ΡΑΓΔΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ - ΓΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΝ ΟΙ ΗΠΑ, ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΒΟΜΒΑ TRUMP: «ΓΕΝΝΑΙΟ ΤΟ ΙΡΑΝ» – ΔΕΟΣ ΜΕ IRGC: «ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΣΤΟ HORMUZ»

Η σημερινή συζήτηση περί πιθανής αναστολής του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος για 20 χρόνια δείχνει ότι οι ΗΠΑ έχουν μετακινηθεί από τη λογική της «ολοκληρωτικής υποταγής» στη λογική του συμβιβασμού
Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Donald Trump σχετικά με το Ιράν δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο πολιτικής υπερβολής.
Όταν ο Trump ισχυρίζεται ότι «το 80% των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν έχει καταστραφεί», ενώ ταυτόχρονα ζητά κατάπαυση πυρός, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων και δηλώνει ότι δεν αντιτίθεται σε μια εικοσαετή αναστολή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, δημιουργείται μια εικόνα γεμάτη αντιφάσεις.
Η εικόνα αυτή δεν περνά απαρατήρητη ούτε από διεθνείς αναλυτές ούτε από τα ίδια τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Η βασική αντίφαση είναι απλή: εάν πράγματι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν σχεδόν ολοκληρωτικά την ιρανική στρατιωτική ισχύ, τότε γιατί δεν συνέχισαν την πολεμική πίεση μέχρι την πλήρη επιβολή των στόχων τους;
Γιατί η Ουάσιγκτον επέμενε από τη 15η ημέρα των συγκρούσεων σε κατάπαυση πυρός;
Και γιατί τελικά αποδέχθηκε όρους που, σύμφωνα με ιρανικές πηγές, ανταποκρίνονται περισσότερο στις απαιτήσεις της Τεχεράνης παρά στις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον;
Η απάντηση που δίνει η ιρανική πλευρά είναι σαφής: επειδή η στρατιωτική επιλογή απέτυχε.
Η αμερικανική υπερδύναμη, παρά τη στρατιωτική της ισχύ, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα κράτος που όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά συνέχισε να διατηρεί την επιχειρησιακή του ικανότητα και να ασκεί περιφερειακή επιρροή.
Η «μεγάλη νίκη» που δεν έπεισε ούτε τις ΗΠΑ
Η ρητορική Trump περί καταστροφής του 80% των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων συγκρούεται ακόμη και με εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών και μέσων ενημέρωσης.
Η ίδια η CIA εκτιμά ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει περίπου το 90% των πυραυλικών του αποθεμάτων, ενώ αμερικανικά μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι, ακόμη και με τα πιο αισιόδοξα σενάρια για την Ουάσιγκτον, η μείωση των ιρανικών δυνατοτήτων δεν ξεπερνά το 30%.
Η αντίφαση αυτή είναι αποκαλυπτική.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα «στρατηγικής επιτυχίας» για εσωτερική κατανάλωση, την ώρα που τα δεδομένα στο πεδίο μαρτυρούν κάτι διαφορετικό.
Η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν εδώ και δεκαετίες βασίζεται σε τρεις άξονες: κυρώσεις, διπλωματική πίεση και απειλή στρατιωτικής επέμβασης.
Ωστόσο, παρά τις πρωτοφανείς οικονομικές πιέσεις και την απομόνωση που επιχείρησαν οι ΗΠΑ, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν εγκατέλειψε τη στρατηγική της αυτονομία, αλλά ενίσχυσε την αμυντική της δομή.
Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας το Ιράν φέρεται να επανενεργοποίησε πυραυλικές βάσεις που είχαν πληγεί από βομβαρδισμούς αποτελεί ένδειξη υψηλής επιχειρησιακής προσαρμοστικότητας.
Η ιρανική στρατιωτική μηχανή έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να επιβιώνει κάτω από συνθήκες πολέμου φθοράς, αξιοποιώντας υπόγειες εγκαταστάσεις, αποκεντρωμένη παραγωγή και ασύμμετρες δυνατότητες.
Αυτό ακριβώς είναι που φαίνεται να υποτίμησε η αμερικανική στρατηγική.

Η αποτυχία της λογικής της «μέγιστης πίεσης»
Η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» που υιοθέτησε ο Trump κατά την πρώτη του θητεία είχε ως στόχο να οδηγήσει το Ιράν είτε σε οικονομική κατάρρευση είτε σε πολιτική υποχώρηση.
Αντί όμως να περιορίσει την ιρανική επιρροή, η πολιτική αυτή οδήγησε σε μεγαλύτερη περιφερειακή πόλωση, σε ενίσχυση των αντιδυτικών συμμαχιών και σε περαιτέρω απομάκρυνση της Τεχεράνης από τη Δύση.
Η σημερινή συζήτηση περί πιθανής αναστολής του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος για 20 χρόνια δείχνει ότι οι ΗΠΑ έχουν μετακινηθεί από τη λογική της «ολοκληρωτικής υποταγής» στη λογική του συμβιβασμού.
Ωστόσο, σύμφωνα με ιρανικές πηγές, η πρόταση αυτή δεν προήλθε από την Τεχεράνη αλλά από αμερικανικούς κύκλους και έχει ήδη απορριφθεί.
Η ιρανική θέση είναι πλέον πιο σκληρή και περισσότερο συνδεδεμένη με το συνολικό γεωπολιτικό πλαίσιο της περιοχής.

Η Τεχεράνη απαιτεί:
• Τερματισμό του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
• Απελευθέρωση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
• Πλήρη άρση των κυρώσεων.
• Αναγνώριση της ιρανικής κυριαρχίας στα Στενά του Hormuz.
• Τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού.
• Αποζημιώσεις για τις καταστροφές του πολέμου.
• Απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από την ευρύτερη περιοχή του Ιράν.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια πλήρη ανατροπή της αμερικανικής ατζέντας.
Εκεί όπου η Ουάσιγκτον επιδίωκε να επιβάλει όρους, τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με απαιτήσεις που αμφισβητούν ευθέως την περιφερειακή της παρουσία. Πρόκειται ξεκάθαρα για ένα πολεμικό τελεσίγραφο του Ιράν προς τις ΗΠΑ.
Παραδοχή βόμβα Trump: Αποφασισμένο και γενναίο το Ιράν
Αυτή η αποφασιστικότητα του Ιράν ώθησε τον Αμερικανό πρόεδρον να τονίσει ότι δεν υποτίμησε ποτέ την αποφασιστικότητα του Ιράν να συνεχίσει τη σύγκρουση.
«Δεν υποτίμησα τίποτα. Τους χτυπήσαμε απίστευτα σκληρά», δήλωσε ο Trump, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με το αν είχε υποτιμήσει το «κατώφλι των αντοχών» του Ιράν.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν εσκεμμένα να μην καταστρέψουν μέρος της υποδομής της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
«Αφήσαμε τις γέφυρές τους.
Αφήσαμε τη δυνατότητα παραγωγής ενέργειας. Θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταστρέψει όλα σε δύο ημέρες», είπε.
Ο Trump ισχυρίζεται επίσης ότι η Ουάσινγκτον επέλεξε να μην αφανίσει ολοκληρωτικά την πετρελαϊκή υποδομή του Ιράν.
«Αφήσαμε το νησί Kharg. <…> Γιατί αν την πλήτταμε, θα έχαναν μέρος του πετρελαίου τους», πρόσθεσε ο πρόεδρος.
Τα Στενά του Ηorumz ως σύμβολο ιρανικής κυριαρχίας
Οι τελευταίες δηλώσεις του Mohammad Reza Aref έδωσαν ακόμη πιο ξεκάθαρο στίγμα της νέας ιρανικής στρατηγικής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Ο Ιρανός αντιπρόεδρος δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι «τα Στενά του Hormuz ανήκουν στο Ιράν» και ότι η Τεχεράνη «δεν θα τα εγκαταλείψει με κανένα κόστος».
Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί απλώς συμβολική ρητορική.
Αντικατοπτρίζει τη βαθιά μεταβολή που έχει σημειωθεί στην ιρανική γεωπολιτική αντίληψη μετά την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική πίεση.
Η Τεχεράνη θεωρεί πλέον ότι η εποχή της παθητικής στάσης απέναντι στις δυτικές πιέσεις έχει τελειώσει και ότι το Ιράν έχει κάθε δικαίωμα να ασκήσει πλήρη κυριαρχικό έλεγχο σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη.
Το Ιράν υποστηρίζει ότι τα νέα αυστηρά μέτρα ελέγχου στη ναυσιπλοΐα επιβλήθηκαν μετά την ανακοίνωση αποκλεισμού ιρανικών πλοίων και λιμανιών από τον Donald Trump.
Σύμφωνα με την Τεχεράνη, η αμερικανική πολιτική παραβιάζει ακόμη και τους όρους της εκεχειρίας που επιτεύχθηκε με διαμεσολάβηση του Πακιστάν.
Η ιρανική ηγεσία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αποκαταστήσει πλήρως τη διέλευση από τα Στενά του Hormuz όσο συνεχίζονται οι κυρώσεις, ο ναυτικός αποκλεισμός και οι στρατιωτικές απειλές.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια στρατηγική απάντηση στην πολιτική «μέγιστης πίεσης» των ΗΠΑ.

Mohammad Reza Aref
Στρατηγική κίνηση με τα κινεζικά πλοία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί και η απόφαση της Τεχεράνης να επιτρέψει τη διέλευση κινεζικών πλοίων έπειτα από συνεννόηση με το Πεκίνο και στο πλαίσιο των ιρανικών πρωτοκόλλων διαχείρισης των Στενών.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει όχι μόνο το βάθος της στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Ιράν και Κίνας, αλλά και τη διαμόρφωση ενός νέου άξονα ισχύος που αμφισβητεί ανοιχτά την αμερικανική επιρροή στην περιοχή.
Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, οι κινεζικές διελεύσεις εγκρίθηκαν μετά από διαβουλεύσεις ανάμεσα στον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών και τον πρέσβη της Κίνας στην Τεχεράνη.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή ενισχύει την εικόνα του Ιράν ως «υπεύθυνου διαχειριστή» του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος, αποτρέποντας παράλληλα τη χρήση του ζητήματος για πολιτική πίεση από τη Δύση.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο βρίσκεται στο ίδιο το διεθνές δίκαιο.
Τα Στενά του Hormuz έχουν πλάτος μόλις 21 ναυτικά μίλια στο στενότερο σημείο τους.
Με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα παράκτια κράτη μπορούν να διεκδικήσουν χωρικά ύδατα έως και 12 ναυτικά μίλια.
Αυτό σημαίνει ότι τα χωρικά ύδατα του Ιράν και του Ομάν ουσιαστικά επικαλύπτονται, γεγονός που αφήνει ελάχιστο ή και καθόλου «ουδέτερο» θαλάσσιο διάδρομο.
Η Τεχεράνη θεωρεί ότι αυτή η πραγματικότητα της δίνει το δικαίωμα να ελέγχει, να ρυθμίζει και να διαχειρίζεται τη διέλευση πλοίων μέσα από τα Στενά.
Για δεκαετίες, το Ιράν απέφευγε να εφαρμόσει πλήρως αυτή την ερμηνεία, επιδιώκοντας να μην κλιμακώσει τη σύγκρουση με τη Δύση.
Ωστόσο, η πρόσφατη στρατιωτική και οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ φαίνεται ότι οδήγησε την ιρανική ηγεσία να εγκαταλείψει αυτή τη διστακτικότητα.

Ο Abbas Araghchi και το μήνυμα της διπλωματίας
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δηλώσεις του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Abbas Araghchi κατά τη διάρκεια της συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών των BRICS στην Ινδία.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «πρέπει να κατανοήσουν αυτό το γεγονός».
Η δήλωση αυτή δεν είναι απλώς διπλωματική ρητορική.
Αντικατοπτρίζει μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στη Δυτική Ασία: η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί πλέον για να διαμορφώσει πολιτικές εξελίξεις όπως στο παρελθόν.
Το Ιράν έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα ευρύ δίκτυο στρατηγικών σχέσεων, όχι μόνο με περιφερειακούς συμμάχους αλλά και με διεθνείς δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Η ένταξη και ενεργή συμμετοχή του στους BRICS υπογραμμίζει τη σταδιακή μετατόπιση προς έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η αμερικανική μονοκρατορία αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Ο Araghchi επεσήμανε επίσης ότι η Τεχεράνη δέχεται «αντιφατικά μηνύματα» από την Ουάσιγκτον.
Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ μιλούν για διπλωματία· από την άλλη, συνεχίζουν τις απειλές και τις κυρώσεις.
Αυτή η διγλωσσία έχει διαβρώσει πλήρως την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών.

Τα Στενά του Hormuz και η γεωπολιτική της ενέργειας
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία των δηλώσεων Araghchi αφορά τα Στενά του Hormuz.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι το πέρασμα παραμένει ανοιχτό για «φιλικές χώρες», ενώ τα πλοία καλούνται να συντονίζονται με τις ιρανικές ναυτικές δυνάμεις για ασφαλή διέλευση.
Η δήλωση αυτή έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία.
Τα Στενά του Hormuz αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του κόσμου.
Η δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην περιοχή λειτουργεί ως στρατηγικός μοχλός πίεσης απέναντι στη Δύση.
Οι ΗΠΑ επιχείρησαν επί χρόνια να παρουσιάσουν το Ιράν ως «αποσταθεροποιητικό παράγοντα». Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Για μεγάλο μέρος του Παγκόσμιου Νότου, η αμερικανική παρουσία στη Δυτική Ασία συνδέεται με πολέμους, επεμβάσεις και αποσταθεροποίηση – από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τη Συρία και τη Λιβύη.
Αντιθέτως, η ιρανική αφήγηση περί «νόμιμης άμυνας» βρίσκει ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση σε χώρες που βλέπουν την αμερικανική πολιτική ως εργαλείο επιβολής και όχι ως δύναμη σταθερότητας.

Εκτός ατζέντας το θέμα του εμπλουτισμένου ουρανίου
Όσον αφορά το θέμα του εμπλουτισμένου ουρανίου ο Araghchi δήλωσε ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο και εκτός διαπραγματεύσεων με ΗΠΑ.
Τόνισε ότι η Ουάσιγκτον «δεν είναι καθόλου αξιόπιστη», καθώς στέλνει αντιφατικά μηνύματα και χρησιμοποιεί, όπως είπε, «παράλογη ρητορική», γεγονός που δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στη διπλωματία.
«Η εμπιστοσύνη είναι σήμερα το σημαντικότερο ζήτημα.
Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τους Αμερικανούς.
Όλα πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρα και ακριβώς καθορισμένα πριν υπάρξει οποιαδήποτε συμφωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Araghchi.

Ghalibaf (Ιράν): Αποτυχημένος τηλεοπτικός παρουσιαστής ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ
Ο Mohammad-Baqer Ghalibaf προειδοποίησε ότι η συνεχιζόμενη στρατιωτική κλιμάκωση των Ηνωμένων Πολιτειών κοντά στα Στενά του Hormuz ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, τη στιγμή που το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει φτάσει τα 39 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου σχολίασε την άνοδο των αποδόσεων των 30ετών αμερικανικών ομολόγων πάνω από το 5% — επίπεδο που εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά την κρίση του 2008 — συνδέοντας την εξέλιξη με τον πληθωρισμό και τις αυξανόμενες ενεργειακές πιέσεις λόγω του πολέμου.
Ο Ghalibaf εξαπέλυσε αιχμές κατά του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Pete Hegseth, χαρακτηρίζοντάς τον «αποτυχημένο τηλεοπτικό παρουσιαστή» που παίζει τον ρόλο «υπουργού πολέμου» στην περιοχή του Hormuz, ενώ κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι δανείζεται με τα υψηλότερα επιτόκια από την εποχή πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση για να συνεχίσει την επιθετική πολιτική της απέναντι στο Ιράν.
«Ξέρετε τι είναι πιο τρελό από χρέος 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίων;
Να πληρώνεις κόστος δανεισμού επιπέδου προ του 2008 για να χρηματοδοτήσεις ένα γεωπολιτικό παιχνίδι στα Στενά του Hormuz και στο τέλος να προκαλέσεις μια νέα παγκόσμια κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παρέμβαση Lavrov: ΗΠΑ, Ισραήλ ευθύνονται για τον πόλεμο με το Ιράν – Ασφαλής η ναυσιπλοΐα στο Hormuz
Σε παρέμβασή του ο Ρώσος υπουργός Sergey Lavrov δήλωσε από το Νέο Δελχί ότι ο πόλεμος εναντίον του Ιράν πρέπει να σταματήσει άμεσα, υπογραμμίζοντας ότι η βασική αιτία της κρίσης στην περιοχή είναι η «απρόκλητη επιθετικότητα» των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ απέναντι στην Τεχεράνη.
Ο Lavrov, ο οποίος συμμετείχε στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών των BRICS στην Ινδία, ξεκαθάρισε ότι το Ιράν δεν δημιούργησε την κρίση στα Στενά του Hormuz, απορρίπτοντας ουσιαστικά τη δυτική αφήγηση που επιχειρεί να παρουσιάσει την Τεχεράνη ως παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Σύμφωνα με τον Lavrov, η κύρια προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι ο άμεσος τερματισμός του πολέμου και η επίτευξη μιας βιώσιμης πολιτικής λύσης που θα αποτρέψει νέα κλιμάκωση στη Δυτική Ασία.
Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας τόνισε επίσης ότι η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz είναι «100% εγγυημένη», παρά τις εντάσεις που προκλήθηκαν μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές ενέργειες στην περιοχή.
Ο Lavrov υποστήριξε ακόμη ότι ο πραγματικός στόχος της αμερικανικής στρατηγικής ήταν να δημιουργηθεί ρήγμα ανάμεσα στο Ιράν και τους γειτονικούς αραβικούς λαούς, ενισχύοντας την αστάθεια και τη γεωπολιτική πίεση στη Μέση Ανατολή.
Η διεθνής εικόνα των ΗΠΑ σε κρίση
Οι εξελίξεις αυτές αποκαλύπτουν και κάτι βαθύτερο: τη σταδιακή φθορά της αμερικανικής αξιοπιστίας.
Οι συνεχείς μεταβολές θέσεων, οι αντιφατικές δηλώσεις και η αδυναμία επίτευξης καθαρών στρατηγικών αποτελεσμάτων έχουν περιορίσει σημαντικά το κύρος της Ουάσιγκτον.
Ο Trump, όπως και προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, προσπάθησε να εμφανίσει την πολιτική πίεσης ως επιτυχημένη.
Όμως όταν η ίδια η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να επανέλθει στη διπλωματία, αυτό συνιστά έμμεση αναγνώριση ότι η στρατιωτική και οικονομική πίεση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Η αμερικανική στρατηγική στη Δυτική Ασία δείχνει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο αντιφατικούς στόχους: από τη μία επιθυμεί να διατηρήσει την ηγεμονία της, από την άλλη προσπαθεί να αποφύγει νέες μακροχρόνιες συγκρούσεις που κοστίζουν πολιτικά και οικονομικά.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική γεμάτη αντιφάσεις, η οποία ενισχύει τελικά τους αντιπάλους της.

Ένας κόσμος που αλλάζει
Η αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν αφορά μόνο δύο κράτη.
Αντικατοπτρίζει τη μετάβαση προς μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων.
Το Ιράν εμφανίζεται πλέον ως μέρος ενός ευρύτερου μπλοκ δυνάμεων που αμφισβητούν τη δυτική κυριαρχία και επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Οι BRICS, η ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα, η ενεργειακή συνεργασία με τη Ρωσία και οι δεσμοί με κράτη της Ασίας και της Αφρικής δημιουργούν ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι μονομερείς κυρώσεις και οι στρατιωτικές απειλές των ΗΠΑ δεν έχουν την αποτελεσματικότητα που είχαν πριν από δύο δεκαετίες.
Το Ιράν, παρά τις πιέσεις, κατάφερε να επιβιώσει, να ανασυγκροτηθεί και να διατηρήσει τον ρόλο του ως βασικός περιφερειακός παίκτης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της «ασφυξίας» απέτυχε να επιφέρει πολιτική κατάρρευση.

Πνίγεται στις αντιφάσεις του ο Trump
Οι δηλώσεις Trump περί καταστροφής του 80% των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή προσπάθεια διαχείρισης εντυπώσεων παρά με αντικειμενική αποτίμηση της πραγματικότητας.
Η επιμονή των ΗΠΑ σε κατάπαυση πυρός, οι αντιφατικές τοποθετήσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα και η συνεχής επιστροφή στη διπλωματία υποδηλώνουν ότι η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει, έστω και έμμεσα, τα όρια της ισχύος της.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να μετατρέψει τη στρατιωτική και πολιτική πίεση σε αφήγημα εθνικής αντοχής και ιστορικής δικαίωσης.
Η σύνδεση της σύγχρονης σύγκρουσης με την περσική πολιτισμική παράδοση, η έμφαση στη διπλωματία ως τελική λύση και η σταθερή απαίτηση για άρση κυρώσεων δείχνουν ότι η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να διαπραγματευτεί από θέση αδυναμίας.
Τελικά, η κρίση αυτή αναδεικνύει κάτι που η αμερικανική εξωτερική πολιτική συχνά αρνείται να αποδεχθεί: ότι η εποχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς τη βούλησή τους στη Δυτική Ασία έχει αρχίσει να φθίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου