Η ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ – ΟΙ ΙΣΡΑΗΛΙΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΩΣ ΝΕΑ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Γράφει ο Δρ. Marwan Emil Toubassi
Πρώην Πρέσβης της Παλαιστίνης στην Ελλάδα
Οι αυξανόμενες κινητοποιήσεις στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν αποτελούν πλέον απλώς έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας για την ακρίβεια ή αντίδραση στις κυβερνητικές πολιτικές.
Αντανακλούν βαθύτερες αντιφάσεις του οικονομικού και πολιτικού συστήματος, καθώς και αλλαγές στη σχέση των ευρωπαϊκών κοινωνιών με τους θεσμούς εξουσίας.
Στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων βρίσκεται η Παλαιστίνη, ως ζήτημα που αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στις διακηρυγμένες δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες της Ευρώπης και στις επίσημες πολιτικές απέναντι στην ισραηλινή αποικιοκρατική κατοχή και τα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού.
Η ευρωπαϊκή κρίση δεν είναι ανεξάρτητη από τις αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η κοινωνική προστασία και η αγοραστική δύναμη υποχωρούν, ενώ αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες και το κόστος των πολέμων.
Παράλληλα, η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί νέες προκλήσεις για το μέλλον της εργασίας και τις παραγωγικές σχέσεις, με τον κίνδυνο περαιτέρω συγκέντρωσης του πλούτου στα χέρια των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με την κρίση εμπιστοσύνης στις παραδοσιακές διατλαντικές σχέσεις, εξαιτίας των εμπορικών και στρατηγικών πιέσεων της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς και της πολιτικής της απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία, που επηρεάζει άμεσα την Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά της να διαμορφώσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα απέναντι στην Παλαιστίνη και τη Μέση Ανατολή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις ενισχύονται και η εμπιστοσύνη στους παραδοσιακούς πολιτικούς θεσμούς υποχωρεί. Ωστόσο, οι εξελίξεις δεν κινούνται προς μία κατεύθυνση.
Οι προοδευτικές, αριστερές και συνδικαλιστικές δυνάμεις συνδέουν τα κοινωνικά αιτήματα με τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αντίθεση στη στρατιωτικοποίηση, ενώ η εθνικιστική και λαϊκιστική δεξιά αξιοποιεί την κοινωνική ανασφάλεια, καλλιεργώντας τον φόβο απέναντι στη μετανάστευση και τον εθνικό απομονωτισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Παλαιστίνη αναδεικνύεται σε κρίσιμη ηθική και πολιτική δοκιμασία για την ευρωπαϊκή συνείδηση.
Ο γενοκτονικός πόλεμος και η καταστροφή στη Γάζα, οι προσπάθειες εφαρμογής των σχεδίων του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» στο πλαίσιο της απόφασης 2803, καθώς και η συνεχιζόμενη κατοχή, η επέκταση των εποικισμών και τα σχέδια προσάρτησης και εκτοπισμού, αποκαλύπτουν το βαθύ χάσμα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές διακηρύξεις περί διεθνούς δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην περιορισμένη ανάληψη ουσιαστικών πρωτοβουλιών για τη λογοδοσία του Ισραήλ.
Αυτή η αντίφαση έχει οδηγήσει σημαντικά τμήματα της νεολαίας, της πανεπιστημιακής κοινότητας, των συνδικάτων και των κινημάτων υπεράσπισης των δικαιωμάτων να επανεξετάσουν τις επίσημες πολιτικές, συνδέοντας τη δημοκρατία με τον αγώνα κατά της αποικιοκρατίας και των δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα των ισραηλινών εκλογών προσθέτουν μια νέα δοκιμασία για την ευρωπαϊκή στάση.
Η σχετική ισορροπία ανάμεσα στα στρατόπεδα Νετανιάχου και Άιζενκοτ, καθώς και η απουσία σαφούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις, υπενθυμίζουν ότι η αλλαγή κυβέρνησης δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή πολιτικής απέναντι στον παλαιστινιακό λαό. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των σιωνιστικών πολιτικών δυνάμεων επικεντρώνεται κυρίως στη διακυβέρνηση και στις πολιτικές συμμαχίες, όχι στον τερματισμό της κατοχής.
Αντίθετα, η αξιοσημείωτη εκλογική ενίσχυση των δύο αραβικών ψηφοδελτίων, με την προοπτική να εξασφαλίσουν περίπου δεκαοκτώ έδρες, αποτελεί σημαντική ένδειξη της δυνατότητας των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ να ενισχύσουν την πολιτική τους παρουσία και να επηρεάσουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, παρά τις πολιτικές διακρίσεων, αποκλεισμού και εθνικής καταπίεσης.
Η πραγματικότητα αυτή επιβάλλει στην Ευρώπη να μην περιορίζει τη στάση της απέναντι στο Ισραήλ στο πρόσωπο του επόμενου πρωθυπουργού, αλλά να την καθορίζει με βάση τις πολιτικές κατοχής, εποικισμού και προσάρτησης. Μια ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή δεν αρκεί χωρίς σαφή δέσμευση για τον τερματισμό της κατοχής, του συστήματος φυλετικών διακρίσεων και της θεσμοθετημένης εθνικής υπεροχής.
Γι’ αυτό, η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη, για ολοένα μεγαλύτερα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δεν αποτελεί πλέον μόνο ανθρωπιστική συμπαράσταση. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από την αποικιοκρατική κληρονομιά, τον ρατσισμό και την επιλεκτική εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Ωστόσο, η διεύρυνση της λαϊκής αλληλεγγύης και οι αυξανόμενες ευρωπαϊκές αναγνωρίσεις του Κράτους της Παλαιστίνης δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε ενιαία και αποτελεσματική πολιτική για τον τερματισμό της κατοχής, εξαιτίας των οικονομικών συμφερόντων, των πολιτικών συμμαχιών, των διαφορών μεταξύ των κυβερνήσεων και της αμερικανικής επιρροής.
Από εδώ προκύπτει και η δική μας παλαιστινιακή ευθύνη: να αναπτύξουμε μια συνεκτική διπλωματική, νομική και λαϊκή στρατηγική, στηριγμένη σε έναν σαφή και ενιαίο εθνικό πολιτικό λόγο, οικοδομώντας σταθερές συμμαχίες με προοδευτικά κόμματα, συνδικάτα, πανεπιστήμια, κοινοβούλια και κινήματα δικαιωμάτων.
Στόχος είναι η μετατροπή της αλληλεγγύης σε συγκεκριμένες πολιτικές και νομικές διεκδικήσεις, που δεν θα περιορίζονται στο μποϊκοτάζ των προϊόντων των εποικισμών, αλλά θα επεκτείνονται στο ίδιο το Ισραήλ ως κράτος εποικιστικής αποικιοκρατίας, στη λογοδοσία του για τις πολιτικές του, στον τερματισμό κάθε μορφής συνενοχής στα εγκλήματά του και στην ενεργοποίηση των διεθνών μηχανισμών δικαιοσύνης, με προτεραιότητα τον τερματισμό της κατοχής και την κατοχύρωση του δικαιώματος του λαού μας στην αυτοδιάθεση και την εθνική ανεξαρτησία.
Η ανάκτηση, όμως, της διεθνούς πολιτικής πρωτοβουλίας προϋποθέτει και την ανανέωση του παλαιστινιακού εθνικοαπελευθερωτικού μας σχεδίου, την ενίσχυση της δημοκρατίας, την ανανέωση της πολιτικής νομιμοποίησης μέσω εκλογών και τη μεταρρύθμιση των θεσμών στη βάση της συμμετοχής, της λογοδοσίας, του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του λαού μας ενισχύει τη δυνατότητά μας να οικοδομούμε διεθνείς συμμαχίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα αναπαλλοτρίωτα εθνικά μας δικαιώματα μπορούν να εξαρτώνται από την κατάσταση του πολιτικού μας συστήματος ή από εξωτερικές πιέσεις.
Η ευρωπαϊκή κρίση μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για προοδευτικές αλλαγές, χωρίς όμως να τις εγγυάται. Η κοινή πρόκληση είναι να μετατραπούν η κριτική συνείδηση και η κοινωνική διαμαρτυρία σε δύναμη αλλαγής υπέρ της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των λαών.
Η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη αποκτά το πραγματικό ιστορικό της νόημα όταν περνά από τη συμπάθεια στην οργανωμένη πολιτική δράση, από την αναμονή ή την εναπόθεση ελπίδων στην αλλαγή των ισραηλινών κυβερνήσεων στον αγώνα για τον τερματισμό της ίδιας της κατοχής. Διότι ο τερματισμός της κατοχής αποτελεί προϋπόθεση για μια δίκαιη ειρήνη και πραγματική σταθερότητα, όχι η συνύπαρξη με τη συνέχιση της εποικιστικής αποικιοκρατίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου