Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

ΟΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ!


ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ 
(14/3/1957)






ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ

Στις 5 Δεκεμβρίου 1955 (17 ετών) πήγε αντάρτης στα βουνά της Πάφου. Ηταν μια καλά προετοιμασμένη ενέργεια, αποτέλεσμα σοβαρού προβληματισμού και έντονων αισθημάτων, για τους ανθρώπους που αγαπούσε, για τα ιδανικά του, για την πατρίδα του, και για την λατρεία του για την ελευθερία.

Το βάπτισμα του πυρός πήρε στην επίθεση κατά του Αστυνομικού Σταθμού Δρούσειας λίγο πριν τα Χριστούγεννα 1955, και η δράση του συνεχίστηκε στους επόμενους 12 μήνες στα χωριά της Πάφου, στο Κτήμα, μετά στη Λευκωσία, και πίσω στην Πάφο, στα χωριά Τάλα, Τσάδα, Λυσό, Κινούσα, Πωμό, Πολέμι, Παναγιά, και Χόλη.

Την νύκτα της 18 Δεκεμβρίου 1956 (18 ετών) συνελήφθηκε από τους Αγγλους μαζί με άλλους συντρόφους του μεταφέροντας οπλισμό κοντά στο χωριό Λυσός στην Πάφο.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1957 κατηγορήθηκε για μεταφορά πυροβόλου όπλου (bren-gun), αψηφώντας τις επιπτώσεις παραδέχτηκε ενοχή, και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Την λατρεία του για την ελευθερία, αποτύπωσε στο πηγαίο του ποίημα ΛΕΥΤΕΡΙΑ και που αφησε σαν αποχαιρετηστήριο στους συμμαθητές του :


ΛΕΥΤΕΡΙΑ

Παλιοί συμμαθηταί,

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ


Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια


να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.


Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα


μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.


Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη


κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.


Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι


Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.


Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια


να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.


Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,


το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.


Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,


βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.


Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου


και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.


Γειά σας παλιοι συμμαθηται. 

Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.


Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, 

ένα παλιό του φίλο,


Ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια


να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.


Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.


Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.


5/12/1955 ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ 


«Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»





«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα


μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.


Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.


Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης τους δεμένος,


οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,


η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.


Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.


Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.


Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,


ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,


και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.


Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.


Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η Τρίτη που διαβάζει,


μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.


- Παρόντες όλοι;


- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.


- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος∙ και με φωνή που τρέμει:


- Σήκω Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.


Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,


αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει


να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.


- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,


στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,


συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,


και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.


Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ σα κλαμένα νιάτα,


που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,


έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο».



ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΣΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ 

ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου