Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

ΟΠΟΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΥΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ ΒΓΑΙΝΕΙ "ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ" ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ...

ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ: ΠΩΣ Η ΔΥΣΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ  



Η δημοκρατία στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μοιάζει να κινδυνεύει από την ίδια την πολιτική τάξη που την υποστηρίζει, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ισχυρών πολιτικών και οικονομικών ομάδων.

Η κατάσταση στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης και της Ελλάδας έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και, πολλές φορές, αντιφατικό χαρακτήρα, καθώς συνδυάζει θεσμικές προκλήσεις, πολιτικές στρατηγικές και αξιακές αντιφάσεις. 

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αντιφατικότητας είναι η περίπτωση της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και η αντίστοιχη περίπτωση των Ελλήνων ευρωβουλευτών, οι οποίοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για υπεξαίρεση κοινοτικών πόρων.

 Η ίδια η φύση των δικαστικών αποφάσεων και των πολιτικών στρατηγικών που ακολουθήθηκαν σε κάθε περίπτωση αναδεικνύει ένα περίπλοκο σκηνικό υποκρισίας, πολιτικής εκμετάλλευσης και διαχείρισης των πολιτικών δικαιωμάτων.

Η Μαρίν Λεπέν, η οποία καταδικάστηκε από τη γαλλική Δικαιοσύνη για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια απόφαση που την απέκλεισε από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. 

Παράλληλα, στην Ελλάδα, Έλληνες ευρωβουλευτές που είχαν κατηγορηθεί για υπεξαίρεση μισθών συνεργατών τους αθωώθηκαν και, στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκαν εκ νέου στα ευρωψηφοδέλτια των κομμάτων τους. 

Ωστόσο, η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της υπόθεσης της Λεπέν και αυτής των Ελλήνων ευρωβουλευτών έγκειται στη στρατηγική που ακολούθησαν οι τελευταίοι. 

Αντί να αντιμετωπίσουν την κατηγορία στη Γαλλία ή να ζητήσουν δίωξη, οι Έλληνες ευρωβουλευτές προσέφυγαν σε τοπικό δικαστήριο των Βρυξελλών, το οποίο θεώρησε τον εαυτό του αναρμόδιο και έπαυσε την έρευνα της OLAF (της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης). 

Εν τέλει, δεν ασκήθηκε δίωξη εναντίον τους, και επιστρέφοντας στην Ελλάδα, επικαλέστηκαν την απόφαση του δικαστηρίου και απαίτησαν αποζημίωση για τη φήμη τους. Μέσω της υποστήριξης των κομμάτων τους, τους επιτράπηκε να πολιτευτούν εκ νέου, παρόλο που η υπόθεση παρέμεινε ανοιχτή στο κοινό αίσθημα αμφισβήτησης.

Η αναφορά στην υπόθεση της Λεπέν δεν περιορίζεται στην καταδίκη της για υπεξαίρεση κοινοτικών χρημάτων, αλλά και στην κατηγορία που διατύπωσε η Ευρωπαία Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, κατά των ελληνικών αρχών για την ίδια πράξη. 

Η σύμβαση 717 που αφορά κοινοτικά χρήματα που δίνονταν σε δύο εταιρείες, μία εκ των οποίων ήταν η γαλλική Alstom, αποτέλεσε την αφορμή για τη δικαστική διερεύνηση. 

Παρά την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου που θα μπορούσε να αποτρέψει το δυστύχημα στα Τέμπη, τα χρήματα συνέχισαν να δίνονται, ενώ η υλοποίηση του έργου καθυστερούσε. 

Η Κοβέσι ζήτησε την ποινική δίωξη των αρμοδίων, αλλά οι φιλελεύθεροι της Ν.Δ. στην Ελλάδα προτίμησαν να σταματήσουν την έρευνα και να υπερασπιστούν την εσωτερική συνταγματική διαδικασία παρά να ακολουθήσουν το ευρωπαϊκό δίκαιο. 

Στο τέλος, το ελληνικό πολιτικό σύστημα προτίμησε να παραβλέψει την έρευνα για την υπεξαίρεση κοινοτικών πόρων, υπερασπιζόμενο το Σύνταγμα, παρά το γεγονός ότι αυτό σήμαινε υπονόμευση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Αυτό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι η αντίφαση μεταξύ των πρακτικών που εφαρμόζονται στην Ευρώπη και των πολιτικών που ακολουθούνται στην Ελλάδα και άλλες χώρες. 

Για παράδειγμα, ενώ η Κριστίν Λαγκάρντ, παρά την καταδίκη της από γαλλικό δικαστήριο για αδικήματα που αφορούσαν την υπεξαίρεση χρημάτων, ανέλαβε και διατηρεί μια κορυφαία θέση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Μαρίν Λεπέν, η οποία απέσπασε 33 εκατομμύρια ψήφους στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, αποκλείεται από την πολιτική ζωή της Γαλλίας λόγω της καταδίκης της. 

Η Λαγκάρντ, αν και έχει μια αμφισβητούμενη καταδίκη για την οποία αναγνώρισε ατομική ευθύνη, κρατά μία από τις ισχυρότερες θέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. 

Αντίθετα, η Λεπέν, παρά την πολιτική υποστήριξη που απολαμβάνει στη Γαλλία, αποκλείεται από την πολιτική λόγω της καταδίκης της για υπεξαίρεση κοινοτικού χρήματος, δημιουργώντας μια εικόνα απόλυτης αντίφασης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει κατηγορηθεί για τον διορισμό συγγενών της σε θέσεις στο διοικητικό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την κατάχρηση των κοινοτικών πόρων προς όφελος των προσωπικών της συμφερόντων. 

Παρά το γεγονός ότι παραδόξως συνεχίζει να διατηρεί τη θέση της και να έχει αποφύγει τη δικαστική διερεύνηση, η ίδια η Ούρσουλα προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις για τον σεβασμό των κοινοτικών κονδυλίων και την ορθή διαχείριση αυτών. 

Η συμπεριφορά αυτή υπογραμμίζει την υποκρισία και τα διπλά μέτρα και σταθμά της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ, η οποία, από τη μία πλευρά, υποστηρίζει τον σεβασμό του κοινοτικού δικαίου, και από την άλλη, παραβιάζει βασικές αρχές της διαφάνειας και της ηθικής διακυβέρνησης.

Όλο αυτό το σκηνικό αποκαλύπτει μια μεγαλύτερη θεσμική ανωμαλία και αξιακή διάσταση στο σύνολο της ευρωπαϊκής και ελληνικής πολιτικής. 

Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και της φιλοευρωπαϊκής στρατηγικής φαίνεται να είναι όλο και περισσότερο μια υποκρισία, όταν οι ευρωπαϊκές ελίτ επιλέγουν να αγνοούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και να παραβιάζουν τη νομοθεσία για να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους. Το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και αξιακό και θεσμικό. 

Η δημοκρατία στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μοιάζει να κινδυνεύει από την ίδια την πολιτική τάξη που την υποστηρίζει, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ισχυρών πολιτικών και οικονομικών ομάδων.

Η σημερινή κατάσταση δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη, αλλά αφορά και τις γεωπολιτικές και πολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Το φαινόμενο του νέου αντικομμουνισμού, που παίρνει τη μορφή της «ρωσοφοβίας», αναδεικνύει έναν νέο τύπο ιδεολογικής καταδίωξης και πολιτικής ανισότητας. 

Η Ρωσία, η Τουρκία και άλλες χώρες εκτός της Δύσης αντιμετωπίζουν τις ίδιες επιθέσεις για συνεργασία με τη Ρωσία, που στο παρελθόν αποδίδονταν σε κομμουνιστικά κόμματα και πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς. 

Η συχνή αναφορά στη συνεργασία με τη Μόσχα ως βασική κατηγορία πολιτικής δίωξης, είτε πρόκειται για τον Τραμπ στις ΗΠΑ είτε για ηγέτες στην Ευρώπη, επισημαίνει τη συρρίκνωση της δημοκρατίας και την εξομοίωση του πολιτικού λόγου με πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων.

Αυτές οι τάσεις δεν περιορίζονται στην επίθεση κατά των αριστερών και των υπερδεξιών πολιτικών. Ουσιαστικά, ολόκληρη η πολιτική σκηνή της Δύσης βιώνει μια νέα μορφή καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης και της πολιτικής διαφοροποίησης. 

Η καταστολή της διαφορετικής άποψης και η αποδοχή της «ενιαίας» πολιτικής γραμμής συνιστούν μια επικίνδυνη τροχιά για την δημοκρατία, η οποία θα μπορούσε τελικά να αναδείξει καθεστώτα με περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα για τους πολίτες.

Αυτό που πρέπει να αντιληφθούν οι πολίτες της Δύσης είναι ότι η υποχώρηση από τις βασικές αρχές της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί την αιτία της σημερινής κρίσης. 

Η σύγκρουση με την πραγματική ελευθερία και την ουσία της δημοκρατίας είναι το πιο κρίσιμο διακύβευμα στις επερχόμενες εκλογές και στις μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις. 

Όπως έχει ήδη διατυπωθεί από πολιτικούς αναλυτές, η ελευθερία των επιλογών των πολιτών και η δυνατότητα διατήρησης πολιτικής διαφοροποίησης είναι τα θεμέλια της ελεύθερης κοινωνίας και της ευημερίας. 

Χωρίς αυτήν, η ελεύθερη αγορά και η οικονομία χάνουν την ουσία τους, και η Δύση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια αυταρχική κοινωνία που θα έχει χάσει τη δημοκρατική της ταυτότητα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου