Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο ΤΡΑΜΠΑΔΟΥΡΟ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΤΕ ΤΡΑΜΠΕΝΕΪ... ΤΗΝ ΚΑΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΜΕ ΕΛΑΦΡΑ ΠΗΔΗΜΑΤΑΚΙΑ...

ΕΠΙΚΟ ΦΙΑΣΚΟ – Ο TRUMP ΑΠΟΣΥΡΕΙ ΤΙΣ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΥΠΕΣΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΗΤΤΑ – ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΩΡΑ ΤΟ ΙΡΑΝ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ




Αντί για μια γρήγορη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος ή μια στρατηγική συντριβή της στρατιωτικής ισχύος της Τεχεράνης, η σύγκρουση κατέληξε να αποκαλύψει την ανθεκτικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τα όρια της αμερικανικής ισχύος

 Η σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν αποκαλύπτει ένα βαθύ στρατηγικό αδιέξοδο της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή.

Παρά τις δημόσιες δηλώσεις περί επιτυχίας από τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι οι βασικοί στόχοι της Ουάσιγκτον δεν επιτεύχθηκαν.

Πρόκειται για μία ιστορική επιβεβαίωση του ΒΝ, που από τις πρώτες μέρες του πολέμου προειδοποιούσε για επικείμενη αποτυχία των ΗΠΑ και του Ισραήλ στον πόλεμο κατά του Ιράν.

Αντί για μια γρήγορη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος ή μια στρατηγική συντριβή της στρατιωτικής ισχύος της Τεχεράνης, η σύγκρουση κατέληξε να αποκαλύψει την ανθεκτικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τα όρια της αμερικανικής ισχύος.

Οι δηλώσεις του Trump ότι ο πόλεμος «θα τελειώσει σύντομα» επειδή «δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα για να χτυπηθεί» αποκαλύπτουν περισσότερο μια πολιτική ανάγκη αποχώρησης και απεμπλοκής παρά μια πραγματική στρατιωτική νίκη.

Παράλληλα, αξιωματούχοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ παραδέχονται ότι δεν υπάρχει σαφής οδηγία για τον τερματισμό των επιχειρήσεων, ενώ το Ισραήλ δηλώνει ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί «χωρίς χρονικό όριο».

Αυτή η αντίφαση δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί να παρουσιάσει μια αποχώρηση ως στρατηγική επιτυχία.

Η επιχείρηση «Επική Οργή» των ΗΠΑ κατά του Ιράν κατέληξσε σε ένα ...Επικό Φιάσκο και σίγουρα στο εσωτερικό των ΗΠΑ θα επιχειρήσει να επιρρίψει ευθύνες για την αποτυχία στο Ισραήλ.


Το Ιράν απορρίπτει προσωρινή εκεχειρία

Μάλιστα σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, η Τεχεράνη έχει ήδη απορρίψει δύο μηνύματα για εκεχειρία τα οποία μετέφερε στις ιρανικές αρχές ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Steve Witkoff.

Το Ιράν έχει απορρίψει δύο αιτήματα για εκεχειρία που μεταφέρθηκαν από τον Witkoff μέσω διαύλων διαμεσολάβησης, σύμφωνα με ρεπορτάζ των WANA News και διεθνών μέσων ενημέρωσης.

Το υπουργείο Εξωτερικών της Τεχεράνης και άλλοι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν ενδιαφέρονται για διαπραγματεύσεις εκεχειρίας όσο δεν υπάρχει μια μόνιμη, δεσμευτική συμφωνία που θα αποκλείει μελλοντική επιθετικότητα από πλευράς ΗΠΑ ή Ισραήλ.

Ο Abbas Araghchi, υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, έχει επανειλημμένα δηλώσει πως το Ιράν δεν έχει ζητήσει εκεχειρία και ότι προτεραιότητα για την Τεχεράνη αποτελεί η συνέχιση της μάχης για χάρη του λαού και η αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων αντί για παύση των εχθροπραξιών.


Το Ιράν θέτει 3 όρους για ειρήνη

Σε μια κρίσιμη διπλωματική παρέμβαση προχώρησε μέσω της πλατφόρμας Χ ο Ιρανός πρόεδρος, Masoud Pezeshkian, θέτοντας το πλαίσιο υπό το οποίο η Τεχεράνη θα αποδεχόταν την κατάπαυση των εχθροπραξιών στην περιοχή.

Επιρρίπτοντας την ευθύνη για την ανάφλεξη στο «σιωνιστικό καθεστώς» και τις ΗΠΑ, ο Ιρανός ηγέτης παρουσίασε έναν οδικό χάρτη που περιλαμβάνει την αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων, οικονομικές επανορθώσεις και διεθνείς ασφαλιστικές δικλείδες, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο συζητήσεων στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Ειδικότερα, όπως είπε, «Συνομιλώντας με τους ηγέτες της Ρωσίας και του Πακιστάν, επαναβεβαίωσα τη δέσμευση του Ιράν για ειρήνη στην περιοχή.

Ο μόνος τρόπος για να τερματιστεί αυτός ο πόλεμος, που πυροδοτήθηκε από το σιωνιστικό καθεστώς και τις ΗΠΑ, είναι η αναγνώριση των νόμιμων δικαιωμάτων του Ιράν, η καταβολή αποζημιώσεων και η παροχή ισχυρών διεθνών εγγυήσεων ενάντια σε μελλοντικές επιθέσεις.»


Οι αρχικοί στόχοι των ΗΠΑ - Δεν επιτεύχθηκε κανένας

Όταν ο Trump ανακοίνωσε τις πρώτες επιθέσεις στις 28 Φεβρουαρίου, καθόρισε τέσσερις βασικούς στόχους:

1. Καταστροφή του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος

2. Εξάλειψη του ναυτικού του Ιράν

3. Εξουδετέρωση των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν

4. Αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων

Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε πολύ διαφορετική.

Παρά τις εκτεταμένες αεροπορικές επιθέσεις, το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Ακόμη και οι αμερικανικές ανακοινώσεις ότι καταστράφηκαν ορισμένα πλοία που τοποθετούσαν νάρκες στα Στενά του Hormuz δεν αλλάζουν το γεγονός ότι το Ιράν εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να απειλεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.

Τα Στενά του Hormuz παραμένουν το πιο κρίσιμο στρατηγικό σημείο για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Το γεγονός ότι η Τεχεράνη μπόρεσε ακόμη και να εξετάσει την τοποθέτηση ναρκών εκεί δείχνει ότι η στρατηγική αποτροπής των ΗΠΑ δεν πέτυχε να εξουδετερώσει τις ικανότητες του Ιράν.


Η μεγάλη στρατηγική παρανόηση της Ουάσιγκτον

Η μεγαλύτερη αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής δεν είναι στρατιωτική αλλά πολιτική.

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης στην Ουάσιγκτον βασιζόταν στην υπόθεση ότι το ιρανικό καθεστώς είναι εύθραυστο και πως η επαρκής εξωτερική πίεση —κυρώσεις, στρατιωτικά πλήγματα ή μυστικές επιχειρήσεις— θα μπορούσε να οδηγήσει τελικά σε αλλαγή καθεστώτος.

Ωστόσο, πρόσφατη αξιολόγηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ κατέληξε σε ένα εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα: ακόμη και μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία είναι απίθανο να οδηγήσει σε κατάρρευση του καθεστώτος.

Η ανάλυση αυτή υπογραμμίζει κάτι που οι αμερικανικοί σχεδιασμοί φαίνεται να αγνόησαν: το πολιτικό σύστημα του Ιράν διαθέτει θεσμικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν τη διατήρηση της πολιτικής συνέχειας ακόμη και σε περιόδους κρίσης.



Η ανθεκτικότητα του Ιράν

Η γρήγορη ανάδειξη του Mojtaba Khamenei στην ηγεσία μετά τον θάνατο του Ali Khamenei είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανθεκτικότητας.

Η μετάβαση εξουσίας πραγματοποιήθηκε σχετικά γρήγορα και χωρίς σοβαρές εσωτερικές συγκρούσεις.

Το Συμβούλιο των Ειδικών επέλεξε τον Mojtaba ως νέο ανώτατο ηγέτη και τα βασικά κέντρα ισχύος —ιδιαίτερα οι Φρουροί της Επανάστασης— έσπευσαν να δηλώσουν πίστη στο νέο καθεστώς.

Η διαδικασία αυτή απέδειξε ότι το πολιτικό σύστημα του Ιράν δεν εξαρτάται από ένα μόνο πρόσωπο αλλά από ένα ευρύτερο δίκτυο θεσμών εξουσίας.

Στον πυρήνα αυτού του συστήματος βρίσκεται το Ισλαμικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), η οποία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους οργανισμούς της χώρας.

Το IRGC δεν είναι απλώς στρατιωτική δύναμη. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπηρεσία πληροφοριών, οικονομικός κολοσσός και πολιτικός μηχανισμός.

Η επιρροή του εκτείνεται σε τομείς όπως η ενέργεια, οι κατασκευές και οι τηλεπικοινωνίες, καθιστώντας την κεντρικό πυλώνα του ιρανικού κράτους.


Η στρατηγική του «Άξονα Αντίστασης»

Ένα ακόμη στοιχείο που δυσκολεύει την αμερικανική στρατηγική είναι η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας που έχει δημιουργήσει το Ιράν.

Μέσω του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης», η Τεχεράνη έχει αναπτύξει δίκτυο συμμάχων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Το δίκτυο αυτό περιλαμβάνει τη Hezbollah στον Λίβανο, σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, συμμαχικές δυνάμεις στη Συρία και τους Houthi στην Υεμένη.

Αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις, το Ιράν έχει υιοθετήσει μια στρατηγική ασύμμετρης αποτροπής.

Με άλλα λόγια, δημιουργεί πολλαπλά μέτωπα πίεσης που μπορούν να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση σύγκρουσης.

Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν αντιμετωπίζουν έναν μόνο αντίπαλο αλλά ένα πολυεπίπεδο δίκτυο δυνάμεων που μπορεί να πλήξει στόχους σε διαφορετικές περιοχές.


Η οικονομική και πολιτική πίεση

Η Τεχεράνη υπολόγισε απόλυτα σωστά ότι οι επιθέσεις σε υποδομές και η αναστολή της κυκλοφορίας των αεροσκαφών θα τρομάξουν τους επενδυτές και τους τουρίστες – ζωτικής σημασίας πηγές εσόδων για πολλά κράτη του Περσικού Κόλπου.

Η απειλή για τη ζωή των αμάχων, ιδιαίτερα σε πόλεις κοντά στις βάσεις όπως το Μπαχρέιν, ενίσχυσε την πίεση προς τα καθεστώτα να απαιτήσουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες να περιορίσουν τον πόλεμο ή να αποχωρήσουν.

Επιπλέον, η υπερβολική ενίσχυση του Ισραήλ προκαλεί δυσαρέσκεια στους Άραβες και υποδαύλισε αναταραχές σε Γάζα και Δυτική Όχθη, με τον «Αραβικό δρόμο» να παρακολουθεί με οργή τις εξελίξεις.

Με άλλα λόγια, η στρατηγική του Ιράν ήταν να κάνει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο «απαράδεκτο» για τις χώρες-σύμμαχους, δημιουργώντας έναν συνδυασμό οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής πίεσης που μπορεί να περιορίσει την αμερικανική κλιμάκωση.

Η οικονομική πίεση μέσω της τρομοκράτησης των επενδυτών και των τουριστών π έναν ακόμα παράγοντα.

Η στρατηγική φαίνεται να στοχεύει στο να κάνει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο «απαράδεκτο» για τους συμμάχους της Ουάσιγκτον.

Παράλληλα, οι επιθέσεις στο Ισραήλ επικεντρώθηκαν σε Ashkelon, Ιερουσαλήμ, Τελ Αβίβ και Haifa.



Ο πόλεμος ενίσχυσε το ιρανικό καθεστώς αντί να το αποδυναμώσει

Ιστορικά, οι εξωτερικές συγκρούσεις συχνά ενισχύουν τα υπάρχοντα καθεστώτα αντί να τα αποδυναμώνουν. Ο πόλεμος ενισχύει τις εθνικές δυνάμεις, περιορίζει τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και επιτρέπει στο κράτος να επεκτείνει τις εξουσίες ασφαλείας.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στο Ιράν.

Η σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ παρουσιάζεται από την ιρανική ηγεσία ως αγώνας εθνικής επιβίωσης.

Αυτό το αφήγημα ενισχύει την εσωτερική συνοχή και μειώνει την απήχηση της όποιας αντιπολίτευσης.

Αντί για κατάρρευση του καθεστώτος, η σύγκρουση μπορεί τελικά να οδηγήσει στη δημιουργία ενός ακόμη πιο συγκεντρωτικού και στρατιωτικοποιημένου κράτους.


Η πολιτική διαχείριση της «νίκης»


Η δήλωση του Trump ότι «όποτε θέλω να τελειώσει ο πόλεμος, θα τελειώσει» πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Όταν μια στρατιωτική επιχείρηση δεν πετυχαίνει τους βασικούς της στόχους, οι κυβερνήσεις συχνά προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της επιτυχίας.

Η αμερικανική ρητορική μετατοπίζεται από την «αλλαγή καθεστώτος» στην «τιμωρία» του Ιράν για τις ενέργειές του στην περιοχή. Αυτό επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να παρουσιάσει μια σταδιακή απεμπλοκή ως επιτυχία αντί για αποτυχία.

Το ΒΝ δικαιώνεται απόλυτα, όταν από τις πρώτες μέρες της σύγκρουσης ενημέρωνε τους αναγνώστες του ότι ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθούσε να απεμπλακεί από αυτό τον καταστροφικό πόλεμο.


Η γεωπολιτική πραγματικότητα

Το Ιράν έχει αποδείξει ότι διαθέτει μια μοναδική ικανότητα επιβίωσης απέναντι σε εξωτερική πίεση.

Έχει επιβιώσει από:

• τον καταστροφικό πόλεμο με το Ιράκ τη δεκαετία του 1980
• δεκαετίες οικονομικών κυρώσεων
• εσωτερικές πολιτικές κρίσεις
• αλλαγές ηγεσίας


Η σημερινή σύγκρουση φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την ιστορική ανθεκτικότητα.


Ένας πόλεμος που ενίσχυσε τον αντίπαλο

Η στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν βασίστηκε σε μια λανθασμένη υπόθεση: ότι το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης.

Η πραγματικότητα απέδειξε το αντίθετο.

Αντί να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος, η σύγκρουση:

• ενίσχυσε τη συνοχή του ιρανικού κράτους

• εδραίωσε την εξουσία των Φρουρών της Επανάστασης

• δημιούργησε μια νέα ηγεσία πιο στενά συνδεδεμένη με το στρατιωτικό κατεστημένο

• και αύξησε την περιφερειακή αστάθεια

Σε τελική ανάλυση, ο πόλεμος που σχεδιάστηκε για να αποδυναμώσει το Ιράν μπορεί να έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: να ενισχύσει ένα πιο συγκεντρωτικό, στρατιωτικοποιημένο και αποφασισμένο ιρανικό κράτος.

Η δήλωση του Trump ότι ο πόλεμος «θα τελειώσει σύντομα» δεν αποτελεί ένδειξη νίκης, αλλά αναγνώριση ότι οι αρχικοί στόχοι της Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον εφικτοί.


Οι ΗΠΑ σπάσανε τα δόντια τους

Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών προς το Ιράν φαίνεται να αποτυγχάνει, με τον Trump να αναγκάζεται να τροποποιεί τις δημόσιες δηλώσεις του, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Farhad Ibragimov, ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής.

Ο Ibragimov επισημαίνει ότι οι αρχικές ελπίδες του Λευκού Οίκου για γρήγορη κατάρρευση και αλλαγή εξουσίας στην Ισλαμική Δημοκρατία δεν είχαν καμία βάση.

«Οι ΗΠΑ μπορεί να σπάσουν τα δόντια τους στο Ιράν», σημειώνει, αναφερόμενος στην ενίσχυση της λαϊκής στήριξης προς τις αρχές και το αίτημα περί «σκληρής εκδίκησης» για τον Ali Khamenei.

Οι διαδηλώσεις δεν στρέφονται ενάντια στην κυβέρνηση, αλλά ζητούν αντίποινα, ενισχύοντας έτσι την εσωτερική συνοχή του καθεστώτος.

Σύμφωνα με τον Ibragimov που μίλησε στο news.ru, αν στην αρχή της επιχείρησης ο Trump είχε θέσει ως στόχο την αλλαγή καθεστώτος, πλέον περιορίζει τις δηλώσεις του στη «αποστρατικοποίηση» του Ιράν.

Η δολοφονία ηγετών δεν οδηγεί σε κατάρρευση, καθώς το καθεστώς ανανεώνεται και «φρέσκο αίμα» αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση, καθιστώντας αδύνατη την υλοποίηση του αρχικού αμερικανικού σχεδίου αποσταθεροποίησης.

Παράλληλα, η Anna Evstigneeva, αναπληρώτρια μόνιμη αντιπρόσωπος της Ρωσίας στον ΟΗΕ, τόνισε σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ότι η στρατιωτική περιπέτεια ΗΠΑ–Ισραήλ βυθίζει τη Μέση Ανατολή σε ακόμη μεγαλύτερο χάος, με πολυάριθμα θύματα μεταξύ των αμάχων.


Ολέθριο ρήγμα στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Ένας από τους λιγότερο συζητημένους αλλά ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη της σύγκρουσης με το Ιράν είναι το βαθύ πολιτικό ρήγμα που προκάλεσε ο πόλεμος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η στρατιωτική επιχείρηση δεν δημιούργησε μόνο διεθνείς εντάσεις αλλά και έντονη εσωτερική πολιτική σύγκρουση στην Ουάσιγκτον, αποκαλύπτοντας τις βαθιές διαφωνίες στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα σχετικά με τον ρόλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Από την πρώτη στιγμή της σύγκρουσης, η απόφαση της κυβέρνησης του Trump να προχωρήσει σε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιθέσεις χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Κογκρέσο, τόσο από το Δημοκρατικό κόμμα όσο και από τμήματα των Ρεπουμπλικάνων.

Η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στη νομιμότητα της στρατιωτικής δράσης αλλά επεκτάθηκε και στο ερώτημα αν οι ΗΠΑ μπορούν ή πρέπει να εμπλακούν σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή μετά τις εμπειρίες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.

Πολλοί Αμερικανοί πολιτικοί και αναλυτές υποστήριξαν ότι η σύγκρουση με το Ιράν κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια νέα μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή χωρίς ξεκάθαρο στόχο.

Η ανησυχία αυτή ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ακόμη και η ίδια η κυβέρνηση δυσκολεύτηκε να εξηγήσει ποιο ακριβώς είναι το τελικό αποτέλεσμα που επιδιώκει.

Αρχικά, η ρητορική επικεντρωνόταν στην «αποδυνάμωση» του Ιράν και την εξουδετέρωση της στρατιωτικής του ισχύος.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν δηλώσεις που άφηναν να εννοηθεί ότι η πραγματική επιδίωξη ήταν η αλλαγή καθεστώτος.


Βαθιές διαφωνίες

Αυτή η ασάφεια στρατηγικής δημιούργησε βαθιές διαφωνίες ακόμη και μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο του Trump.

Στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος εμφανίστηκε ένα σαφές χάσμα ανάμεσα στους παραδοσιακούς νεοσυντηρητικούς που υποστήριζαν μια πιο επιθετική πολιτική και σε εκείνους που υποστήριζαν μια πιο περιορισμένη εξωτερική πολιτική (MAGA).

Οι νεοσυντηρητικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον θεωρούσαν τη σύγκρουση με το Ιράν ως ευκαιρία για την αναδιαμόρφωση της γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή και για την αποδυνάμωση ενός από τους βασικούς αντιπάλους των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Αντίθετα, μια αυξανόμενη μερίδα πολιτικών και αναλυτών προειδοποιούσε ότι ένας πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνος και δαπανηρός από τις προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις στην περιοχή.
Το ρήγμα αυτό δεν περιορίστηκε στο πολιτικό επίπεδο.

Η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίστηκε επίσης βαθιά διχασμένη.
Δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης έδειξαν ότι μεγάλο μέρος των Αμερικανών πολιτών φοβόταν ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν νέο «ατελείωτο πόλεμο», παρόμοιο με εκείνους που ακολούθησαν τις επεμβάσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Η κόπωση της αμερικανικής κοινωνίας από δύο δεκαετίες πολέμων στη Μέση Ανατολή αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα που περιορίζει την πολιτική δυνατότητα της Ουάσιγκτον να εμπλακεί σε μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία. 

Η εμπειρία του πολέμου στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ έχει δημιουργήσει βαθιά δυσπιστία απέναντι σε στρατιωτικές επεμβάσεις που υπόσχονται γρήγορες νίκες αλλά καταλήγουν σε μακροχρόνιες και δαπανηρές συγκρούσεις.

Αυτή η εσωτερική πολιτική πίεση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη μεταβολή της ρητορικής της κυβέρνησης Trump.

Οι αρχικές δηλώσεις για μια εκστρατεία που θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από δηλώσεις που υποστηρίζουν ότι οι βασικοί στόχοι έχουν ήδη επιτευχθεί και ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει σύντομα.

Με άλλα λόγια, η πολιτική πραγματικότητα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών λειτουργεί ως σημαντικός περιοριστικός παράγοντας για τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει μόνο τις στρατιωτικές προκλήσεις που δημιουργεί το Ιράν, αλλά και τις πολιτικές πιέσεις που προέρχονται από το ίδιο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τον τερματισμό του πολέμου δεν αντανακλά απαραίτητα μια πλήρη στρατιωτική επιτυχία των ΗΠΑ, αλλά μάλλον μια αναγκαστική προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα: μια σύγκρουση που αποδείχθηκε πιο περίπλοκη, πιο επικίνδυνη και πολιτικά πιο δαπανηρή από ό,τι είχαν υπολογίσει αρχικά οι στρατηγικοί σχεδιαστές της Ουάσιγκτον.

ΠΗΓΗ


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου