Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ Ή ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ....


ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΕΞΕΛΙΞΗ; ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

(ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟΝ π. ΕΙΡΗΝΑΙΟ ΔΕΛΗΔΗΜΟ)



Μια συμβολή στο τεράστιο ερμηνευτικό πρόβλημα της Γένεσης μέσα από τη βιβλική κειμενική παράδοση και τη χαρισματική οπτική των ηγιασμένων γερόντων Πορφυρίου, Παϊσίου και Ιωσήφ

του Φιλολόγου - Θεολόγου Κωνσταντίνου Νούση, 

Τα βιβλικά κείμενα είναι θεόπνευστα (Β’ Τιμ. γ’ 16) και για τον λόγο αυτόν τα ενέταξε στον Κανόνα της θεολογίας, της λατρείας και της ζωής της η Εκκλησία του Χριστού. Την ίδια ώρα, όμως, είναι πρωτίστως και κατεξοχήν θεολογικά συγγράμματα και όχι επιστημονικές πραγματείες. Πάνω στο σημείο τούτο έχουν δημιουργηθεί τα μύρια όσα προβλήματα και οι παρεξηγήσεις με την επιστήμη πάνω στο επίπεδο μιας άγονης και σκληρότατης αντιπαράθεσης, στην οποία απαντώνται αφενός η ανώριμη και απαράδεκτη αντιεπιστημονική στάση και απαξίωση των αγνωστικιζόντων και αθρήσκων και αφετέρου η άκυρη και άκοσμη απολογητική πολεμική διάθεση των θεολογούντων και των κληρικών.


Οι επαμφοτερίζουσες εμμονικές τάσεις, αμφιθυμικές αντιδράσεις και προκαταληπτικές διαθέσεις των μεν εναντίον των δε, στην τελική δεν ωφελούν προς καμία κατεύθυνση, αμαυρώνουν τον διάλογο και σκιάζουν τις ειλικρινείς και έντιμες προθέσεις και προσπάθειες ενίων και τις όποιες δυνατότητες προσέγγισης της αλήθειας των εν λόγω πραγμάτων.


Η ερμηνευτική της Γένεσης, τουλάχιστον για την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τα κατ’ αυτήν θεολογικά δεδομένα, δύναται να ρίξει άπλετο φως στο θέμα της κοσμολογίας και της ανθρωπολογίας σε συνεργασία - και εξάπαντος άνευ ανταγωνιστικής ή και εχθρικής διαλεκτικής προαιρέσεως – με την επιστημονική κοινότητα και τις συνεχείς κατακτήσεις της. Το παραμένον σε κάθε περίπτωση πλεονέκτημα της αποκαλυπτικής διάστασης σε σχέση με την επιστημονική μεθοδολογία, φιλοσοφία και προπαντός δυνατότητα, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από όλους και να μην παρακάμπτεται μέσα στην περιρρέουσα αγνωστικιστική και εκκοσμικευτική ατμόσφαιρα των καιρών, που εν είδει χειμάρρου παρασύρει σε πλάνες, παρεξηγήσεις και παρερμηνείες ακόμη και εκπροσώπους της θεολογικής πλευράς. Την ίδια ώρα δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε την απαράδεκτη απολογητική νοοτροπία εκπροσώπων (προπαντός) χριστιανικών παρεκκλησιαστικών Οργανώσεων, οι οποίοι κατά μίμησιν της δυτικής αντίστοιχης αντιρρητικής διάτρητης παραδόσεως ήρθαν σε παιγνιώδη αντιπαράθεση με την επιστήμη και την αθεΐα, επιτυγχάνοντας, δυστυχώς, τα ακριβώς αντίθετα και ανεπιθύμητα αποτελέσματα και χορηγώντας στους «αντικειμένους» επιχειρήματα και ευλογοφανή προσχήματα, ώστε να προσβάλλουν βάναυσα τη σχετική «χριστιανική» επιχειρηματολογία και να δυσφημούν με δριμύτητα τη γνήσια εκκλησιαστική παράδοση.

Αφορμή του παρόντος αποτέλεσε ένα αναρτημένο κείμενο στο διαδίκτυο αναφορικά με επί σχετικών θεμάτων τοποθέτηση του γέροντος Παϊσίου.[1] Μια οιαδήποτε μαρτυρία για έναν σύγχρονο άγιο οφείλει βεβαίως να είναι ελεγχόμενη ως προς κάθε πτυχή της. Ανεξάρτητα, λοιπόν, με την αξιοπιστία της πηγής, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε την ουσία των επιχειρημάτων που φέρονται εξερχόμενα δια στόματος του σύγχρονου οσίου και τα οποία δεν φαίνεται να απέχουν από το πνεύμα του πατρός, τουλάχιστον για όσους τον γνώρισαν κάπως περισσότερο είτε δια ζώσης είτε δια των γραφομένων του.

Ο π. Παΐσιος φαίνεται να συνδυάζει ένα χωρίο από τον Ιώβ (λη’ 14) με αντίστοιχα χωρία από τη Γένεση (α’ 20-26, β’ 7), στα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης εντοπίζει ουσιαστική διαφορά στον τρόπο της κτίσεως του ανθρώπου και των λοιπών όντων. Πράγματι, στην περίπτωση του ανθρώπου η ποίησις (ποιήσωμεν) συνδυάζεται μονάχα με την πλάσιν, κάτι που δεν ισχύει για τα φυτά, τα άλογα ζώα και τα πτηνά. Στην περίπτωση των τελευταίων δίνεται η εντολή από τον Θεό τής «εξαγωγής» τους από τη «γη» ή από τα «ύδατα», κάτι που δεν καταγράφεται για τον άνθρωπο. Η θεία προσταγή για την άλογη κτίση δικαιολογεί τον τρόπο της εξέλιξης και με την πρόθεση ἐκ (βλ. Γεν. β’ 9) – η διαφοροποίηση ως προς τον άνθρωπο σημαίνεται μάλλον με την πρόθεση ἀπό λίγο παραπάνω (β’ 7). Αυτό δεν το αρνείται, εξάλλου, ούτε η ίδια η Πατερική παράδοση, όπως για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης που μίλησε για την σπερματική «προκαταβολή» της ουσίας των όντων στην αρχή της δημιουργίας, χάρη στην οποία προήχθησαν εξελικτικά και σταδιακά στο είναι. Η ίδια, επίσης, η διήγηση της Γενέσεως με την εξελικτικής διαστάσεως πρόοδο των έξι πρώτων «ημερών» και η σύγχρονη Βιολογία και Γεωλογία συμφωνούν πάνω στη φυσική τάξη και πορεία του εξελικτικού τούτου χαρακτήρος της δημιουργίας του κόσμου.

Ας δούμε, όμως, κάποιες «ειδοποιούς» διαφορές, έστω και αν δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, αλλά αμυδρώς ενυπάρχουν στο βιβλικό κείμενο και σηματοδοτούν την ετερουσιότητα των άλογων και των έλλογων όντων, καθώς και τη συνακόλουθη ετερότητα στον τρόπο της κτίσης τους. Η πρώτη, καθώς είδαμε, είναι η «δημιουργική εντολή» στην περίπτωση των αλόγων, των φυτικών και λοιπών όντων, όχι όμως και στον άνθρωπο, για τον οποίο υπάρχει ιδιαίτερη δημιουργική θεία απόφαση (ποιήσωμεν). Δεύτερον, στα φυτά, στα ζώα και στα πτηνά ακολουθεί και τονίζεται με χαρακτηριστικές επαναλήψεις, ειδικότερα στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως, η φράση «κατά γένος». Η θεία πρόγνωση εν προκειμένω προφανέστατα προλαμβάνει τις αθεϊστικού χαρακτήρος θεωρητικές υποθέσεις περί της εξελικτικής μετάβασης από είδος σε είδος (π.χ. από πίθηκο σε άνθρωπο), υπογραμμίζοντας την ετερότητα και το ασύγχυτον των ειδών – παρομοίως φαίνεται να ενεργεί και στην υπογράμμιση της διττής διάκρισης των φύλων (Γεν. α’ 27). Το αξιοπρόσεχτο εδώ είναι ότι, ενώ η φράση «κατά γένος» ακολουθεί αμέσως μετά το όνομα τής καθεμιάς κατηγορίας ζώων, στον άνθρωπο έπεται αμέσως και με την ίδια πρόθεση (κατά) η φοβερή διατύπωση «κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Πρόκειται, ως διαφαίνεται, για ένα ξέχωρο «γένος», το οποίο ανάγεται και αναφέρεται άμεσα στον ίδιο τον Θεό (Πρ. ιζ’ 28), οπότε δεν μπορεί να τεθεί στο ίδιο οντολογικό επίπεδο με τα λοιπά γένη των ζώντων οργανισμών, χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί και κάτι ολότελα ξένο προς αυτά (δηλούμενο δια της σχετικής ορολογίας, όπως πηλός, γη, χους, ζώον). Τρίτον, ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς». Στο κείμενο της Γένεσης, αμέσως μετά τη δημιουργία του χοϊκού σκεύους (σώματος), αναφέρεται η χορήγηση της πνοής ζωής στο πρόσωπον αυτού (Γεν. β’ 7), ενώ στο χωρίο του Ιώβ το «λαλητόν», όπου έχουμε σαφή υποδήλωση της ύπαρξης λογικής ψυχής στον Αδάμ, κάτι που δεν υφίσταται ούτε για τα ανώτερα θηλαστικά.

Αν θα θέλαμε να δούμε ένα τέταρτο στοιχείο, θα το βρίσκαμε στην πλάση του προπάτορος ως «χοῦ ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. β’ 7). Το ίδιο έχουμε και στο προαναφερθέν χωρίο από τον Ιώβ (λαβὼν γῆν πηλόν), στα οποία φαίνεται ξεκάθαρα ότι ελήφθη «πηλός» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και κατεσκευάσθη το σώμα και το ζωικό ή «κτηνώδες» στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης. Στην ευαγγελική περικοπή με τον εκ γενετής τυφλό βλέπουμε τον Χριστό να χρίει με πηλό τις άδειες κόγχες των οφθαλμών εκείνου και να τον μεταποιεί σε βολβούς (Ιω. θ’ 6-7). Η αναλογία και η υποδήλωση προφανής. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του πρώτου ανθρώπου στην Εδέμ. Αυτός, πάλι με έκτακτο τρόπο (συγκριτικά πάντοτε με τους νόμους της περιρρέουσας εξελικτικής γενέσεως των ορατών και υλικών όντων), από την πλευρά του Αδάμ έφτιαξε έναν δεύτερο άνθρωπο, την Εύα (Γεν. β’ 21-22). Αν συνυπολογίσουμε και το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων (Ματθ. ιδ’ 13-21), τότε τίποτε δεν μας εμποδίζει να αμφισβητήσουμε και να απορρίψουμε τη θεία απερινόητη βούληση για μια θαυματουργικά άμεση (υλο)ποίηση του Αδάμ, σε αντιδιαστολή με τη «φυσικότερη» εξελικτική δημιουργία των λοιπών οργανισμών. Οι φράσεις «ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς» και «ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ, εἰς γυναῖκα» ίσως είναι ενδεικτικές και παραπεμπτικές του τρόπου της δημιουργίας και του πρώτου ανδρός, θέτοντας όπου «πλευρά» τη λέξη «πηλός».

Οι ενστάσεις του τύπου για ποιον λόγο να προτιμήσει τον τρόπο αυτόν ο Θεός, ενώ ήδη, ευθύς εξαρχής και σε αμέτρητο βάθος αιώνων οδηγούσε την εξέλιξη και θα μπορούσε σύμφωνα με αυτήν να ενεργήσει και ως προς τον Αδάμ, δεν είναι κάτι που έχει δικαίωμα ή τη δύναμη να συλλάβει και να απαντήσει η ανθρώπινη μικρότητα και ατέλεια (Ρωμ. ια’ 33-34). Τα κείμενα πάντως σημαίνουν κάποια έκτακτη και άμεση πλάση, στην οποία δεν υπάρχει, βέβαια, ουδείς λόγος να υποθέτουμε ή να φανταζόμαστε οιανδήποτε «κούκλα», που άρχισε να «δερματώνεται» και να «νευρώνεται». Ο τρόπος της κτίσης του υλικού (σωματοψυχικού) στοιχείου της ανθρώπινης φύσης θα συνιστά πάντοτε ένα μυστήριο κρυμμένο στα βάθη της θεότητος, στο οποίο μας εισάγει με αμυδρό τρόπο η «μυθική» (τουτέστιν εικονική και συμβολική) γλώσσα της Βίβλου.

Το έκτακτο και πρωτοφανές της πλάσης του Αδάμ δεν μπορεί, ως είδαμε, να αποκλειστεί και εκ της ακολουθούσης θαυμαστής δημιουργίας της Εύας δι’ αναπλάσεως τμήματος του σώματός του, γεγονός που παραπέμπει στη σημερινή μέθοδο της κλωνοποίησης! Στο σημείο τούτο θα είχαμε τη δυνατότητα να αναφερθούμε σε μια παραλλαγή αυτής της πίστης στην άμεση και ιδιαίτερη δημιουργία του ανθρώπου. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν θα ήταν απίθανο ή βλάσφημο να υποστηρίξουμε μία «κατά γένος» μοναδική εξέλιξη του ανθρώπου ως ξέχωρου είδους κατά τον τρόπο των λοιπών εμβίων όντων. Ίσως αυτή η θεώρηση - υπόθεση δεν θα ήταν τόσο ενοχλητική ή αστοχούσα, αν δεν προέκυπταν εξ αυτής πλείστα όσα άλλα προβληματικά ζητήματα. Για παράδειγμα, ποιον (συγκεκριμένο;) «ανθρωπίδα» επέλεξε ο Θεός να καταστήσει άνθρωπο (εμφυσώντας του λογική ψυχή), χωρίς να αναφέρεται πουθενά η ταυτόχρονη ύπαρξη άλλων ομοειδών «ζώων» (ο Αδάμ ήταν μόνος [Γεν. β’ 18,20]);Γιατί ο δεύτερος άνθρωπος να φτιαχτεί με ύπνωση του πρώτου και όχι με τον ίδιο τρόπο με εκείνον; Πώς εμφανίζονται ο Αδάμ και η Εύα κάτοχοι τοσούτον προχωρημένης λογικής και (δια)λεκτικής ικανότητος (δεν προϋποτίθεται κάποια ισχυρότατη εξέλιξη προς τούτο, γεγονός που δεν υποστηρίζεται με τίποτε στα προϊστορικά δεδομένα;), ως και θεοπτικής δυνατότητος και εμπειρίας; Αυτά και πολλά έτερα συναφή προσκόμματα προβάλλουν αμείλικτα, απτόμενα, θα λέγαμε, και της ίδιας της ιστορικής υπόστασης των προπατόρων.

Το κείμενο και η παράδοση της Εκκλησίας συνηγορούν εν γένει στο έκτακτο και διαφορότροπο της πλάσης του πρωτανθρώπου. Αλλά και την ως άνω υπόθεση (της κατά γένος μοναδικής ανθρώπινης εξέλιξης) αν δεχόμασταν θεωρητικώς κάποια στιγμή αποδειχθείσα δια της μελλούσης προόδου των επιστημών, δεν μπορούμε παρά να επανέλθουμε αναπόφευκτα στο ζήτημα της εξελικτικής προόδου από είδος σε είδος (δαρβινική θεωρία) και στον υπερτονισμό τού «κατά γένος» των όντων στο βιβλίο της Γένεσης. Εδώ έρχεται να μας συνδράμει υπερβατικώ τω τρόπω ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ο γράφων προ ενός έτους έγινε αποδέκτης μιας άγνωστης μέχρι τώρα μαρτυρίας αναφορικά με το καυτό τούτο ζήτημα. Παλαιότερος συνάδελφος βιολόγος, που είχε γνωρίσει εν ζωή τον νεοφανή Άγιο, και ενώ αποχωρούσε από το κελάκι του γέροντος, αφού τον ρώτησε προηγουμένως προσωπικά του ζητήματα, τον σταμάτησε στην πόρτα η φωνή του αγιορείτη: «τι λες για τη θεωρία της εξέλιξης»; Σημειωτέον ότι ο εκπαιδευτικός είχε κατά νου να θέσει το ζήτημα στον όσιο, αλλά στην πορεία της συζήτησής τους το είχε λησμονήσει. Η χαρισματική, εντούτοις, κεραία του αγίου δεν το άφησε αναπάντητο. Η τοποθέτηση του οσίου έγινε με μια ρητορική ερώτηση: «πες τους αν μπορούν να ζευγαρώσουν έναν αρσενικό πίθηκο με μια γυναίκα ή έναν άνδρα με έναν θηλυκό πίθηκο». Το προφανές συμπέρασμα στο οποίο ήθελε ο πολυχαρισματούχος πατήρ να καταλήξει ήταν πως είναι αδύνατη η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο. Η δημιουργία των όντων «κατά γένη» συνηγορεί εν προκειμένω και επαυξάνει τη συγκεκριμένη βιβλική θεώρηση του πράγματος.

Το πρώτο πρόβλημα που δημιουργείται εξάπαντος στην επιστημονική παρατήρηση, αλλά και σε όλους μας, είναι ότι βλέπουμε στον άνθρωπο στοιχεία εξέλιξης μετά την πτώση. Το πιο βασικό, όμως, είναι ότι το μυστήριο της πρώτης μας δημιουργίας απεκρύβη στην πληρότητά του από τον Θεό και λόγω της θόλωσης μέχρι τυφλώσεως των πνευματικών μας οφθαλμών εξαιτίας της εμφάνισης της αμαρτίας, αλλά και χάρη στην ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού, ο οποίος, περιφρουρώντας την ανθρώπινη ελευθερία, αποκαλύπτει στο πλάσμα του μονάχα όσα Εκείνος κρίνει και βούλεται, χωρίς να εκβιάζει στην πίστη την προαίρεση εκάστου λογικού δημιουργήματος. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει και μια ακόμη ουσιαστική παράμετρος. Πόσο, δηλαδή, είναι εφικτό - ακόμη και σήμερα, με την αλματώδη πρόοδο των πάσης φύσεως γνώσεων και της τεχνολογίας - να περιγραφεί ικανοποιητικώς η κατασκευή του πρώτου ανθρωπίνου όντος; Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε εν προκειμένω και τη χαμηλότατη μορφωτική και επιστημονική στάθμη της εποχής κατά την οποία συντάχθηκαν τα βιβλικά κείμενα, τότε προσωπικά δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο δεν ήθελε ή δεν ήταν κατορθωτό στον σχεδιασμό της θείας οικονομίας να παραδώσει με πιο εύστοχο τρόπο τα αρχέγονα και υπερφυή εκείνα γεγονότα, όσον αφορά ακόμα και το επίπεδο της σωματικής διάστασης της ανθρώπινης ολότητος - πόσω δε μάλλον επί της ψυχικής και πνευματικής αντίστοιχης!

Σε γενικές γραμμές θα είχαμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι μονάχα η δημιουργία του ανθρώπου ακατάληπτη και μυστηριώδης, αλλά ακόμη και η εξελικτική διαδικασία της γενέσεως των υπολοίπων ειδών ενέχει ανερμήνευτα στοιχεία, όπως για παράδειγμα, σύμφωνα και με την εύστοχη παρατήρηση φίλου φυσικού, τα «άλματα» από την άβια στην έμβια ύλη και η ομόλογη μετάβαση στη νοημοσύνη, τα οποία ευκολότερα οδηγούν στην πίστη σε μια έκτακτη θεία παρέμβαση παρά σε φυσικές λειτουργίες εντός του σύμπαντος. Έτσι, φαίνεται πως δεν υπάρχει καταλληλότερη γλώσσα περιγραφής των εν λόγω βιβλικών γεγονότων από την επιλεγείσα «μυθική». Σε τελική ανάλυση, αυτό που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου είναι πως πρόκειται κατά βάση για θεολογικά κείμενα, των οποίων η πεμπτουσία εστιάζεται στη διάκριση κτίσης και Κτίστου και στην προβολή της μεταξύ τους σχέσης.

Εκείνο που δυνάμεθα (τόσο εξ αυτών τούτων των πραγμάτων, όσο και δια των επιστημονικών μεθόδων και οργάνων) να παρατηρήσουμε μετά την έξοδο από τον πρώτο Παράδεισο είναι οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, οι οποίες εντοπίζονται και στους νόμους της εξέλιξης, στη φθορά και στον θάνατο. Θα λέγαμε πως οι «δερμάτινοι χιτώνες» (Γεν. γ’ 21) τους οποίους περιεβλήθησαν οι πρωτόπλαστοι σηματοδοτούν και την είσοδο, μάλλον την πτώση – παράδοση της φύσης μας στους νόμους της κτιστότητάς της, υπεράνω των οποίων και των συνεπειών τους ίστατο μέχρι την ώρα εκείνη εξαιτίας των νόμων της Χάριτος, εν ενεργεία όντας εν τη Εδέμ. Μαρτυρείται, άλλως, η έκπτωση από το αρχέγονο κάλλος, η απώλεια της στολής της αφθαρσίας (της Χάρης του Θεού, της αγιότητος) και η παραχώρηση στη φύση μας των άφευκτων συνεπειών της κτιστότητος - οι οποίες λειτουργούν αναποδράστως, αν και εφόσον δεν παρεμβληθεί ο υπερβατικός παράγων της άκτιστης θείας ενέργειας – τις οποίες υφίστατο ήδη, σύμφωνα με κάποιους Πατέρες, η λοιπή άλογη κτίση, συρόμενη άκουσα και βιαίως σε αυτήν την τραγική κατάσταση και άνευ δικής της υπαιτιότητας, λόγω της ανθρώπινης αμαρτωλότητος (Ρωμ. η’ 20-22).

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βλέπουμε να λειτουργούν μετά την πτώση οι νόμοι της εξέλιξης εντός του ανθρώπινου γένους (σταδιακή απώλεια κοσμολογικής και θεολογικής γνώσεως, διαστροφή φυσικών χαρακτηριστικών, ανταγωνισμός των φύλων, διαφοροποίηση σε φυλές, ασθένειες, γήρανση, θάνατος). Είναι πλούσια η γκάμα των Πατερικών ερμηνειών επί του εν λόγω ζητήματος. Πιθανότατα, αν δεν συνέβαινε η πτώση του Αδάμ, δεν θα ατενίζαμε τελούντα εν ενεργεία πολλά πράγματα και καταστάσεις από όσες μας φαίνονται σήμερα εντελώς φυσικές (για παράδειγμα η νυν λειτουργία των φύλων και οι ασθένειες). Το θέμα, ωστόσο, δεν έγκειται σε αυτό το επίπεδο ούτε για τον Θεό ούτε για τον άνθρωπο. Βρίσκεται εξάπαντος στην ανάκτηση της απολεσθείσης Χάριτος δια της μετανοίας και των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Η ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας και των ψιλών γνωστικών επιθυμιών της φύσης μας δεν είναι σε καμιά περίπτωση το ζητούμενο για εμάς, όσο η οντολογική γνώση του Θεού δια της κοινωνίας μαζί Του. Μετά την πλήρωση αυτής της παραμέτρου δίδεται άνωθεν και πάσα η κοσμολογική και ανθρωπολογική γνώση, όπως το παρατηρούμε στην περίπτωση ουκ ολίγων Αγίων.

Σήμερα η Βιολογία εντοπίζει τεράστιες ομοιότητες στο DNAτου ανθρώπου με αυτό των ζώων.[2] Η επιστήμη (και δη η άθρησκη εκπροσώπησή της) διακηρύσσει τοιουτοτρόπως πανηγυρικά την προκαταληπτικής και μονομερούς διάστασης φυσιοκρατική – ίσον ειδωλολατρική – θέασή της στην κοσμολογική ερμηνεία του σύμπαντος. Ο χριστιανός, αντίθετα, διορά εν προκειμένω το άπειρο, ακατάληπτο και υπερθαύμαστο σχέδιο του Κυρίου, ο οποίος μέσα στην ομοουσιότητα του κτιστού είναι ξεχώρισε ένα ον, τον άνθρωπο, και τον συνέδεσε με την αόρατη και πνευματική δημιουργία του (τους αγγέλους), πάνω από όλα όμως και, όπερ το ύψιστον, με τον ίδιο τον Εαυτό του (κατ’ εικόνα). Ο χους εξάπαντος περιέχει στοιχεία που μεταποιημένα συνέστησαν το ανθρώπινο γονιδίωμα, ως και το αντίστοιχο των υπόλοιπων ζώων. Ο παντοδύναμος Θεός των άπειρων γαλαξιών πάντη φυσικά (ως προς τον ίδιο), άνετα και αβίαστα ενήργησε εκτάκτως την ποίηση του Αδάμ, του ιερέως, της κορωνίδος, της σύνοψης της ορατής και αοράτου κτίσεώς Του. Γιατί, άραγε, να μη συνέβη το αντίστροφο και ο υπόλοιπος κόσμος να εποιήθη καθ’ ομοίωσιν του Αδάμ, του τελειότερου κτίσματος του Θεού, μιλώντας εν προκειμένω με κάποια θεολογική ελευθεριότητα; Η ομοιότητα, μάλιστα, τούτη εντείνεται όσο προχωράμε προς τα ανώτερα θηλαστικά, δηλαδή ολίγον προ της κτίσεως του ανθρώπου. Εμείς, αντιθέτως, βλέπουμε αντεστραμμένα (μάλλον διεστραμμένα) τα πράγματα, με τις διόπτρες της αθεΐας και του στυγνού επιστημονισμού, υποβιβάζοντας τον θεοειδή Αδάμ σε μία εξ αλόγων και κατωτέρων κτηνών υποθετική προέλευσή του.

Ο Αδάμ ήταν ένα σχεδόν τέλειο (: δεν είχε τελειωθεί εν Χριστώ ακόμη) δημιούργημα, ποιηθέν κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό σημαίνεται ή υποδηλώνεται εντός του κειμένου με την αναφορά στην υπ’ αυτού χρήση ενδιάθετου και προφορικού λόγου, στη δυνατότητά του να συνομιλεί με τον ίδιο τον Θεό και στη ρητή αποκάλυψη της βαθύτερης τελολογίας τού είναι του, στο καθ’ ομοίωσιν της Τριάδος. Αυτά όλα προϋποθέτουν ύψιστο βαθμό ανάπτυξης και κατ’ ουσίαν ποιότητος, τα οποία δεν φαίνονται εξηγούμενα επαρκώς παρά μονάχα με τον τρόπο μιας ετερότροπης δημιουργίας του εκ Θεού. Πιθανότατα η ομοιότητα με το πρωτότυπό του - τον εκ του μέλλοντος ερχόμενο σαρκωθέντα Λόγο, τον Έσχατο Αδάμ (Α’ Κορ. ιε’ 45) – επεκτεινόταν και στο σωματικό είδος, στην εξωτερική μορφή. Η εξέλιξη την οποία επεδέχετο ο Αδάμ, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Κυρίου, θα ήταν, κατεξοχήν και πάνω από οτιδήποτε άλλο, πνευματικής φύσεως. Πρόκειται περί της θεουργικής ενχρίστωσής του (Γεν. α’ 26),εφόσον αυτοπροαίρετα θα αγωνιζόταν αγιοπνευματικά στην τήρηση της θείας εντολής (Γεν. γ’ 2-3). Η συνέχεια είναι γνωστή. Η πτώση από τη θεία ζωή τον οδήγησε σε πολυεπίπεδη κατάπτωση, στην υπαγωγή του στους νόμους της φυσικής εξελικτικής διαδικασίας και των λοιπών όντων, στον μοιραίο κύκλο της υποταγής στην ενδοκτισιακή ανάγκη άχρι θανάτου και στην επιβάρυνση του γονιδιώματός του με τα στίγματα της αμαρτίας, τους τύπους της αρνητικής ψυχοσωματικής κληρονομικότητος και την πολυδιάστατη κατ’ αυτού εχθρότητα του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Την αναστολή της θανατηφόρας τούτης διαδικασίας αναστέλλει η Σάρκωση του Λόγου με τη δωρεά της Χάρης των Μυστηρίων και του αγώνα της μετανοίας και την ολοκληρώνει το σχέδιο της Τριαδικής Οικονομίας δια της αναπλάσεως της ημετέρας πεπτωκυίας φύσεως κατά την κοινή εξανάσταση των νεκρών και της προσδοκώμενης ανακαίνισης του σύμπαντος άμα τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

Οι φυσιοκρατικές ερμηνείες (τύπου δαρβινικής), αλλά και έτερες απομυθευτικές με πάτρωνες ενίους βιβλικούς και άλλους θεολόγους (καταγωγή της ιστορίας και της θεολογίας της Δημιουργίας στο επίπεδο του απλού μύθου και του ψιλού συμβολισμού), όπως και πάσα αιρετική θεωρία, αποτελούν προφανώς καρπό στείρας λογοκρατικής και δαιμονικής προέλευσης και εισήγησης. Σώζεται ένα παεριστατικό με τον όσιο γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη, που αισθάνθηκε δυσωδία (σημείο εκ Θεού) εξερχόμενη από συνομιλητή του θεολόγο, ο οποίος πίστευε στις πλανεμένες αυτές περί εξελίξεως θεωρίες.[3] Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απάντηση του ηγιασμένου πατρός, η οποία καταδεικνύει πως το προκείμενο ερμηνευτικό πρόβλημα εστιάζεται κατεξοχήν στην έλλειψη των ορθοδόξων προϋποθέσεων, των τόσο υπονομευμένων και ελλειπουσών στις μέρες μας: «Καλά, όταν εκθέτης μια θεωρία, μια αντίληψι, γιατί δεν παίρνεις ορθοδόξους θεολόγους, αγίους Πατέρας, αλλά παίρνεις από τους άλλους, τους ξένους, τους Προτεστάντες, τους Εβραίους, τους Μασώνους…, αυτοί δεν είναι χριστιανοί! Γιατί δεν παίρνεις τους αγίους Πατέρας; Τότε κατοχυρώνεται μια θεωρία ή μία άποψις όταν βεβαιώνεται είτε από την Αγία Γραφή είτε από τους αγίους θεοφόρους Πατέρας» (η υπογράμμιση δική μας).

Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την εξέλιξη ούτε κοντράρεται με την επιστημονική κοινότητα. Άλλωστε, και νόημα δεν έχει τούτο (ανυπόστατο γαρ εκ της απλής ακόμη παρατήρησης), αλλά και την ίδια την επιστήμη ο Θεός την εποίησε και την ευλόγησε μέσα στο κατ’ εικόνα της δημιουργίας μας. Αυτό που κάνει η εκκλησιαστική Παράδοση είναι αφενός να συνεισφέρει χαρισματικά στη διαδικασία της ερμηνείας του κόσμου και αφετέρου να την τελειώνει στο εσχατολογικό και ευχαριστιακό γεγονός της θέωσης εν Χριστώ και Πνεύματι. Το πιο σημαντικό, εξάλλου, το οποίο δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε είναι ότι η δημιουργία είναι μια διηνεκής διαδικασία που ολοκληρώνεται – ει και ατέλεστος κατ’ ουσίαν και αέναος - στη Βασιλεία του Θεού και έχει εσχατολογική πηγή και προορισμό, ανατρέποντας τις ψυχολογικές μας και λοιπές αντιληπτικές προσλαμβάνουσες και δυνατότητες για τον χρόνο, τον τρόπο, τον τόπο και την αιτία του οντολογικού μέγιστου προορισμού της υπάρξεώς μας, δηλαδή της θεώσεως. Με λίγα λόγια, το πρωτεύον δεν είναι – ακόμη ούτε στην αρχική δημιουργία – η πλάσις, αλλά η ανάπλασις εν Χριστώ της ανθρώπινης ενυπόστατης φύσεως, δηλαδή η πλήρης και αιώνια κοινωνία με την υπερούσιο και άκτιστη Τριαδική Θεότητα.

Ο Θεός Πατήρ έπλασε τον χοϊκό (ψυχοσωματικό) άνθρωπο με τα δυο χέρια Του, τον Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα. Και τον στόλισε άμεσα με ένα ακόμη, το πλέον σημαντικό, υπαρκτικό ένδυμα: την άκτιστη θεοποιό Χάρη Του (πνοή ζωῆς). Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ἅμα δὲ τὸ σῶμα καὶἡ ψυχὴ πέπλασται, οὐ τὸ μὲν πρότερον, τὸ δὲὕστερον».[4] Ο θεολόγος πατήρ συνεχίζει με τις φυσικές καταβολές της αρχικής μας πλάσης: άκακος, ενάρετος, άλυπος, μικτός προσκυνητής, επόπτης και μύστης ορατής και νοουμένης κτίσεως και πολλά άλλα ακόμη. Η Εκκλησία, επίσης, ψάλλει: «Γῆθέν μου τό σῶμα διέπλασας, δέδωκάς δέ μοι ψυχήν τῇ θείᾳ σου καί ζωοποιῷἐμπνεύσει». Ρίχνοντας μια ματιά στην ορθόδοξη εικονογραφία και δη στην παράσταση της Αναστάσεως, θωρούμε τον Αδάμ και την Εύα ως ιστορικά πρόσωπα και όχι σαν συμβολικές παραστάσεις. Οι Προπάτορές μας τούτοι ενετάχθησαν στο εκκλησιαστικό Αγιολόγιο και εορτάζονται κάθε χρόνο από τα πλήθη των Ορθοδόξων πιστών μέσα στον μήνα Δεκέμβριο. Με όλα, επομένως, τα παραπάνω και, προπαντός, με τις ορθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις – με αυτές προσπαθήσαμε εν προκειμένω να προσεγγίσουμε τόσο δύσκολα και όχι ακίνδυνα ζητήματα, χωρίς εξάπαντος να διεκδικούμε δάφνες θεοπνευστίας και αλαθήτου, εν γνώσει μας δε των ποικίλων ενστάσεων που θα εγερθούν - μπορούμε να εγκύψουμε εκ νέου στο μυστήριο της πρώτης δημιουργίας του Ανθρώπου και, ψηλαφώντες ακροθιγώς, με φόβο, τρόμο και άκρα ταπείνωση και ευλάβεια, τα ελάχιστα παραδοθέντα σε μας ίχνη του, να αναφωνήσουμε και πάλι και πάντα και στους αιώνες δοξολογικώς μαζί με τον προφητάνακτα Δαυίδ: «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳἐποίησας»!

Κ.Ν.


ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΤΟ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΒΙΝΤΕΟ

ΜΕ ΤΟΝ π. ΕΙΡΗΝΑΙΟ ΔΕΛΗΔΗΜΟ ΜΕ ΘΕΜΑ

Κοσμολογία και Γένεση




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου