Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΝΑΤΕΛΟΝΤΟΣ ΛΑΜΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΡΕΜΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΟΥ ΡΟΥΣΦΕΤΙΟΥ...

 ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑΛΑΝΤ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΟΠΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΕΓΙΝΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ



Σε μια κομβική γεωπολιτικά γωνιά του κόσμου, κάπου ανάμεσα στην ονειρική φαντασία και τη σκληρή επικαιρότητα, απλώνεται μια ιστορική, πλην όμως βαθιά απαξιωμένη χώρα που ονομάζεται Γρεκία, αν και θα μπορούσε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να φέρει και το όνομα «Ατιμωρησίαλαντ», όπως τη βαφτίζουν σκωπτικά όσοι επιμένουν να περιγράφουν την πραγματικότητα με όρους πιο άμεσους. 

Κάποιοι μάλιστα προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και τη χαρακτηρίζουν ως τη «Ντίσνεϊλαντ της ατιμωρησίας», μια φράση που δεν προέκυψε τυχαία, καθώς το νέο αυτό «όνομα» λειτουργεί σχεδόν ως τουριστική περιγραφή, ως μια ιδιότυπη πρόσκληση σε έναν τόπο όπου οι κανόνες μοιάζουν διακοσμητικοί. 

Αν υπήρχε διάθεση αυτοσαρκασμού στους αρμόδιους τουρισμού, το σλόγκαν θα μπορούσε να είναι απολύτως ευθύ: «Έλα όπως είσαι και κάνε ό,τι θέλεις. Κανείς δεν θα σε ελέγξει».

Στην Ατιμωρησίαλαντ, η έννοια της δικαιοσύνης δεν απουσιάζει θεσμικά, υπάρχει όμως περισσότερο ως ιδέα παρά ως εφαρμογή, ως μια ποιητική σύλληψη που σπάνια αποκτά πρακτικό αντίκρισμα. 

Οι φυλακές κάποτε κρίθηκαν υπερπλήρεις και η διαχείριση του προβλήματος από έναν σύγχρονο κρατικό μηχανισμό με επίκεντρο τον άνθρωπο και σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό υπήρξε απλή και άμεση: οι πόρτες άνοιξαν. 

Χιλιάδες βαρυποινίτες, την περίοδο που παρουσιάστηκε ως εποχή ελπίδας, βρέθηκαν εκτός σωφρονιστικών ιδρυμάτων, πήραν ξανά τον δρόμο της καθημερινότητας και, όπως καταγράφηκε, συνέχισαν τις δραστηριότητές τους με ανανεωμένη διάθεση. 

Εκείνοι που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία «τυχερών», καθώς κινούνται ελεύθερα, περιμένοντας μια δίκη που μετατίθεται διαρκώς, σε έναν χρονικό ορίζοντα που κυμαίνεται ανάμεσα στο απροσδιόριστο και στο ανύπαρκτο, με την αναμονή να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αρετή και την τελική ποινή, όταν έρθει, να παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική μέσα από ένα πλέγμα αδειών, αναστολών και μειώσεων.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτό το πλαίσιο κατέχουν οι ανήλικοι, που παρουσιάζονται ως το μέλλον της χώρας και αντιμετωπίζονται με μια σχεδόν απόλυτη επιείκεια, η οποία εκτείνεται μέχρι την αποσύνδεση των πράξεων από τις συνέπειές τους. 

Η κοινωνία επιλέγει να τους περιβάλλει με κατανόηση, ακόμη και όταν η βία μεταξύ τους καταγράφεται με αυξανόμενη συχνότητα, ενώ οι προτεινόμενες λύσεις παραμένουν σταθερά προσανατολισμένες στην ενίσχυση ψυχολογικών και κοινωνικών δομών στα σχολεία. 

Η προσέγγιση αυτή διατηρείται, παρά τα δεδομένα που δείχνουν ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα, με την πραγματικότητα να συνεχίζει να εξελίσσεται χωρίς ουσιαστική αναχαίτιση.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική ηγεσία των τελευταίων ετών, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως «επιτελική» και διαφοροποιείται ιδεολογικά από την προηγούμενη περίοδο, παρουσιάζει μια έντονη δραστηριότητα στη διαχείριση θέσεων, ρόλων και εξυπηρετήσεων. 

Η καθημερινή ατζέντα περιλαμβάνει αποφάσεις για το ποιος θα αναλάβει ποια θέση, ποιος θα εξυπηρετηθεί, ποιος θα λάβει επίδομα και ποιος θα ενταχθεί στον δημόσιο τομέα, ακόμη και με διαδικασίες που κινούνται στα όρια της τυπικότητας. 

Παρά τις αρχικές δεσμεύσεις για περιορισμό του κράτους, η πρακτική δείχνει διαφορετική κατεύθυνση, με τη μείωση να εντοπίζεται κυρίως στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και σε κρίσιμους τομείς ασφάλειας, την ώρα που άλλες μορφές κρατικής παρουσίας παραμένουν ενεργές.

Στα σκάνδαλα πάλι, η προσέγγιση που υιοθετείται τα εντάσσει σε ένα πλαίσιο «παρεξηγήσεων» που δεν έγιναν επαρκώς αντιληπτές από το κοινό, ενώ πρακτικές εξυπηρετήσεων προς συγκεκριμένα συμφέροντα παρουσιάζονται ως μέρος της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. 

Τα μέσα ενημέρωσης αναλαμβάνουν τη διαχείριση της εικόνας, προσαρμόζοντας τη γλώσσα και το πλαίσιο παρουσίασης των γεγονότων, έτσι ώστε τα προβλήματα να εμφανίζονται ως «προκλήσεις», τα σοβαρά περιστατικά ως «μεμονωμένα» και οι γενικευμένες κρίσεις ως «σύνθετα φαινόμενα» που απαιτούν χρόνο και προσπάθεια. 

Σε περιπτώσεις πλήρους αποδιοργάνωσης, η ευθύνη μετατοπίζεται συχνά σε εξωτερικούς παράγοντες, διατηρώντας ένα σταθερό αφήγημα.

Ο λαός, από την πλευρά του, εμφανίζεται προσαρμοσμένος σε αυτή την πραγματικότητα, ζώντας με περιορισμένες προσδοκίες και αντιμετωπίζοντας τα επιδόματα ως μικρές ανάσες μέσα στην καθημερινότητα. 

Η στάση του ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπους, άλλοτε ως παθητικότητα και άλλοτε ως υπομονή, ενώ δεν αποκλείεται να αποτελεί απλώς ένδειξη κόπωσης και αποδοχής μιας κατάστασης που φαίνεται παγιωμένη. 

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της Ατιμωρησίαλαντ δεν είναι η ύπαρξη εγκληματικότητας ή διαφθοράς, αλλά η πλήρης ενσωμάτωσή τους στην κανονικότητα, με το παράλογο να λειτουργεί ως ρουτίνα και το ακραίο ως καθημερινό φαινόμενο.

Το πιο εντυπωσιακό όμως στην Ατιμωρησίαλαντ δεν είναι η εγκληματικότητα, ούτε η διαφθορά. Είναι η κανονικοποίηση όλων αυτών. Το ότι τίποτα δεν προκαλεί πια έκπληξη.

Ότι το παράλογο έχει γίνει ρουτίνα, και το εξωφρενικό καθημερινότητα. Έχει όμως μέλλον αυτή η χώρα; Αν το μέλλον ορίζεται ως συνέχεια του παρόντος, τότε ναι, και μάλιστα λαμπρό.

Αν όμως σημαίνει αλλαγή, βελτίωση, μια στροφή προς κάτι πιο δίκαιο και λογικό… τότε μάλλον χρειάζεται κάτι περισσότερο από νόμους, επιδόματα και σικέ δελτία ειδήσεων.

Ίσως χρειάζεται να ξυπνήσει. Ή έστω να ανοίξει λίγο τα μάτια… Αλλά χώρα με τέτοιους πολιτικούς εκπροσώπους, και με τέτοια διανόηση (καλλιτεχνική, δημοσιογραφική, κλπ) μάλλον δεν της πρέπει λευτεριά…




ΠΗΓΗ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου