7,8 δισ. δολάρια ημερησίως.

Και η μεγάλη διαφορά σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια βρίσκεται στα επιτόκια. «Αυτό που είναι πολύ διαφορετικό σήμερα σε σχέση με μία δεκαετία πριν είναι το επίπεδο των επιτοκίων», εξηγεί ο Έρικ Σουάνσον, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και οικονομολόγος της Federal Reserve.

Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια στις ΗΠΑ βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα πολλών δεκαετιών. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στους φόβους για τον πληθωρισμό, αλλά και στις ανησυχίες των επενδυτών για το τεράστιο μέγεθος του κυβερνητικού δανεισμού.
Οι αγορές ζητούν μεγαλύτερες αποδόσεις

Η αγορά ομολόγων απαιτεί πλέον υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Οι επενδυτές ανησυχούν για την τεράστια συσσώρευση χρέους, ενώ η κυβέρνηση έχει πλέον να ανταγωνιστεί και τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες δανείζονται επίσης τεράστια ποσά προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη.

Με άλλα λόγια, κράτος και επιχειρήσεις διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων των επενδυτών. «Όταν αυξάνονται τα επιτόκια, γίνεται ακριβότερη η χρηματοδότηση του ελλείμματος», εξηγεί ο οικονομολόγος Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, καθηγητής στο Wharton School.

 Οι πληρωμές τόκων για το δημόσιο χρέος είναι σήμερα 15% υψηλότερες σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Πλέον απορροφούν σχεδόν το 20% των φορολογικών εσόδων των ΗΠΑ – ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από τις αμυντικές δαπάνες, όπως επισημαίνει ο Ελ-Εριάν.



Πρέπει να ανησυχούν οι αγορές;

Οι ΗΠΑ πλησιάζουν πλέον το όριο χρέους των 41,1 τρισ. δολαρίων, ενώ σύμφωνα με τις προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το χρέος θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 64 τρισ. δολάρια έως το 2036.


Οι οικονομολόγοι, πάντως, επισημαίνουν ότι η κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη σε σημείο κρίσης.

Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και, κυρίως, ότι το δολάριο αποτελεί το βασικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, τους δίνει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια από ό,τι θα είχε οποιαδήποτε άλλη χώρα με αντίστοιχη δημοσιονομική εικόνα.

Ο Ελ-Εριάν το περιγράφει χαρακτηριστικά ως ένα «κίτρινο φως που αναβοσβήνει» και όχι ακόμη ως κόκκινο συναγερμό.

Υπάρχουν, άλλωστε, χώρες με ακόμη μεγαλύτερο χρέος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας τους. Το αμερικανικό χρέος αντιστοιχεί περίπου στο 126% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της G7, όπως η Ιαπωνία και η Ιταλία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο: η διάθεση των επενδυτών να δανείζουν την αμερικανική κυβέρνηση αγοράζοντας ομόλογα σταδιακά μειώνεται.


Αυτό μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο. Η κυβέρνηση αναγκάζεται να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις για να προσελκύσει επενδυτές, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
«Ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ δεν μένει στις ΗΠΑ»

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αμερικανική οικονομία. Όταν αυξάνεται το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ, η επίδραση μεταφέρεται στις διεθνείς αγορές, συμπαρασύροντας προς τα πάνω τα επιτόκια και σε άλλες οικονομίες.

«Ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ δεν μένει ποτέ στις ΗΠΑ», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ελ-Εριάν. Ο Τσάρλι Μπιν, ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο London School of Economics, προειδοποιεί ότι υπάρχει ένα επίπεδο χρέους πέρα από το οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα μεγάλο κύμα πωλήσεων αμερικανικών ομολόγων, προκαλώντας αναταραχή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι αυτό το όριο. «Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός ώστε να μπορούμε να πούμε ότι στο 150% θα συμβεί καταστροφή, αλλά στο 145% είμαστε ασφαλείς», εξηγεί.



Τι σημαίνει για τους Αμερικανούς

Οι συνέπειες του υψηλού χρέους μπορούν να φτάσουν άμεσα στην τσέπη των πολιτών. Τα νοικοκυριά είναι πιθανό να βρεθούν αντιμέτωπα με υψηλότερα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια, στα δάνεια αυτοκινήτου και στις πιστωτικές κάρτες, με τα χαμηλότερα εισοδήματα να πλήττονται περισσότερο.

Υπάρχει και μία δεύτερη επίδραση: όταν αυξάνεται το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, ένα μέρος του μετακυλίεται στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.

Έτσι, όπως σημειώνει η ΜακΓκίνεας, το κόστος του χρέους «βρίσκει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον δρόμο προς το πορτοφόλι των πολιτών».
Τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η αμερικανική οικονομία επιβραδύνθηκε τους τελευταίους μήνες, εξακολουθεί όμως να αναπτύσσεται με σχετικά ισχυρό ρυθμό.

Αυτό είναι κρίσιμο. Η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί περισσότερα φορολογικά έσοδα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για τη χρηματοδότηση κρατικών προγραμμάτων όσο και για την πληρωμή των τόκων.

Με αρκετά υψηλή ανάπτυξη, το βάρος του χρέους μπορεί να γίνει ευκολότερα διαχειρίσιμο. Εάν, όμως, η ανάπτυξη δεν αποδειχθεί αρκετή, η Ουάσιγκτον θα χρειαστεί να εξετάσει πιο δύσκολες επιλογές: μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, περικοπές δημοσίων δαπανών ή ακόμη και πολιτικές λιτότητας. Στις πιο ακραίες επιλογές βρίσκεται και η αναδιάρθρωση του χρέους.

Μέχρι στιγμής, η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει περισσότερο χρηματοοικονομικά εργαλεία. Το υπουργείο Οικονομικών παρενέβη αγοράζοντας αμερικανικό δημόσιο χρέος, σε μία προσπάθεια να ενισχύσει τη ζήτηση για ομόλογα και να πιέσει προς τα κάτω τα επιτόκια δανεισμού. Η επίδραση, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού ανέκαμψε μόλις μία ημέρα αργότερα.
Το πολιτικό εμπόδιο

Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, ο Λευκός Οίκος θέλει να δείξει στους ψηφοφόρους ότι μπορεί να παραδώσει θετικά αποτελέσματα στην οικονομία.

Η ακρίβεια και το κόστος ζωής παραμένουν στην κορυφή των ανησυχιών των Αμερικανών. Αυτό, όμως, καθιστά πολιτικά εξαιρετικά δύσκολες τόσο τις αυξήσεις φόρων όσο και τις περικοπές δαπανών. Ο Ελ-Εριάν εμφανίζεται δύσπιστος ως προς το εάν η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει μέτρα που θα μπορούσαν να περιορίσουν ουσιαστικά τα ελλείμματα.

«Δεν βλέπω να συμβαίνει κάτι που θα μειώσει σημαντικά το έλλειμμα μέσα στα επόμενα δύο με τρία χρόνια», σημειώνει.

Και, όπως προσθέτει, η πολιτική συζήτηση στην Ουάσιγκτον εξακολουθεί να περιστρέφεται περισσότερο γύρω από νέες φορολογικές μειώσεις παρά γύρω από το πώς θα ανακοπεί η εκρηκτική πορεία του αμερικανικού χρέους.


ΠΗΓΗ


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου