Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΞΥΛΙΝΟΥΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥΣ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΤΩΝ ΑΝΟΜΩΝ!

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΓΙΟΡΤΑΖΕΤΑΙ. ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ! 
(ΜΕΡΟΣ Α΄ – Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΑΝΟΜΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ)



Του Νίκου Καραχάλιου*

Την εβδομάδα που κλείνει με τη Γιορτή της Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός επέλεξε να την ανοίξει με την κανονικοποίηση της ανομίας.

Η διατύπωση είναι σκληρή. Ίσως ενοχλήσει. Όμως οι επέτειοι της Δημοκρατίας δεν υπάρχουν για να ανακυκλώνουν ευχάριστες βεβαιότητες. 

Υπάρχουν για να μας υποχρεώνουν να αναμετριόμαστε με την πραγματικότητα. 

Να αναρωτιόμαστε αν οι θεσμοί που οικοδομήθηκαν μετά την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας εξακολουθούν να υπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν ή αν, σταδιακά, αποδυναμώνονται μέσα από τη συνήθεια, την ανοχή και την παραίτηση.

Δεν πρόκειται για μια ακόμη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Η Δημοκρατία αντέχει τις συγκρούσεις. Αυτό που δεν αντέχει είναι η σταδιακή μετατόπιση των ορίων του θεσμικά αποδεκτού. 

Δεν κινδυνεύει μόνο όταν παραβιάζεται ο νόμος. Κινδυνεύει όταν η παραβίαση του νόμου παύει να προκαλεί πολιτικό και κοινωνικό σοκ. Όταν η λογοδοσία παρουσιάζεται ως υπερβολή και ο έλεγχος της εξουσίας ως εμπόδιο στη διακυβέρνηση.

Η 24η Ιουλίου δεν είναι μια ακόμη εθνική επέτειος. Είναι η ημέρα κατά την οποία η Ελλάδα επέστρεψε στη δημοκρατική ομαλότητα ύστερα από επτά χρόνια δικτατορίας. 

Είναι η ημέρα που υπενθυμίζει πως η Δημοκρατία δεν είναι μια ιστορική κατάκτηση που διατηρείται αυτόματα. Είναι μια καθημερινή άσκηση αυτοπεριορισμού της εξουσίας, λογοδοσίας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Πενήντα δύο χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η Ελλάδα δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με τανκς. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με έναν πολύ πιο ύπουλο αντίπαλο: τη σταδιακή διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Η Δημοκρατία δεν ταυτίζεται με τη διεξαγωγή εκλογών. Οι εκλογές αποτελούν την αφετηρία της δημοκρατικής νομιμοποίησης, όχι το τέλος της. Μια ώριμη Δημοκρατία προϋποθέτει ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διάκριση των εξουσιών, ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, διαφάνεια, λογοδοσία και ίσους κανόνες για όλους.

 Η νομιμοποίηση μιας κυβέρνησης δεν απορρέει μόνο από την κάλπη. Ανανεώνεται καθημερινά από την προθυμία της να υπόκειται στον ίδιο έλεγχο που απαιτεί από τους πολίτες.

Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του Πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Κάθε Πρωθυπουργός έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να υπερασπίζεται την κυβέρνησή του και τα στελέχη της όταν θεωρεί ότι αδικούνται. 

Όμως σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία υπάρχει ένα λεπτό αλλά κρίσιμο όριο: άλλο η πολιτική υπεράσπιση και άλλο η θεσμική αξιολόγηση διαδικασιών που βρίσκονται στην αρμοδιότητα ανεξάρτητων ελεγκτικών και δικαστικών αρχών.

Όταν ο Πρωθυπουργός κάνει λόγο για «έναν ακόμη πύργο από λάσπη που κατέρρευσε», η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τη διερεύνηση μιας υπόθεσης στη σύγκρουση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Όταν χαρακτηρίζεται μια δικογραφία «εξαιρετικά ασθενής», το ζήτημα δεν είναι αν η εκτίμηση είναι σωστή ή λανθασμένη. Το ζήτημα είναι ποιος την εκφράζει. 

Σε μια συντεταγμένη δημοκρατία, η ποιότητα μιας δικαστικής έρευνας αξιολογείται από τη Δικαιοσύνη και όχι από την εκτελεστική εξουσία, ιδιαίτερα όταν η ίδια αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου.

Και όταν ασκείται δημόσια κριτική στους Ευρωπαίους εισαγγελείς ή στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ακόμη σοβαρότερο. Η προσοχή μετατοπίζεται από την ουσία της υπόθεσης στη νομιμοποίηση εκείνων που έχουν την ευθύνη να την ερευνήσουν.

Δεν πρόκειται για νομική παρατήρηση. Πρόκειται για θεσμική αρχή.

Η Δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν οι θεσμοί ελέγχουν την εξουσία.

Δοκιμάζεται όταν η εξουσία αρχίζει να αντιμετωπίζει τον θεσμικό έλεγχο ως πολιτικό πρόβλημα.

Ας είμαστε απολύτως σαφείς. Το τεκμήριο αθωότητας είναι αδιαπραγμάτευτο. Κανείς δεν μπορεί να καταδικάζεται στη δημόσια σφαίρα πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη. 

Το ίδιο αδιαπραγμάτευτη όμως είναι και η ανεξαρτησία των θεσμών που έχουν την ευθύνη του ελέγχου. Οι δύο αυτές αρχές δεν συγκρούονται. Συμπληρώνουν η μία την άλλη και αποτελούν τον πυρήνα κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η πολιτική ευθύνη, άλλωστε, δεν ταυτίζεται με την ποινική ευθύνη. Είναι ευρύτερη. Γι’ αυτό και η λογοδοσία δεν αρχίζει όταν εκδοθεί μια δικαστική απόφαση. Αρχίζει από τη στιγμή που τίθενται εύλογα ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών.

Η μεγαλύτερη απειλή, επομένως, δεν είναι μια συγκεκριμένη υπόθεση. Ούτε μια κυβέρνηση. Ούτε ένα κόμμα.

Η μεγαλύτερη απειλή είναι η σταδιακή εμπέδωση μιας πολιτικής κουλτούρας σύμφωνα με την οποία κάθε έλεγχος θεωρείται εχθρική πράξη, κάθε ανεξάρτητη αρχή αντιμετωπίζεται με καχυποψία όταν δεν επιβεβαιώνει τις κυβερνητικές θέσεις και κάθε υπόθεση διαφθοράς μετατρέπεται σε έναν ακόμη γύρο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.

Κάπου εκεί χάνεται το ουσιώδες ερώτημα.

Δεν είναι αν κερδίζει επικοινωνιακά η κυβέρνηση ή η αντιπολίτευση.

Είναι τι συμβαίνει στους ίδιους τους θεσμούς.

Γιατί οι Δημοκρατίες δεν καταρρέουν μόνο με πραξικοπήματα. Φθείρονται όταν οι πολίτες συνηθίζουν να πιστεύουν ότι η παραβίαση των κανόνων είναι μέρος της πολιτικής κανονικότητας. Όταν η λογοδοσία θεωρείται υπερβολή. Όταν η διαφάνεια αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια. Όταν η ανομία παύει να προκαλεί έκπληξη.

Η διαφθορά δεν θριαμβεύει όταν αποκαλύπτεται. Θριαμβεύει όταν παύει να εκπλήσσει.

Και από τη στιγμή που παύει να εκπλήσσει, αρχίζει να κανονικοποιείται.

Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί αυτή η κανονικοποίηση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη σύγχρονη Δημοκρατία, πρέπει να απομακρυνθούμε από την επικαιρότητα και να επιστρέψουμε στις βασικές αρχές της πολιτικής επιστήμης.

Εκεί όπου η Δημοκρατία, οι θεσμοί και η διαφθορά παύουν να είναι συνθήματα και γίνονται αντικείμενο γνώσης.

(Συνεχίζεται στο Β΄ Μέρος: Δημοκρατία, Θεσμοί και Διαφθορά)

*Πρόεδρος forumgreece.org



ΠΗΓΗ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου