Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΓΡΑΨΑΜΕ ΧΘΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟ: «ΟΙ ΤΡΑΜΠΑΝΙΑΧΟΥ ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ ΙΡΑΝΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΟΥΣ...» ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ!!!

ΘΑ ΡΑΓΔΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: ΤΙΝΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΗΠΑ, ΙΣΡΑΗΛ ΓΙΑ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΟ ΙΡΑΝ – Ο TRUMP ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΝ HEGSETH



Η εμμονή του Αμερικανού προέδρου με την επίδειξη ισχύος, οι αντιφάσεις της πολιτικής του απέναντι στο Ιράν και η επικίνδυνη αυταπάτη ότι οι βομβαρδισμοί, ο οικονομικός στραγγαλισμός και η αλλαγή καθεστώτος μπορούν να υποκαταστήσουν τη διπλωματία

Η μεγαλύτερη παγίδα για μια υπερδύναμη δεν είναι πάντοτε η στρατιωτική ήττα.

Είναι η αδυναμία της πολιτικής της ηγεσίας να αναγνωρίσει ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν ισοδυναμεί με στρατηγική επιτυχία.

Και αυτή ακριβώς είναι η παγίδα στην οποία φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, επιμένοντας σε έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν χωρίς σαφώς καθορισμένους στόχους, χωρίς αξιόπιστη στρατηγική εξόδου και, κυρίως, χωρίς τη διάθεση να παραδεχθεί τα όρια της αμερικανικής ισχύος.

Η επιχείρηση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού στα Στενά του Hormuz, με τον αποκλεισμό μεγάλου μέρους των ιρανικών εισαγωγών και εξαγωγών πετρελαίου και τη μερική αποκατάσταση της διέλευσης μη ιρανικών φορτίων, παρουσιάζεται από την Ουάσιγκτον ως απόδειξη αποτελεσματικότητας.

Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η ανακατανομή των πετρελαϊκών ροών, οι αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία και το κόστος της παρατεταμένης σύγκρουσης δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα περί μονομερούς αμερικανικής επικράτησης.

Ο Trump, ωστόσο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική με τη λογική ενός επιχειρηματικού παζαριού: κάποιος πρέπει να κερδίσει και κάποιος να χάσει.

Πρόκειται για μια απλουστευτική αντίληψη που, όταν μεταφέρεται από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις στα πεδία των πολεμικών επιχειρήσεων, μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική.

Στο πλαίσιο αυτό ο Trump εξετάζει την απομάκρυνση του υπουργού Άμυνας Pete Hegseth από το Πεντάγωνο, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.


Ένας πόλεμος χωρίς καθαρό πολιτικό σκοπό

Το θεμελιώδες πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής είναι ότι η κυβέρνηση Trump δεν έχει εξηγήσει με συνέπεια τι ακριβώς επιδιώκει.

Άλλοτε προβάλλει τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, άλλοτε απαιτεί ουσιαστική συνθηκολόγηση και άλλοτε αφήνει να εννοηθεί ότι πραγματικός στόχος είναι η ανατροπή του καθεστώτος.

Αυτές οι επιδιώξεις δεν είναι ταυτόσημες.

Ορισμένες μάλιστα αλληλοϋπονομεύονται.

Εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει σημαντικές παραχωρήσεις από την ιρανική ηγεσία, οφείλει να της προσφέρει έναν αξιόπιστο δρόμο πολιτικής επιβίωσης.

Εάν, αντίθετα, το μήνυμα είναι ότι η καταστροφή του καθεστώτος αποτελεί τον τελικό στόχο, τότε η Τεχεράνη δεν έχει κανέναν λόγο να υποχωρήσει.

Θα θεωρήσει ότι η συνέχιση της αντίστασης αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή.

Η αμερικανική ηγεσία φαίνεται να αγνοεί αυτή τη στοιχειώδη αρχή της διαχείρισης συγκρούσεων, όπως εξηγεί ο Paul Pillar του Quincy Institute.

Η στρατιωτική πίεση μπορεί να δημιουργήσει διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα, αλλά δεν παράγει αυτομάτως πολιτική συμφωνία.

Πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από δημόσιες απαιτήσεις ταπείνωσης του αντιπάλου.

Ο ναυτικός αποκλεισμός, άλλωστε, δεν είναι μια ουδέτερη οικονομική κύρωση.

Συνιστά πολεμική ενέργεια, με σοβαρές συνέπειες για τον πληθυσμό και την περιφερειακή σταθερότητα.

Η επιλογή της παράτασής του δεν αποδεικνύει αποφασιστικότητα όσο αποκαλύπτει την απουσία αποτελεσματικής διπλωματικής διεξόδου.


Το πυρηνικό παράδοξο της Ουάσιγκτον

Η μεγαλύτερη αντίφαση εντοπίζεται στο πυρηνικό ζήτημα.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος JD Vance έχει θέσει ως προϋπόθεση για την ειρήνη μια ουσιαστική μείωση του εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν.

Ωστόσο, η συνέχιση των επιθέσεων μπορεί να ενισχύσει ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις στην Τεχεράνη που θεωρούν την απόκτηση πυρηνικής αποτρεπτικής ικανότητας αναγκαία για την επιβίωση της χώρας.

Εφόσον οι προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, το κρίσιμο ζήτημα μετατοπίζεται από τις τεχνικές δυνατότητες στις πολιτικές προθέσεις.

Και δύσκολα μπορεί να αναμένει κανείς ότι μια χώρα που δέχεται συνεχείς επιθέσεις θα εγκαταλείψει οριστικά κάθε σκέψη απόκτησης ισχυρότερης αποτροπής.

Η ιστορική ειρωνεία είναι αμείλικτη.

Το 2015, επί Barack Obama, είχε επιτευχθεί το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, γνωστό ως JCPOA.

Μια πολυσέλιδη, εξαιρετικά σύνθετη συμφωνία, αποτέλεσμα πολυετών διαπραγματεύσεων, που περιόριζε δραστικά τις δυνατότητες του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και προέβλεπε διεθνείς μηχανισμούς επιτήρησης.

Το 2018, ο Trump απέσυρε μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συμφωνία, αποδομώντας ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά επιτεύγματα του προκατόχου του.

Σήμερα, η κυβέρνησή του εμφανίζεται να αναζητεί, υπό συνθήκες πολέμου, αυτό που η ίδια είχε συμβάλει να καταστραφεί σε περίοδο ειρήνης.

Και μάλιστα με την ψευδαίσθηση ότι απεσταλμένοι όπως οι Steve Witkoff και Jared Kushner μπορούν να επιλύσουν μέσα σε λίγες συναντήσεις ζητήματα που απαιτούν χρόνια τεχνικής επεξεργασίας, διεθνείς εγγυήσεις και αυστηρούς μηχανισμούς επαλήθευσης.


Δύο μέτρα και δύο σταθμά για το ουράνιο

Η αμερικανική πολιτική γίνεται ακόμη πιο αντιφατική εξαιτίας της πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία.

Η προοπτική να επιτραπεί στο Ριάντ εμπλουτισμός ουρανίου, ακόμη και σε επίπεδα 20%, χωρίς τις αυστηρότερες δυνατές διεθνείς δικλίδες ελέγχου, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία της πολιτικής μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.

Πώς μπορεί η Ουάσιγκτον να απαιτεί από το Ιράν περιορισμούς που δεν επιβάλλει με αντίστοιχη αυστηρότητα στον περιφερειακό του ανταγωνιστή;

Το μήνυμα είναι ότι οι πυρηνικές δυνατότητες αντιμετωπίζονται όχι βάσει ενιαίων κανόνων ασφαλείας, αλλά ανάλογα με το ποιος θεωρείται σύμμαχος και ποιος εχθρός.

Μια τέτοια πολιτική δεν οικοδομεί εμπιστοσύνη.

Αντιθέτως, ενισχύει την ιρανική καχυποψία και καθιστά δυσκολότερη οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία, αποφαίνεται ο Pillar.


Η επικίνδυνη φαντασίωση της αλλαγής καθεστώτος

Εξίσου προβληματική είναι η πεποίθηση ότι η εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας μπορεί να οδηγήσει σε μια κυβέρνηση περισσότερο φιλική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εξόντωση του Ali Khamenei και άλλων ανώτερων αξιωματούχων δεν οδήγησε, σύμφωνα με την εξέλιξη που περιγράφεται, σε μετριοπαθή πολιτική μετατόπιση.

Αντιθέτως, ενίσχυσε σκληροπυρηνικούς μηχανισμούς εξουσίας.

Η περίπτωση του Ali Larijani είναι χαρακτηριστική.

Παρότι αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ιρανικού συστήματος, διέθετε πραγματισμό, πολιτική εμπειρία και διασυνδέσεις που θα μπορούσαν να επιτρέψουν αξιόπιστες διαπραγματεύσεις.

Η εξόντωσή του από ισραηλινό πλήγμα στέρησε δυνητικά από τη διπλωματία έναν συνομιλητή με ουσιαστική επιρροή.

Εδώ αποκαλύπτεται ακόμη μία αντίφαση: η Ουάσιγκτον επιδιώκει συμφωνία, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποδυναμώνουν πρόσωπα που ενδεχομένως θα μπορούσαν να την εγγυηθούν.

Η ιδέα ότι η πτώση ενός αυταρχικού καθεστώτος θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια φιλοαμερικανική δημοκρατία έχει διαψευστεί επανειλημμένα από την ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Η διάλυση υφιστάμενων δομών εξουσίας δεν δημιουργεί αυτομάτως δημοκρατικούς θεσμούς.

Μπορεί να γεννήσει στρατιωτική δικτατορία, εσωτερική αποσταθεροποίηση ή νέες μορφές ριζοσπαστισμού.

Εξάλλου όπως δήλωσε ο Ιρανός πρόεδρος Masoud Pezeshkian η Τεχεράνη παραμένει αποφασισμένη να αντισταθεί στις αμερικανικές πιέσεις, παρά τις στρατιωτικές απειλές, τον αποκλεισμό και τους περιορισμούς στις μεταφορές και τις επικοινωνίες.

«Οι βόμβες και οι πύραυλοι δεν μπορούν να αναγκάσουν ένα έθνος να παραδοθεί. Εάν, όμως, διχαστούμε εσωτερικά, ο εχθρός θα πετύχει τον στόχο του», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Ιρανός πρόεδρος κατηγόρησε τους αντιπάλους της χώρας ότι επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις οικονομικές δυσκολίες και τα κοινωνικά προβλήματα για να υπονομεύσουν την εθνική συνοχή



Η ιρανική αποτροπή φρενάρει τα πολεμικά σχέδια Trump και Netanyahu

Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμη παράγοντας που ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός για τις επόμενες κινήσεις της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ: η στρατιωτική ετοιμότητα του Ιράν και, κυρίως, η δυνατότητά του να απαντήσει σε μια νέα επίθεση με αντίποινα μεγάλης κλίμακας.

Η Τεχεράνη, παρά τα σοβαρά πλήγματα που έχει δεχθεί, δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί παθητικά έναν νέο γύρο βομβαρδισμών.

Αντιθέτως, επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε νέα επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη, πλήττοντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.

Αυτή η πραγματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει δύο κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων: των ισραηλινών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου και των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 3 Νοεμβρίου.

Οι πληροφορίες για ενδεχόμενη νέα αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση πριν από τις κάλπες υποδηλώνουν ότι το στρατιωτικό χρονοδιάγραμμα εξετάζεται παράλληλα με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.

Ωστόσο, η προοπτική ισχυρών ιρανικών αντιποίνων περιπλέκει ουσιαστικά αυτούς τους σχεδιασμούς.

Η εκτίμηση είναι ότι η ιρανική αποτρεπτική ικανότητα λειτουργεί ως σοβαρή τροχοπέδη σε μια νέα επίθεση, όχι επειδή εξασφαλίζει στρατιωτική ισοδυναμία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αλλά επειδή καθιστά το κόστος της κλιμάκωσης εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί και να ελεγχθεί.



Ανησυχία σε ΗΠΑ και Ισραήλ για μία παρατεταμένη κρίση

Ένα εκτεταμένο κύμα αντιποίνων, με πλήγματα σε στρατηγικές εγκαταστάσεις ή με νέα διατάραξη της διεθνούς ναυσιπλοΐας και των πετρελαϊκών ροών, θα μπορούσε να μετατρέψει μια επιχείρηση επίδειξης ισχύος σε παρατεταμένη κρίση με σοβαρές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες.

Για τον Donald Trump και τον Benjamin Netanyahu, το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο δίλημμα.

Μια στρατιωτική επιχείρηση λίγο πριν από τις εκλογές θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποφασιστική απάντηση στην Τεχεράνη.

Εάν όμως προκαλούσε εκτεταμένα αντίποινα, απώλειες ή νέα ενεργειακή αναταραχή, θα δημιουργούσε μια κρίση ακριβώς τη στιγμή που οι δύο ηγεσίες θα επιδίωκαν να αναδείξουν την αποτελεσματικότητα των επιλογών τους.

Το Ιράν φαίνεται να επενδύει ακριβώς σε αυτή την αβεβαιότητα.
Δεν χρειάζεται να εξουδετερώσει την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή για να επηρεάσει τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Αρκεί να διατηρεί αξιόπιστη την απειλή ότι μια νέα επίθεση δεν θα είναι σύντομη, περιορισμένη και χωρίς σοβαρό κόστος για εκείνους που θα την εξαπολύσουν.

Αυτό δεν αποκλείει μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Υποδηλώνει, όμως, ότι η επιλογή της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις δυνατότητες των αμερικανικών και ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Εξαρτάται και από την ικανότητα του Ιράν να επιβάλει ένα τίμημα που οι αντίπαλοί του ενδέχεται να θεωρήσουν πολιτικά και στρατηγικά δυσβάστακτο.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορούν να χτυπήσουν ξανά το Ιράν.

Είναι εάν μπορούν να ελέγξουν όσα θα ακολουθήσουν.

Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα αποτελεί σήμερα ένα από τα ισχυρότερα όπλα αποτροπής της Τεχεράνης.




Ιράν: Άπιαστο όνειρο για ΗΠΑ η χερσαία εισβολή, η αντίδραση θα είναι συντριπτική


Ξεκάθαρο μήνυμα στρατιωτικής αποτροπής προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και κάθε δύναμη που εξετάζει το ενδεχόμενο χερσαίας επιχείρησης εναντίον του Ιράν έστειλε ο διοικητής των χερσαίων δυνάμεων του ιρανικού στρατού, ταξίαρχος Ali Jahanshahi.

Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του σε στρατιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο στην πόλη Kazerun, στην επαρχία Fars, ο Ιρανός αξιωματικός υποστήριξε ότι η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η εκτεταμένη ανάπτυξη στρατιωτικών μονάδων καθιστούν πρακτικά ανέφικτη οποιαδήποτε εχθρική χερσαία εισβολή.

«Η ευρεία ανάπτυξη δυνάμεων στα σύνορα, οι μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις επιμελητείας, τα μέτρα παθητικής άμυνας και η πολεμική ετοιμότητα του στρατού έχουν μετατρέψει κάθε σκέψη χερσαίας εισβολής σε άπιαστο όνειρο», δήλωσε χαρακτηριστικά.



Αποκάλυψη: Ο Trump θα απομακρύνει τον Hegseth από το Πεντάγωνο μετά τις 3/11

Σενάρια απομάκρυνσης του Αμερικανού υπουργού Άμυνας Pete Hegseth μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου φέρνουν στο προσκήνιο δημοσιογραφικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Donald Trump εξετάζει το ενδεχόμενο να μεταφέρει στον επικεφαλής του Πενταγώνου το πολιτικό κόστος του πολέμου με το Ιράν.

Σύμφωνα με αναφορές ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να προχωρήσει σε μια ηχηρή κυβερνητική αλλαγή, επιχειρώντας να προστατεύσει την πολιτική του εικόνα από τη δυσαρέσκεια που προκαλούν η παρατεταμένη σύγκρουση και οι αυξημένες τιμές των καυσίμων.

Η πιθανή αποπομπή του Hegseth θα είχε και ισχυρό συμβολισμό.

Ο Trump έχει καλλιεργήσει την εικόνα του ηγέτη που απορρίπτει τους παρατεταμένους πολέμους.

Μια σύγκρουση με το Ιράν, εφόσον συνεχιστεί χωρίς σαφή διέξοδο, θα μπορούσε να πλήξει αυτή την πολιτική ταυτότητα.


O ιρανικός λαός δεν είναι εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής

Ασφαλώς, η οικονομική δυσπραγία και η κοινωνική δυσαρέσκεια θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέες μαζικές κινητοποιήσεις στο Ιράν.

Όμως η προσδοκία ότι οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί θα λειτουργήσουν ως καταλύτης δημοκρατικής εξέγερσης παραγνωρίζει την ιστορική εμπειρία.

Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένα μεγάλα κύματα διαμαρτυριών χωρίς να καταρρεύσει.

Παράλληλα, δεν υπάρχει σήμερα ένα ενιαίο, οργανωμένο αντιπολιτευτικό κίνημα αντίστοιχο με εκείνο που συγκρότησε ο Ruhollah Khomeini πριν από την επανάσταση του 1979.

Κυρίως, όμως, ο πόλεμος μεταβάλλει τις κοινωνικές προτεραιότητες.
Όταν μια χώρα υφίσταται εξωτερικές επιθέσεις, ακόμη και πολίτες που αντιτίθενται στο καθεστώς μπορεί να συσπειρωθούν γύρω από την ανάγκη εθνικής επιβίωσης.

Οι Ιρανοί δεν είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα στην αυταρχική διακυβέρνηση και την υποταγή σε μια ξένη στρατιωτική δύναμη.

Κάθε πρόσθετη ημέρα πολέμου, κάθε οικονομική απώλεια και κάθε ανθρώπινη τραγωδία ενδέχεται να ενισχύουν την εχθρότητα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακόμη και μια μελλοντική διαφορετική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να λάβει υπόψη αυτό το συλλογικό αίσθημα.

Ο ιρανικός εθνικισμός και οι πραγματικές ανησυχίες ασφαλείας δεν εξαφανίζονται με την αντικατάσταση μιας πολιτικής ηγεσίας.


Η διπλωματία ως μοναδική ρεαλιστική διέξοδος

Η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε μια επιλογή που ο Trump προσπαθεί να αποφύγει: είτε θα συνεχίσει έναν πόλεμο αβέβαιης διάρκειας αναζητώντας μια εντυπωσιακή αλλά απροσδιόριστη «νίκη», είτε θα αποδεχθεί ότι ο τερματισμός της σύγκρουσης απαιτεί συμβιβασμό.

Η ρεαλιστικότερη λύση δεν είναι μια άμεση, συνολική συμφωνία για όλα τα ζητήματα.

Είναι μια σαφής και εφαρμόσιμη κατάπαυση του πυρός, με συγκεκριμένες ρυθμίσεις για τα Στενά του Hormuz και δέσμευση για μεταγενέστερες ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.

Το προηγούμενο μνημόνιο κατανόησης του Ιουνίου δείχνει τόσο τη δυνατότητα μιας τέτοιας προσέγγισης όσο και την ανάγκη αποφυγής αμφίσημων διατυπώσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε νέα κατάρρευση της εκεχειρίας.

Μια βιώσιμη ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε τελεσίγραφα που η άλλη πλευρά αδυνατεί να αποδεχθεί χωρίς να διακινδυνεύσει την ίδια της την ύπαρξη.

Το πρόβλημα για τον Trump είναι βαθιά πολιτικό και προσωπικό.

Έχει επενδύσει τόσο πολύ στην εικόνα του ακατανίκητου διαπραγματευτή, ώστε δυσκολεύεται να αναγνωρίσει πως ο αναγκαίος συμβιβασμός δεν αποτελεί ήττα.

Η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών οφείλει να κατανοήσει ότι η ισχύς μιας υπερδύναμης δεν μετριέται μόνο από την ικανότητά της να καταστρέφει, αλλά και από την ικανότητά της να σταματά εγκαίρως την καταστροφή.

Εάν ο Donald Trump χρειάζεται απαραιτήτως μια «νίκη», μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γνωστή επικοινωνιακή του δεξιοτεχνία για να παρουσιάσει την κατάπαυση του πυρός και τα στρατιωτικά πλήγματα που έχουν ήδη επιτευχθεί ως επιτυχία.

Αυτό θα ήταν προτιμότερο από τη συνέχιση μιας αιματοχυσίας για να ικανοποιηθεί η πολιτική ματαιοδοξία ενός προέδρου.
Διότι η πραγματική στρατηγική αποτυχία δεν είναι να τερματίσεις έναν πόλεμο χωρίς θριαμβευτικές παρελάσεις. Είναι να συνεχίζεις έναν πόλεμο επειδή δεν αντέχεις να παραδεχθείς ότι δεν ξέρεις πώς να τον κερδίσεις.






   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου