Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ 91 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ


Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ ΚΑΙ Η  ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΟΡΓΗΣ!



Γράφει ο Γιώργος Βολουδάκης

Αν και δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί θέλησε να γράψει ένα λογοτεχνικό κείμενο για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, εγώ εκτός των άλλων το κάνω γιατί οφείλω μιαν εξήγηση σε εκείνον, του οφείλω ένα παράπονο, του οφείλω και ένα παλιό ευχαριστώ. 



Η εξήγηση που του οφείλω είναι για ένα ραντεβού που ποτέ δεν έγινε, Μανόλη, δεν εξαρτιόταν από μένα. Το ραντεβού ήταν για ένα αγαπημένο του πρόσωπο που ήθελε να γνωρίσει κάποια περιώνυμη που θαύμαζε. Δεν μπόρεσα να την πείσω να γίνει το ραντεβού. 

Το παράπονο που σου έχω κρατήσει Μανόλη και που δεν στο είπα ποτέ όσο ζούσες αφού δεν ξαναειδωθήκαμε, είναι πως φύλαξες τη γνώμη σου για το βιβλίο μου να μου την πεις σε κείνο το ραντεβού και φυσικά δεν μου την είπες ποτέ.

Το παλιό ευχαριστώ που σου οφείλω Μανόλη, είναι γιατί μου δίδαξες την δύναμη της εύγλωττης σιωπής. Στην ποίηση και στην ζωή. Ακόμη και εκείνο το πρωί που μιλήσαμε στο τηλέφωνο και όταν σου ζήτησα τη γνώμη σου για το βιβλίο μου, μου έκανες αυτόν τον παιδικά αθώο και ιδιότυπο "εκβιασμό" ("θα σας την πω στην συνάντησή μας") σε ένοιωθα να γελάς κάτω από τα μουστάκια σου, σαν ένα σοφό παιδί που θέλει να διδάξει παίζοντας, την αρετή της σιωπής και της υπομονής...
    
Και αφού ολοκλήρωσα τους προσωπικούς μου λόγους, μπορώ τέλος να πω πως οφείλω στον εαυτό μου,στην ίδια μου την υπόσταση ως λογοτέχνη, να γράψω για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον ωραίο ποιητή, που είχε όλες τις αρετές για να γίνει μεγάλος, αλλά δεν το θέλησε...
Και δεν το θέλησε γιατί είχε τόσα άλλα να φτιάξει, τόσα άλλα να σώσει, ώστε δεν του έμενε καιρός για να φτιάξει ή έστω να σώσει την ποιητική του εικόνα...

Κι ἤθελε ἀκόμη...

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Μπορεί ποτέ ένας τέτοιος άνθρωπος να θελήσει να ασχοληθεί με την εικόνα του σαν ποιητής; Ο άνθρωπος που ακόμη και τα βραβεία τα έβλεπε σαν μέσα προσφοράς κι έτσι έπεισε τον Γιώργο Σεφέρη να πετάξει τον ογκόλιθο του Νόμπελ ενάντια στην Χούντα, δεν είχε χρόνο για μοιραίες πόζες.
Ήθελε μόνο να γράφει αλήθειες που θα αφυπνίζουν με λέξεις που θα μείνουν καρφωμένες στο μυαλό αλλά προ πάντων στην αθανασία της ψυχής κάθε ανθρώπου... 

Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.


Η οργή του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι αρχαία οργή, φτιαγμένη από ελληνικό μάρμαρο, οργή υπομονετική αλλά και οργή κάθετη σαν αστραπή, που λάμπει και φωτίζει τα αίτια, προλαβαίνοντας τον κούφιο ήχο της βροντής, οργή βγαλμένη κατ΄ευθείαν από τα όσια αρχαίας τραγωδίας...

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

Το επώνυμο Αναγνωστάκης προ τουρκοκρατίας ήταν "Αναγνώστης". Ο Μανώλης είναι αναγνώστης, ένας από τους ουσιαστικότερους, του βιβλίου των βαθέων αισθημάτων και της εξεγερτικής σοφίας, δύο πολυτίμητων συστατικών μιας αληθινής ζωής. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης εκτός από εξαίρετος ποιητής έχει και αυτό το γνώρισμα που εγώ θεωρώ απαραίτητο στην λογοτεχνία:Είναι πέρα για πέρα αληθινός.

Ακόμη και οι πιο φανταστικές κατασκευές του είναι φτιαγμένες από αληθινά υλικά πόσο μάλλον όταν μιλά για χειροπιαστές αλήθειες

  Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει; 



Ο Μανώλης Αναγνωστάκης δεν μπόρεσε  και άλλωστε δεν έπρεπε να μπορέσει, να ξεχάσει πως είναι ιατρός! Έτσι λοιπόν η ποιητική του τέχνη εκτός από αφυπνιστική, εγερτική και αληθινά επαναστατική, είναι και ιδιαίτερα θεραπευτική, των τραυμάτων και των καταγμάτων της ανθρώπινης ψυχής.
Αυτή είναι και η τελευταία μου φράση για έναν άνθρωπο που έχει αγαπήσει η καρδιά μου και η πένα μου. 

Αιώνια η μνήμη σαν σκιά Θεού
πάνω στις φλέβες των χεριών σου
που τόσο μόχθησαν για να χει σώμα ουρανού
το χώμα που πατούμε... 


Γ. Ε. Βολουδάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου