Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΥΣ...

 Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ


Του Μάνου Λαμπράκη

Η Ελλάδα δεν κυβερνάται πια πολιτικά.

Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που οφείλει να ειπωθεί χωρίς φόβο και χωρίς την ψυχολογική ανάγκη να διασωθούν οι λέξεις από τη σημασία τους.

Η Ελλάδα ρυθμίζεται.

Επιτηρείται συναισθηματικά. Συντηρείται νευρολογικά.

Το σύγχρονο κράτος δεν ενδιαφέρεται τόσο να πείσει τον άνθρωπο όσο να τον κρατήσει λειτουργικό.

Να συνεχίσει να εργάζεται, να καταναλώνει, να ψηφίζει, να αγχώνεται μέσα σε ελεγχόμενα όρια, να εκτονώνεται ψηφιακά και να επιστρέφει πειθήνια στη μικρή καθημερινή του τροχιά. Όπως οι δορυφόροι γύρω από έναν νεκρό πλανήτη.

Και αυτή είναι η πιο εξελιγμένη μορφή εξουσίας που γνώρισε ποτέ η Ιστορία.

Όχι η δικτατορία που απαγορεύει.

Η δημοκρατία που νανουρίζει.

Όχι ο χωροφύλακας που χτυπά την πόρτα μέσα στη νύχτα.

Ο αλγόριθμος που γνωρίζει ήδη τι θα επιθυμήσεις πριν ακόμη το επιθυμήσεις.

Γι’ αυτό και το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν φοβάται ιδιαίτερα τις ιδεολογίες.

Φοβάται μόνο έναν τύπο ανθρώπου: εκείνον που μπορεί να μείνει μόνος χωρίς να καταρρεύσει.

Εκείνον που δεν έχει ανάγκη τη διαρκή επιβεβαίωση.

Τον άνθρωπο που μπορεί να καθίσει σιωπηλός μπροστά στη θάλασσα ή μπροστά σ’ έναν τάφο και να αντέξει το εσωτερικό του κενό χωρίς να ανοίξει αμέσως το κινητό του τηλέφωνο.

Aυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος.

Δεν καταναλώνεται εύκολα.

Δεν χειραγωγείται εύκολα.

Δεν μετατρέπεται εύκολα σε ψηφιακό προφίλ.

Είναι ο τελευταίος ελεύθερος άνθρωπος μέσα στην αυτοκρατορία των δεδομένων.

H εποχή μας μισεί τόσο βαθιά τη σιωπή.

Τη γελοιοποιεί.

Τη φοβάται.

Τη μετατρέπει σε παθολογία.

Ο άνθρωπος πρέπει διαρκώς να μιλά, να σχολιάζει, να δημοσιεύει, να απαντά, να εκτίθεται, να αποδεικνύει ότι υπάρχει.

Το σύγχρονο σύστημα δεν παράγει πολίτες αλλά εκπεμπόμενα σήματα.

Μονάδες συνεχούς επικοινωνιακής δραστηριότητας.

Ο νεοέλληνας κοιμάται και ξυπνά μέσα σε μία ατελείωτη ηλεκτρονική λειτουργία, όπου τα notifications έχουν αντικαταστήσει τις καμπάνες, οι influencers τους παλαιούς προφήτες και τα trends τις συλλογικές ιδέες περί αλήθειας.

Η παλαιά μεταφυσική αγωνία αντικαταστάθηκε από έναν πανικό αορατότητας.

Ο άνθρωπος δεν φοβάται πλέον τον θάνατο όσο φοβάται μήπως πάψει να εμφανίζεται στη ροή των άλλων.

Κι έτσι η χώρα άρχισε να χάνει αργά το εσωτερικό της βάθος. Όχι μόνο πολιτικά.

Οντολογικά.

Η Ελλάδα υπήρξε κάποτε τόπος όπου ακόμη και ο αγράμματος βοσκός κουβαλούσε μέσα του τραγική επίγνωση του κόσμου. Ένας λαός που έθαβε τους νεκρούς του κοιτώντας το Αιγαίο, που έχτιζε εκκλησίες σε γκρεμούς και θέατρα κάτω από ουρανούς γεμάτους άστρα, γνώριζε κάτι που ο σημερινός τεχνοκρατικός άνθρωπος έχει σχεδόν λησμονήσει: ότι η ζωή δεν είναι project διαχείρισης αλλά σύγκρουση με το άγνωστο.

Ο Οιδίποδας, ο Αίας, ο Προμηθέας, ο Μακρυγιάννης, ακόμη και οι σιωπηλοί άνθρωποι των νησιών και των χωριών, δεν ζητούσαν ασφάλεια.

Ζητούσαν μορφή απέναντι στο χάος.

Σήμερα αντιθέτως το κράτος παράγει έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο: τον μόνιμα κουρασμένο άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που εργάζεται αδιάκοπα χωρίς να γνωρίζει γιατί.

Που ενημερώνεται διαρκώς χωρίς να κατανοεί τίποτε.

Που μιλά συνεχώς χωρίς να λέει τίποτε.

Που ερωτεύεται χωρίς να εγκαταλείπεται.

Που διασκεδάζει χωρίς να χαίρεται.

Που πηγαίνει σε συναυλίες, θέατρα, πολιτικές συγκεντρώσεις, ακόμη και σε διαδηλώσεις, όπως πηγαίνει σε εμπορικά κέντρα: για να αισθανθεί για λίγα λεπτά ότι ανήκει κάπου.

Και ύστερα επιστρέφει μόνος στο διαμέρισμά του, φωτισμένος από την μπλε ακτινοβολία μιας οθόνης, σαν τελευταίος επιζών πολιτισμού που πέθανε χωρίς να το αντιληφθεί.

Εδώ αρχίζει η μεγάλη ελληνική τραγωδία της εποχής μας.

Όχι επειδή χάσαμε χρήματα, παραγωγή ή γεωπολιτική ισχύ. Αλλά επειδή χάσαμε την ικανότητα να παράγουμε εσωτερικό άνθρωπο.

Η χώρα γεμίζει πανεπιστήμια αλλά αδειάζει από παιδεία. Γεμίζει «πολιτιστικές δράσεις»

αλλά αδειάζει από πολιτισμό. Γεμίζει δημόσιο λόγο αλλά αδειάζει από σκέψη.

Ακόμη και το θέατρο, εκείνο το πεδίο που κάποτε είχε την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σταθεί απέναντι στην εξουσία, μετατράπηκε σιγά-σιγά σε ένα ασφαλές οικοσύστημα κρατικής αισθητικής.

Επιδοτούμενες αγωνίες. Προσεκτικές επαναστάσεις. Πολιτικές χειρονομίες με χορηγούς και επικοινωνιακή στρατηγική.

Γι’ αυτό και κάποια στιγμή ήταν αναπόφευκτο να έρθει εκείνη η φράση: ότι τελείωσε η σχέση με το θέατρο, με τις παραστάσεις, με τις εκδόσεις για το θέατρο, όχι από μίσος προς την τέχνη αλλά από αδυναμία να αντέξει κανείς άλλο την ψευδαίσθηση ζωντάνιας μέσα σε έναν χώρο που συχνά λειτουργεί σαν νεκροταφείο επιδοτούμενων χειρονομιών.

Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική.

Το συνέδριο γίνεται θέαμα.

Η τραγωδία γίνεται infographic.

Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου συνυπάρχει την ίδια στιγμή με ομιλίες περί «ευημερίας», «ανθεκτικότητας» και «παραγωγικού μετασχηματισμού».

Η χώρα πενθεί και το πολιτικό σύστημα απαντά με PowerPoint.

Κι έτσι η πραγματικότητα αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική σχιζοφρένεια.

Από τη μία πλευρά άνθρωποι που πέφτουν από μπαλκόνια, παιδιά εξαντλημένα από την εσωτερική ερημία, οικογένειες διαλυμένες από την οικονομική και ψυχική πίεση και από την άλλη μια πολιτική τάξη που μιλά σαν να διαχειρίζεται start-up τεχνολογίας επάνω σ’ έναν πλανήτη χωρίς θάνατο.

Μόνο που ο θάνατος υπάρχει.

Και επιστρέφει πάντα.

Επιστρέφει στα Τέμπη.

Στις αυτοκτονίες.

Στη μοναξιά των νέων.

Στην κατάρρευση της αφής.

Στον άνθρωπο που δεν αντέχει πια να κατοικεί τον εαυτό του. Και όσο περισσότερο μια κοινωνία προσπαθεί να αποκρύψει τον θάνατο κάτω από διαφημίσεις ευτυχίας τόσο πιο βίαια εκείνος επιστρέφει σαν ιστορική εκδίκηση.

Ο νεοέλληνας σήμερα ζει μέσα σε μια παράξενη μεταφυσική κατάσταση: διαθέτει περισσότερα μέσα επιβίωσης από ποτέ και λιγότερους λόγους να συνεχίσει.

Αυτό είναι το αληθινό πρόβλημα του πολιτισμού μας.

Και όμως, αληθινά, εδώ βρίσκεται η τελευταία ίσως δυνατότητα ελπίδας, ακριβώς μέσα από αυτή την κατάρρευση μπορεί να γεννηθεί ένας νέος τύπος ανθρώπου.

Όχι ο αισιόδοξος άνθρωπος των διαφημίσεων.

Ούτε ο «επιτυχημένος».

Αλλά ο άνθρωπος που θα ξαναμάθει να αντέχει.

Να αντέχει τη μοναξιά χωρίς να αυτοδιαλύεται.

Να αντέχει τον έρωτα χωρίς να τον μετατρέπει αμέσως σε δημόσια εικόνα.

Να αντέχει την ιστορία χωρίς να ζητά συνεχώς αναισθησία.

Να ξαναβρίσκει τη σχέση με τη γλώσσα, με τη θάλασσα, με την ποίηση, με τη σιωπή, με τον ουρανό.

Γιατί ο ελληνισμός ποτέ δεν υπήρξε διοικητική κατασκευή. Ήταν πάντοτε ένας τρόπος να στέκεσαι απέναντι στο χάος με μορφή.

Και εδώ βρίσκεται η μοναδική πραγματική πολιτική πρόταση εξόδου από τη δυστοπία: όχι μια νέα κυβέρνηση αλλά μια νέα εσωτερική ανδρεία.

Μια επανάσταση αθόρυβη, σχεδόν αόρατη, όπου ο άνθρωπος θα αρνηθεί να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε δεδομένο, σε καταναλωτή, σε ψηφιακή σκιά του εαυτού του.

Να ξαναγίνει πρόσωπο.

Να ξανασηκώσει μέσα του ουρανό.

Γιατί μόνο τότε η Ελλάδα θα πάψει να είναι ένα κουρασμένο κρατίδιο της Μεσογείου που διαχειρίζεται στατιστικά την παρακμή της και θα ξαναγίνει αυτό που υπήρξε κάποτε.

Ο τόπος όπου ο άνθρωπος, ενώ γνωρίζει ότι θα πεθάνει, εξακολουθεί να δημιουργεί ομορφιά απέναντι στο μηδέν.



ΠΗΓΗ 


   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου