Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΑΡΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΑΜΕ ΣΕ ΤΟΙΧΟΥΣ ΑΧΑΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΦΡΟΣΥΝΗΣ...


ΓΕΝΝΗΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ…




Γράφει ο Δημήτρης Νατσιος 
Δάσκαλος, Κιλκίς

Το παλιό βιβλίο «Nεοελληνικής Γλώσσας» της πρώτης Γυμνασίου περιείχε ένα θαυμάσιο ποίημα του Κωστή Παλαμά με τίτλο «τα σχολειά χτίστε». Το θυμήθηκα, διαβάζοντας, σε μια κυριακάτικη έκδοση, άρθρο ενός Άγγλου δημοσιογράϕου, με τίτλο «γεννημένα στην αιχμαλωσία».


Στο κείμενο αυτό ο ερευνητής στηλιτεύει με θλίψη την συνεχή μείωση των ελεύθερων και ακίνδυνων χώρων για παιδικό παιχνίδι. Ο «ζωτικός παιδικός χώρος», ο παιδικός «βιότοπος», όπως χαρακτηριστικά τον ονομάζει, ελαττώνεται, γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς την ψυχική, αλλά και την σωματική υγεία των παιδιών. Η παχυσαρκία, για παράδειγμα, συνδέεται άμεσα με την μείωση του παιχνιδιού έξω από το σπίτι. Τραγική όμως έλλειψη «παιδικού βιότοπου»

παρατηρείται σήμερα και στα σχολεία των ελληνικών πόλεων. Τα περισσότερα σχολεία είναι χτισμένα πάνω στα λίγα τετραγωνικά, που δεν μπόρεσαν να καταπιούν οι αντιπαροχές. Σχολεία περικυκλωμένα από κακόμορϕους, τσιμεντένιους όγκους, κοντά σε πολύβοους δρόμους, σχολεία, κακέκτυπες απομιμήσεις της πνευματικά άνυδρης εποχής μας.

Παραθέτω στο σημείο αυτό την έξοχη ποιητική παραίνεση του εθνικού μας ποιητή, που διαβλέπει, αϕουγκράζεται «την βοή των πλησιαζόντων γεγονότων» (Καβάϕης) και προσπαθεί να επέμβει, για να αποτρέψει την θλιβερή πορεία.

«Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα

γερά θεμελιωμένα, από της χώρας

ακάθαρτης, πολύβοης, αρρωστιάρας

μακριά μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια

τα σκολεία χτίστε!



Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων

περίσσεια ανοίχτε, να ‘ρχεται ο κυρ Ήλιος

διαϕεντευτής, να χύνεται, να ϕεύγει

ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας το ϕεγγάρι.



Γιομίζοντας τα να τα ζωντανεύουν

μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια

με τους κελαηδισμούς και με τους μόσχους

κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία

να είναι σαν κρίνα…».

(«Πολιτεία και Μοναξιά»)


Άϕθαστος, ιδανικός ο ποιητικός λόγος, γι’ αυτό ίσως είναι και ακατόρθωτος, μάταιος. Τα σχολεία είναι-λένε οι περισπούδαστοι-χώροι χαράς και μάθησης. Τα παιδιά είναι σαν τα πουλιά, που ανοίγουν τα ϕτερά τους στο πέλαγος και τις ανοιχτωσιές. 

Εγκλωβισμένα τα μικρά, του Δημοτικού, στο θαυμάσιο παιδικό τους δωμάτιο, καταπονημένα από τις ατελείωτες εξωσχολικές δραστηριότητες, έρχονται στο σχολείο, για να τρέξουν, να μιμηθούν τα αθλητικά τους ινδάλματα. (Ας προσέξουμε τις λέξεις παιδί, παιδι-ά και παιχνίδι). 

Εκεί όμως συναντούν μικρές, αρρωστιάρικες, ανήλιαγες αυλές, στρωμένες με τσιμέντο και οι δάσκαλοι της εϕημερίας να εποπτεύον αλαϕιασμένοι «μην συμβεί το κακό». (Η παρατηρούμενη σήμερα έλλειψη πειθαρχίας, η εριστικότητα, η υπερκινητικότητα των παιδιών, οϕείλονται κυρίως στον περιορισμό, στην ϕυλάκιση του παιδιού στο ελκυστικό δωμάτιό του, με τους υπολογιστές και τα άλλα τεχνολογικά ζαρζαβατικά. 

Τίποτε όμως δεν το ευχαριστεί περισσότερο από την επαϕή με την ϕύση, εκεί ανθίζει, νιώθει ελεύθερο. Και τα πράγματα επιδεινώνονται λόγω και της περιρρέουσας εγκληματικότητας. Πού να αϕήσουν οι γονείς τα παιδιά τους, στις μεγαλουπόλεις, να αϕήσουν λίγο το χέρι τους και να παίξουν; Τρέμει το ϕυλλοκάρδι τους…).

Χτίζονταν παλαιότερα καινούρια σχολεία-σήμερα τα κλείνουν- και τα επαινετικά σχόλια αϕορούσαν μόνο το κτίριο. Αίθουσες θεατρικής αγωγής, υπολογιστών, όμορϕη αρχιτεκτονική, ζωηρά χρώματα… καλά και άγια όλα αυτά. (Αν και «σχολείο ίσον δάσκαλος», υπενθυμίζει ο Παλαμάς). Και ο αύλειος χώρος: Ο μαθητής αυτόν πρώτα θα παρατηρήσει, εκεί θα ξεδιπλώσει τα αθλητικά του ταλέντα, εκεί θα παίξει. Ο συνωστισμός κουράζει, εκνευρίζει, το «τέρπειν και διδάσκειν» του Πλάτωνα, ακυρώνεται. 

Η μάθηση χωρίς χαρά και παιχνίδι μπορεί να γεμίζει τον νου με γνώσεις, αϕήνει όμως την ψυχή έρημη, ψυχρή… και αργότερα πάνω στο άγονο, στο αγεώργητο αυτό μέρος ϕυτρώνουν εγωισμοί, αδικίες, ϕιλαυτίες. 

Έχει ειπωθεί πολύ εύστοχα πως «έχουμε ένα πολιτισμό που θεωρεί το παιδί ως ενόχληση». Όταν δεν του παρέχουμε αυτό που πραγματικά του αρμόζει, χώρο για παιχνίδι, ο προηγούμενος αϕορισμός επιβεβαιώνεται. «Εάν ένα δέντρο το τσακίσει η καταιγίδα, εάν το δέντρο μαραζώσει, από την έλλειψη του ήλιου, εάν μείνει καχεκτικό από την ϕτώχεια του εδάϕους, ποτέ δεν θα πούμε πως αυτή ήταν η πραγματική του ϕύση». Τα μεταϕορικά αυτά λόγια του παιδοψυχολόγου Κ. Χόρνεϊ περιγράϕουν, νομίζω, με σαϕήνεια τους προαναϕερόμενους προβληματισμούς μας.

Αλλά γενικά σήμερα ο κάτοικος της πόλης ασϕυκτιά, πνίγεται. Γεγονός που καταδεικνύει την δίψα του για λίγο ξάστερο ουρανό, είναι οι γιγαντιαίες αποδράσεις την περίοδο των εορτών στις μεγαλουπόλεις. Εγκλωβισμένος ο άνθρωπος στην πόλη και βλέποντας μόνον τα έργα των χειρών του, κυριαρχείται από αλαζονεία. 

Όσο ζούσε κοντά στην ϕύση έβλεπε τα «λίαν καλά» έργα του Θεού, τ’ αποθαύμαζε, τα πρόσεχε. Στην πόλη την ακάθαρτη, την αϕύσικη, την θορυβώδη, απομακρύνεται από τον Θεό αλλά και από τους ανθρώπους. Γίνεται καχύποπτος, αποξενώνεται, κατρακυλά στην αθεϊα. Κάτι ανάλογο ισχύει και την εθνική συνείδηση. Η κατοχή γης, η ιδιοκτησία, τονώνει το εθνικό αίσθημα. Κομίζει στον ιδιοκτήτη προσωπικό γόητρο, αίσθημα αλληλεγγύης προς την πατρίδα -το 1940, στον πόλεμο, πολέμησαν οι Έλληνες σαν λιοντάρια, γιατί υπερασπίζονταν την γη τους. 

Σήμερα τι έχουν να χάσουν;- δεσμούς που κινούν αυτά τα ζωτικά νεύρα της ανθρώπινης υποστάσεως, σε αντίθεση με τις πάλαι ποτέ εργατικές τάξεις των μεγαλουπόλεων, όπου ανθεί η δυσαρέσκεια και η καταπίεση. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την τωρινή οικονομική ϕρίκη και το ανύπαρκτο και εχθρικό κράτος, κατανοούμε το γιατί μειώνεται η ϕιλοπατρία. Και βέβαια το κακό επιδεινώθηκε διότι και η γη, η περιουσία, με τις ϕοροεπιδρομές, είναι πλέον ασύμϕορη.

Κλείνοντας τις θεολογικές και εθνικές γενικεύσεις και επανερχόμενοι στο άρθρο του Άγγλου δημοσιογράϕου, επισημαίνουμε τα εξής: στην Βρετανία στοιχεία πρόσϕατης έρευνας δείχνουν ότι ένα παιδί κάτω των δώδεκα ετών έχει χώρο για να παίξει, παιδότοπο δηλαδή, 2,3 τ.μ., όσο περίπου ένα τραπέζι. Αν γινόταν η ίδια έρευνα στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη ή και στο Κιλκίς είναι σίγουρο πως το μερίδιο, του κάθε παιδιού, μόλις θα του αρκούσε για να σταθεί όρθιο. 

«Οι Έλληνες», έλεγε ο Εγγονόπουλος, «έχουν γύρω τους μια σπατάλη ϕύσεως κα ήλιου, γι’ αυτό είναι αδύνατον να περάσουν δίπλα από τη ζωή και να την περιϕρονήσουν». Σήμερα αν ζούσε κι έβλεπε πόσο ϕυλακίσαμε τον ήλιο και την πάντερπνη ϕύση, πόσο «ϕυλακίσαμε» τα παιδιά μας, θα μιλούσε για αϕροσύνη.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου