Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

Ο ΤΡΑΜΠΑΝΙΑΧΟΥ ΑΝΕΚΡΟΥΣΕ ΠΡΥΜΝΑΝ...

 ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΒΟΜΒΑ: Ο TRUMP ΘΑ ΠΙΕΣΕΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ



Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές περιπλέκει τους σχεδιασμούς του Donald Trump για τον τερματισμό της ουκρανικής σύγκρουσης - Η Μόσχα παραμένει αναπόφευκτος συνομιλητής, το Κίεβο στηρίζεται στην ευρωπαϊκή βοήθεια και η Ουάσιγκτον εισέρχεται σε μια νέα περίοδο πολιτικής αντιπαράθεσης

Το βαθύ χάσμα που χωρίζει την προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump από τη στρατηγική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αναφορικά με τη Ρωσία και την Ουκρανία έρχεται στο προσκήνιο.

Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Telegraph, ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να θεωρεί ότι ο συντομότερος δρόμος προς τον τερματισμό της σύγκρουσης περνά μέσα από την άσκηση αποφασιστικών πιέσεων στο Κίεβο και την αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία.

Πρόκειται για μια εκτίμηση με τεράστια γεωπολιτική σημασία, καθώς αναδεικνύει κάτι που συχνά παραβλέπεται στη δυτική δημόσια συζήτηση: ότι η συνέχιση της αντιπαράθεσης δεν αποτελεί αναπόφευκτη ιστορική εξέλιξη, αλλά συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, στρατηγικές προτεραιότητες και αντικρουόμενα συμφέροντα.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου αλλάζει τους συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών του Λευκού Οίκου.

Η στρατηγική Trump και η αναγνώριση της ρωσικής πραγματικότητας

Η ουσία της προσέγγισης Trump βρίσκεται στην αντίληψη ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να τερματιστεί αποκλειστικά μέσω στρατιωτικών μέσων ή με τη διαρκή ενίσχυση της Ουκρανίας από τη Δύση.

Αντίθετα, απαιτείται μια πολιτική διευθέτηση που θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος, τις εξελίξεις στο πεδίο των επιχειρήσεων και τις απαιτήσεις ασφαλείας των εμπλεκόμενων πλευρών.

Από τη ρωσική σκοπιά, η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η Μόσχα υποστηρίζει σταθερά ότι οποιαδήποτε βιώσιμη συμφωνία οφείλει να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένης της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και του μελλοντικού στρατιωτικού καθεστώτος της Ουκρανίας.

Οι ρωσικές αυτές θέσεις δεν γίνονται αποδεκτές από το Κίεβο και τους περισσότερους δυτικούς συμμάχους του, που επιμένουν στην εδαφική ακεραιότητα και στο δικαίωμα της Ουκρανίας να καθορίζει τις συμμαχίες της.

Εντούτοις, η δυνατότητα μιας συμφωνίας εξαρτάται ακριβώς από την αντιμετώπιση αυτών των αντιθέσεων και όχι από την προσδοκία ότι μπορούν απλώς να εξαφανιστούν.

Ο Trump φαίνεται να αντιμετωπίζει τη Ρωσία όχι μόνο ως αντίπαλο, αλλά και ως μεγάλη δύναμη με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν τελικά να συνομιλήσουν.

Αυτή η αντίληψη διαφοροποιείται από τη λογική της μακροχρόνιας απομόνωσης της Μόσχας και της διατήρησης μιας κατάστασης διαρκούς γεωπολιτικής σύγκρουσης.


Η Telegraph αποκαλύπτει τον φόβο της ευρωπαϊκής ηγεσίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση της Telegraph ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες, παρά τις παρεμβάσεις τους προς τον Αμερικανό πρόεδρο, δεν έχουν καταφέρει να μεταβάλουν ουσιαστικά τη βασική του πεποίθηση.

Κατά τη βρετανική εφημερίδα, ο Trump εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο ταχύτερος δρόμος προς την ειρήνη είναι να εξαναγκαστεί η Ουκρανία να αποδεχθεί δυσμενείς όρους και παράλληλα να εξομαλυνθούν οι αμερικανορωσικές σχέσεις.

Επί της ουσίας ο Αμερικανός πρόεδρος ζητεί την παράδοση της Ουκρανίας, προκειμένου να διευθετηθεί οριστικά το ζήτημα.

Πίσω όμως από αυτή την περιγραφή αναδεικνύεται ένα πραγματικό στρατηγικό δίλημμα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Ουκρανία να συνεχίσει τη σύγκρουση χωρίς να εξαρτάται αποφασιστικά από εξωτερική χρηματοδότηση, εξοπλισμό και πολιτική υποστήριξη;

Η ευρωπαϊκή απάντηση, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, είναι η διατήρηση της βοήθειας προς το Κίεβο.

Όπως επισημαίνει η Telegraph, η Ευρώπη λειτουργεί ουσιαστικά ως προστατευτική ασπίδα για τον Volodymyr Zelensky απέναντι στις πιέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, εξασφαλίζοντας χρηματοδότηση και στρατιωτικό υλικό.

Αυτή η πολιτική ξεκάθαρα μπορεί να ερμηνευθεί ως παράγοντας παράτασης της σύγκρουσης, εφόσον επιτρέπει στην ουκρανική ηγεσία να αποφεύγει δύσκολους συμβιβασμούς.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αντίθετα, ισχυρίζονται ότι η βοήθεια είναι αναγκαία ώστε η Ουκρανία να μη διαπραγματευτεί υπό καθεστώς στρατιωτικού εξαναγκασμού.


Η εκλογική ανατροπή που δυσκολεύει τον Λευκό Οίκο

Οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου έφεραν μια καθοριστική αλλαγή στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι Αμερικανοί ψήφισαν για το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων, για 35 έδρες της Γερουσίας, συμπεριλαμβανομένων ειδικών εκλογών, καθώς και για κυβερνήτες σε 36 πολιτείες.

Το αποτέλεσμα υπήρξε ιδιαίτερα δυσμενές για τους Ρεπουμπλικάνους, καθώς οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά άμεση σημασία για την ουκρανική σύγκρουση.

Ο Trump διατηρεί σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική, ωστόσο δεν μπορεί να παρακάμπτει απεριόριστα το Κογκρέσο, ιδίως σε ζητήματα χρηματοδότησης, νομοθετικά κατοχυρωμένων κυρώσεων και ευρύτερων στρατηγικών δεσμεύσεων.

Ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς μπορεί να επιδιώξει αυστηρότερη εποπτεία της πολιτικής του και να εμποδίσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες εξομάλυνσης των σχέσεων με τη Ρωσία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διπλωματική κίνηση θα είναι αδύνατη.
Σημαίνει, όμως, ότι η προσπάθεια αναδιαμόρφωσης των αμερικανορωσικών σχέσεων θα συναντήσει ισχυρότερα θεσμικά και πολιτικά εμπόδια.

Η εσωτερική αντιπαράθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύει έτσι να επηρεάσει άμεσα τις προοπτικές ειρήνευσης στην ανατολική Ευρώπη.


Οι κυρώσεις και το πραγματικό διακύβευμα

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύεται είναι το καθεστώς των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας.

Οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στη Μόσχα δεν αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα το οποίο μπορεί να καταργηθεί αυτομάτως με μια προεδρική απόφαση.

Ορισμένα μέτρα εμπίπτουν στην εκτελεστική αρμοδιότητα, ενώ άλλα συνδέονται με συγκεκριμένες νομοθετικές προβλέψεις και απαιτούν τη συμμετοχή του Κογκρέσου.

Επομένως, ακόμη και εάν ο Trump καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σταδιακή άρση κυρώσεων μπορεί να διευκολύνει μια ειρηνευτική συμφωνία, δεν θα έχει σε όλες τις περιπτώσεις απόλυτη ελευθερία κινήσεων.

Για τη Ρωσία, η οικονομική διάσταση έχει ιδιαίτερο βάρος.

Η Μόσχα έχει προσαρμόσει σημαντικό μέρος των εμπορικών και ενεργειακών σχέσεών της στις συνθήκες των δυτικών περιορισμών, ενισχύοντας τη συνεργασία της με χώρες εκτός του δυτικού συνασπισμού.

Παράλληλα, όμως, οι κυρώσεις εξακολουθούν να δημιουργούν οικονομικές πιέσεις, εμπόδια στις διεθνείς συναλλαγές και πρόσθετο κόστος.

Μια ενδεχόμενη συμφωνία που θα περιλαμβάνει αμοιβαία μέτρα αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά το οικονομικό και διπλωματικό περιβάλλον.

Το ερώτημα είναι αν η αμερικανική πολιτική ηγεσία θα μπορέσει να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο διαπραγματεύσεων ή εάν η κομματική αντιπαράθεση θα ακυρώσει αυτή τη δυνατότητα.



Η Ευρώπη μπροστά σε μια επικίνδυνη επιλογή

Το μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η υποστήριξη της Ουκρανίας δεν συνοδεύεται πάντοτε από ένα εξίσου σαφές σχέδιο πολιτικής εξόδου από τη σύγκρουση.

Η συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας παρουσιάζεται ως απαραίτητη για την ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά παραμένει ανοιχτό το ερώτημα ποια συγκεκριμένη διπλωματική κατάληξη επιδιώκεται και με ποιους όρους μπορεί να επιτευχθεί.

Η Ρωσία, ανεξάρτητα από τις σοβαρές διαφωνίες που υπάρχουν με τις ενέργειές της, παραμένει γεωγραφικά, στρατιωτικά και ενεργειακά αναπόσπαστο στοιχείο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Δεν είναι δυνατόν να σχεδιαστεί μια μακροπρόθεσμη αρχιτεκτονική ασφάλειας στην ήπειρο χωρίς να εξεταστεί ο ρόλος της Μόσχας.

Αυτό δεν προϋποθέτει αποδοχή κάθε ρωσικής απαίτησης, ούτε παραγνώριση των ουκρανικών δικαιωμάτων.

Απαιτεί όμως αναγνώριση του γεγονότος ότι η διπλωματία δεν μπορεί να λειτουργήσει εάν αποκλείεται εκ των προτέρων ένας από τους βασικούς συνομιλητές.

Η άποψη ότι η Ρωσία μπορεί να απομονωθεί επ' αόριστον, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία και ασφάλεια, αξίζει τουλάχιστον να επανεξεταστεί.


Το Κίεβο και τα όρια της δυτικής υποστήριξης

Για τον Volodymyr Zelensky, η αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών στην Ουάσιγκτον δημιουργεί μια σύνθετη κατάσταση.

Από τη μία πλευρά, η επικράτηση των Δημοκρατικών μπορεί να ενισχύσει τις πολιτικές δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της συνέχισης της αμερικανικής στήριξης στην Ουκρανία.

Από την άλλη, η ευρύτερη αμερικανική κοινωνία αντιμετωπίζει οικονομικές πιέσεις και έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη διατήρηση απεριόριστων διεθνών δεσμεύσεων.

Η ουκρανική ηγεσία καλείται επομένως να αξιολογήσει όχι μόνο την πολιτική βούληση των δυτικών συμμάχων της, αλλά και τη δυνατότητά τους να συνεχίσουν την υποστήριξη σε βάθος χρόνου.

Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι ο χρόνος και οι στρατιωτικές ισορροπίες μπορούν να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική της θέση.



Η ειρήνη περνά αναγκαστικά από τη Μόσχα

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση της Telegraph είναι ότι η αμερικανική πολιτική εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η προεδρική επιδίωξη για συμφωνία με τη Ρωσία θα δοκιμαστεί από έναν νέο, δυσμενέστερο κοινοβουλευτικό συσχετισμό.

Ο Trump μπορεί να εξακολουθεί να θεωρεί την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής του, αλλά η υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον ίδιο.

Παράλληλα, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη απόφαση: θα περιοριστεί στον ρόλο του χρηματοδότη και στρατιωτικού υποστηρικτή του Κιέβου ή θα αναλάβει ουσιαστικότερη πρωτοβουλία για μια διαπραγματευτική λύση;

Η ρωσική θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή ειρήνη χωρίς να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα ασφαλείας της Μόσχας αποτελεί μια πραγματικότητα της διαπραγμάτευσης, ακόμη και για όσους διαφωνούν με τις ρωσικές επιδιώξεις.

Το ουσιαστικό δίλημμα δεν είναι εάν η Δύση θα αποδεχθεί άνευ όρων τη ρωσική ατζέντα, αλλά εάν θα επιλέξει μια δύσκολη διπλωματική συνεννόηση αντί της ανοιχτής, διαρκούς αντιπαράθεσης.

Και αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της επόμενης περιόδου: να αποδειχθεί ότι η πολιτική μπορεί να επιτύχει εκεί όπου η στρατιωτική σύγκρουση εξακολουθεί να παράγει αδιέξοδα.

Διότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην υπόθεση μιας αιώνιας ρήξης με τη Ρωσία.

Μια βιώσιμη ειρήνη θα χρειαστεί συμφωνίες, αμοιβαίες δεσμεύσεις και έναν πραγματικό διάλογο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον, τη Μόσχα, το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Όσο αυτή η πραγματικότητα αναβάλλεται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η ουκρανική σύγκρουση να παραμείνει το πεδίο όπου η Ευρώπη πληρώνει το κόστος μιας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης χωρίς ορατό τέλος.



ΠΗΓΗ 




     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου