Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΛΟΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΑ ΙΣΧΥΡΑ ΚΡΑΤΗ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ Ο,ΤΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥΣ

H ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΒΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΤΑΞΗΣ 



Υπάρχει μια εμφανής και βαθιά ενοχλητική αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επικαλούνται το διεθνές δίκαιο την ίδια στιγμή που το παρακάμπτουν στην πράξη. 

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν δημιουργήθηκε για να λειτουργεί ως σκηνικό ρητορικής επίκλησης στις ομιλίες των ισχυρών κρατών, ούτε ως διακοσμητικό πλαίσιο που νομιμοποιεί εκ των υστέρων αποφάσεις ισχύος. 

Ο θεσμός αυτός ιδρύθηκε ως μηχανισμός περιορισμού της λογικής που συνοψίζεται στη φράση «επιτίθεμαι επειδή έχω τη δυνατότητα».

Το Άρθρο 2 παράγραφος 4 του Χάρτη του ΟΗΕ διατυπώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι απαγορεύεται η απειλή ή η χρήση βίας εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. 

Το κείμενο δεν περιλαμβάνει εξαιρέσεις για λόγους γεωπολιτικής ισορροπίας, ούτε προβλέπει ειδικές πρόνοιες για «στρατηγικές ανησυχίες». 

Η μόνη θεσμικά αναγνωρισμένη οδός για νόμιμη στρατιωτική δράση προϋποθέτει ρητή απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στην παρούσα περίπτωση τέτοια απόφαση δεν υφίσταται και η απουσία της αφαιρεί οποιαδήποτε νομική βάση.

Η μόνη ρητή εξαίρεση από την απαγόρευση χρήσης βίας αφορά το δικαίωμα αυτοάμυνας, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 51 του Χάρτη, και ενεργοποιείται αποκλειστικά ως απάντηση σε πραγματική ένοπλη επίθεση. Η θεωρία της «προληπτικής αυτοάμυνας» παραμένει αντικείμενο έντονων νομικών αμφισβητήσεων στη διεθνή νομική επιστήμη. 

Η ιδέα ότι ένα κράτος δύναται να επιτεθεί επειδή φοβάται μια πιθανή μελλοντική απειλή εισάγει μια επικίνδυνη αυθαιρεσία στο διεθνές σύστημα. Αν η λογική αυτή καταστεί αποδεκτή, κάθε κράτος θα μπορεί να μετατρέπει υποθέσεις ή φόβους σε αφορμή πολεμικής δράσης.

Την ίδια στιγμή, οι αιτιολογίες μεταβάλλονται με αξιοσημείωτη ευκολία. Σε μία περίοδο γίνεται λόγος για ανάγκη αλλαγής καθεστώτος, σε άλλη προβάλλεται η προστασία πληθυσμών από υποτιθέμενες μαζικές φρικαλεότητες.

 Στη συνέχεια εμφανίζεται το επιχείρημα της εξάλειψης βαλλιστικών προγραμμάτων ή η αποτροπή ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Όταν μια δικαιολογία αποδυναμώνεται, αντικαθίσταται από μια άλλη, εξίσου αμφίβολη, δημιουργώντας ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο αφήγημα.

Η ανατροπή κυβερνήσεων μέσω εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης δεν αναγνωρίζεται ως νόμιμη βάση χρήσης βίας στο διεθνές δίκαιο. Η ίδια η ιστορική εμπειρία παρέχει εύγλωττα παραδείγματα. Το 1953 οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν καθοριστικά στην ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού του Ιράν Μοχάμεντ Μοσαντέκ. 

Το αποτέλεσμα δεν υπήρξε δημοκρατική σταθερότητα αλλά δεκαετίες αυταρχισμού, γεγονός που συνέβαλε στη διαμόρφωση των πολιτικών συνθηκών που οδήγησαν στη σημερινή μορφή του ιρανικού καθεστώτος. Οι υποσχέσεις περί «εκδημοκρατισμού» μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων συγκρούονται με την ίδια την ιστορία των παρεμβάσεων.

Ανάλογη σύγχυση προκαλεί και η επίκληση της αρχής της «Ευθύνης για Προστασία». Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε το 2005 από τα κράτη μέλη του ΟΗΕ με στόχο την αντιμετώπιση ακραίων ανθρωπιστικών κρίσεων. 

Η εφαρμογή της προϋποθέτει συλλογική δράση στο πλαίσιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και συνεπώς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η μονομερής στρατιωτική επέμβαση δεν εντάσσεται σε αυτή τη λογική και κάθε τέτοια ερμηνεία οδηγεί σε αυθαίρετη χρήση μιας αρχής που σχεδιάστηκε για να λειτουργεί συλλογικά.

Η μετατροπή υποψιών σχετικά με πυρηνικά προγράμματα σε αιτία πολέμου συνιστά μια ακόμη επικίνδυνη διολίσθηση. Εάν η πιθανότητα μελλοντικής στρατιωτικής ικανότητας επαρκεί για να δικαιολογήσει επίθεση, τότε κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλές. 

Το διεθνές δίκαιο βασίζεται σε αποδεδειγμένες πράξεις και σε συγκεκριμένα γεγονότα, όχι σε υποθέσεις ή εκτιμήσεις κινδύνου. Η αντικατάσταση της τεκμηρίωσης από την υποψία δημιουργεί έναν κόσμο στον οποίο η στρατιωτική ισχύς προηγείται της απόδειξης.

Η πιο ανησυχητική διάσταση είναι η σταδιακή κανονικοποίηση αυτής της πρακτικής. Όταν ισχυρά κράτη επιλέγουν να αγνοούν τους κανόνες, το μήνυμα που μεταδίδεται διεθνώς είναι σαφές: οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά. Το σύστημα συλλογικής ασφάλειας μετατρέπεται σε σκηνικό θεσμικής επίκλησης, ενώ η πραγματική ισχύς αναδεικνύεται σε καθοριστικό κριτήριο.

Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, το ζήτημα αγγίζει και τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης. Η εξουσία κήρυξης πολέμου ανήκει στο Κογκρέσο σύμφωνα με το αμερικανικό Σύνταγμα. Εάν η εκτελεστική εξουσία υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ παρακάμπτει αυτή τη διαδικασία, τότε η κρίση αποκτά και θεσμικό χαρακτήρα. Η υποβάθμιση του διεθνούς δικαίου συνοδεύεται από τη χαλάρωση των εσωτερικών συνταγματικών περιορισμών της εξουσίας.

Η γλώσσα της διπλωματίας συχνά λειτουργεί ως πέπλο. Στρατιωτικές επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως προσπάθειες «αποκατάστασης σταθερότητας» ή «διασφάλισης ειρήνης», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για χρήση βίας χωρίς διεθνή νομιμοποίηση. 

Το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί κατάλογο επιλογών από τον οποίο τα ισχυρά κράτη μπορούν να επιλέγουν ό,τι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων συνιστά πολιτική επιλογή με μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Κάθε στρατιωτική ενέργεια που πραγματοποιείται χωρίς σαφή διεθνή εξουσιοδότηση υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο προστασίας όλων των κρατών. 

Αν η ισχύς καταστεί πηγή δικαιώματος, τα μικρότερα κράτη θα ζουν μόνιμα υπό τον φόβο αυθαίρετων επεμβάσεων. Την ίδια στιγμή, οι ισχυροί θα διαπιστώσουν ότι η αποδόμηση των κανόνων επιστρέφει κάποτε ως απειλή και προς τους ίδιους.

Η διεθνής τάξη δεν καταρρέει ξαφνικά. Διαβρώνεται σταδιακά, μέσα από επαναλαμβανόμενες «εξαιρέσεις» που παρουσιάζονται ως αναγκαίες και μέσα από παραβιάσεις που εμφανίζονται ως μοναδικές περιπτώσεις. 

Εάν αυτή η πρακτική παγιωθεί, η σημερινή σύγκρουση δεν θα αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο έντασης στη Μέση Ανατολή. Θα δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο παγκόσμιας εμβέλειας και η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι τα προηγούμενα σπάνια μένουν χωρίς μιμητές.



ΠΗΓΗ  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου