ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΩΝ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΕΝΤΡΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ ΣΕ ΟΠΛΑ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ
Ο αγώνας των γεωργών και των κτηνοτρόφων αποκτά πανευρωπαϊκή ένταση και λειτουργεί ως προειδοποίηση για όσα διαμορφώνονται γύρω από το μέλλον της παραγωγής και της κοινωνίας.
Το επόμενο διάστημα κρίνει τη ζωή των επόμενων γενεών, καθώς η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και οι βασικές συνθήκες επιβίωσης συνδέονται στενά με το ποιος θα διαχειρίζεται την τροφή, το νερό και τους φυσικούς πόρους.
Οι αγρότες δεν βρίσκονται στον δρόμο για ένα στενό επαγγελματικό αίτημα. Βρίσκονται εκεί επειδή η μοίρα του δικού τους κλάδου αγγίζει συνολικά την ανθρώπινη υπόσταση.
Η πίεση που υφίστανται εμφανίζεται αδιάκοπη, με προσανατολισμό που οδηγεί σε όξυνση. Σχηματοποιείται η εντύπωση ότι σε επίπεδο υπερεθνικών κέντρων έχει ληφθεί σταθερή απόφαση για συρρίκνωση της μικρής και μεσαίας παραγωγής, με στόχο τη μεταφορά του ελέγχου της διατροφικής αλυσίδας σε συγκεντρωτικές δομές ισχύος.
Οι εξελίξεις συνδέονται με μακροχρόνιες κατευθύνσεις πολιτικής που προωθούνται σταδιακά, ώσπου η γεωργία και η κτηνοτροφία να λειτουργούν μέσα σε πλαίσιο αυστηρής επιτήρησης και εξάρτησης από κλειστά συστήματα παροχής σπόρων, τεχνολογίας και χρηματοδότησης.
Οι πατενταρισμένοι σπόροι αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι παραγωγοί υποχρεώνονται να τους χρησιμοποιούν για να λάβουν επιδοτήσεις, με αποτέλεσμα την εξασθένηση της παραδοσιακής αυτάρκειας και της πολυμορφίας των τοπικών καλλιεργητικών πρακτικών.
Το πρόγραμμα αυτής της μετάβασης έχει ιστορικό βάθος. Από δηλώσεις του πρώτου μισού του 20ού αιώνα προκύπτει η ανησυχία για σχέδια συγκέντρωσης οικονομικών και πολιτικών μηχανισμών, που αφορούν ακόμη και τα πιο απλά στοιχεία της καθημερινής μας ζωής.
Η παρατήρηση ότι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι επηρεάζουν πολιτικές αποφάσεις, διαδικασίες εκλογής αξιωματούχων και στρατιωτικές επιχειρήσεις, έχει διατυπωθεί δημόσια εδώ και έναν αιώνα. Η σημερινή διεθνής ρητορική και οι πρακτικές έντονης γεωπολιτικής πίεσης, είτε στην αμερικανική ήπειρο είτε σε βόρειες ήπειρους, ενισχύουν την αίσθηση συνέχειας αυτής της επιρροής.
Ο ρόλος των παραγωγών ξεπερνά την κάλυψη των διατροφικών αναγκών. Η γεωργία και η κτηνοτροφία τροφοδοτούν και την ένδυση, μέσω του βαμβακιού, του μαλλιού και του δέρματος.
Η διατροφική και ενδυματική ασφάλεια εξαρτώνται από το νερό, το οποίο βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων, λόγω της αυξανόμενης πίεσης για ιδιωτική διαχείριση ενός πόρου θεμελιώδους για τη δημόσια υγεία.
Η συζήτηση για το νερό προβάλλει εντονότερα σε χώρες που αντιμετωπίζουν ήδη το ενδεχόμενο να αναγκαστούν να μετακινήσουν ολόκληρους πληθυσμούς όταν τα διαθέσιμα αποθέματα δεν επαρκούν.
Το δικαίωμα σε τροφή, νερό, στέγη και ένδυση αποτελεί μέρος της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι μεταπολεμικές δεσμεύσεις για ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης διατυπώθηκαν ως κοινή βάση για όλες τις κοινωνίες.
Η μεταβολή των συνθηκών που καθορίζουν την πρόσβαση στα βασικά αγαθά δημιουργεί προβληματισμό ως προς το κατά πόσο αυτό το πλαίσιο προστασίας τηρείται σήμερα.
Στη δημόσια συζήτηση εμφανίζεται ολοένα συχνότερα το θέμα της μείωσης των πληθυσμών και της επιρροής τεχνολογικών συστημάτων στις ζωές των πολιτών. Η σχέση ανάμεσα στην πρόσβαση στην τροφή και στην πολιτική εξάρτηση αναλύθηκε από όσους εξέτασαν τα ιστορικά παραδείγματα περιορισμού των αγαθών σε περιόδους κρίσης.
Η έλλειψη τροφής και νερού επηρεάζει την πνευματική διαύγεια, τη συμπεριφορά και την ικανότητα αντίδρασης των κοινωνιών, όπως έχει καταγραφεί σε τραυματικές εμπειρίες στρατοπέδων και καταπιεστικών καθεστώτων.
Η σημερινή συζήτηση γύρω από τις ουσίες που ανιχνεύονται σε νερά, γύρω από την ποιότητα του αέρα, γύρω από τα υπολείμματα σε τρόφιμα και γύρω από τα φαινόμενα τεχνητών ελλείψεων ενισχύει την ανησυχία για τις επιπτώσεις σε μακροχρόνιο ορίζοντα.
Παράλληλα, τα στρατιωτικά εγχειρίδια αναφέρουν ότι η έλλειψη τροφής υποβαθμίζει το ηθικό και τη συνοχή των πληθυσμών. Η σημερινή ακρίβεια επιφέρει περιορισμό πρόσβασης στα βασικά αγαθά, γεγονός που αναγνωρίζεται σε πολλές χώρες του πλανήτη, ανεξάρτητα από την εικόνα επάρκειας στα ράφια.
Η διαφορά ανάμεσα στη βιτρίνα και στην πραγματική ζωή των νοικοκυριών γίνεται ολοένα πιο αισθητή. Σε ορισμένες χώρες έχουν ληφθεί προληπτικά μέτρα για την ενδεχόμενη ανάγκη διαχείρισης προμηθειών, σε βαθμό που οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν εξουσίες για την επίταξη ιδιωτικών αποθεμάτων σε περιόδους κρίσης.
Οι μαρτυρίες που κυκλοφορούν για σχεδιασμούς αυστηρού ελέγχου της παραγωγής παραπέμπουν στην ανησυχία ότι οι αγρότες ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο ενός νέου καθεστώτος περιορισμών.
Το ενδεχόμενο να θεωρηθεί παράνομη οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής παραγωγής τροφίμων περιγράφεται σε αναλύσεις από τις δεκαετίες του ’60, στις οποίες προβάλλεται το σενάριο ποινικοποίησης της μικρής καλλιέργειας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και αναφορές σε κείμενα που περιγράφουν τον έλεγχο του αέρα, του νερού και της τροφής ως μέσο πληθυσμιακής διαχείρισης.
Οι ιστορικές αναφορές σε περιπτώσεις όπου η έλλειψη τροφίμων λειτούργησε ως παράγοντας κοινωνικής αναταραχής επιβεβαιώνουν ότι ο πρωτογενής τομέας δεν αποτελεί μόνο οικονομική δραστηριότητα.
Η διακοπή τροφοδοσίας πόλεων, οι παρεμβάσεις σε μεταφορές τροφίμων και τα παραδείγματα πολεμικών περιόδων δείχνουν πώς η ανισορροπία στις βασικές προμήθειες επηρέασε εξελίξεις μεγάλης κλίμακας.
Ο σημερινός διωγμός των μικρών παραγωγών συνδέεται και με τη γνώση που κατέχουν. Η ικανότητα να παράγουν τροφή χωρίς εξάρτηση από μηχανισμούς μεγάλης κλίμακας θεωρείται παράγοντας που διατηρεί κοινωνίες σε λειτουργική αυτονομία.
Η μετακίνηση πληθυσμών από την ύπαιθρο προς πόλεις, όπου οι ανάγκες καλύπτονται μέσω συστημάτων παροχών, μεταβάλλει ριζικά αυτή την ισορροπία. Η νέα γενιά, η οποία συχνά μεγαλώνει χωρίς επαφή με την παραγωγή, χάνει την αίσθηση της κρισιμότητας αυτού του τομέα.
Ο πόλεμος των Κυβερνήσεων στους αγρότες και κτηνοτρόφους κορυφώθηκε την περίοδο της κορύφωσης πολλών προβλημάτων (κοινωνικών, οικονομικών, ορδών εισβολέων, προσωπικός αριθμός και νέες ταυτότητες, κλπ) διότι όταν τα προβλήματα είναι πολλά και μεγάλα ο λαός αδρανοποιείται αποκαμωμένος. Αυτό ακριβώς θέλουν. Αδρανή λαό για να τον «βαράνε» αλύπητα.
Εφαρμόζουν αυτό ακριβώς που είπε ο Λένιν: «Να δοκιμάζεις τρυπώντας με ξιφιλόγχες. Αν συναντήσεις ατσάλι, κάνε πίσω. Αν συναντήσεις χυλό, συνέχισε.»
Με τα μνημόνια ως αρχή είδαν ότι ο λαός ήταν «χυλός» καθηλωμένος σε μακάρια αδράνεια και κάνουν ότι θέλουν. Εάν υποχωρήσουν οι αγρότες, θα έχουμε όλοι πρόβλημα. Αν δεν υποχωρήσουν θα τους κάνουν να υποχωρήσουν με την χρήση βίας και θα έχουμε όλοι πρόβλημα.
Καλημέρα Mercosur, καληνύχτα «φέτα»
Παρόλο που η φέτα αποτελεί τη ναυαρχίδα των ελληνικών εξαγωγών τυροκομίας, με σταθερά αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια, ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει από την αναμενόμενη υπογραφή της Συμφωνίας Mercosur και την έλλειψη προστασίας που θα στερείται, την αφήνει εκτός παιχνιδιού στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο!
Κι όλα αυτά, εν πλήρη γνώσει της ελληνικής κυβέρνησης, που έχει εξουσιοδοτήσει την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, να υπογράψει την εν λόγω Συμφωνία! Αλλά, ας επικεντρωθούμε λίγο πιο αναλυτικά το θέμα που αφορά τη «φέτα».
Οι εξαγωγές φέτας κατέγραψαν νέο ρεκόρ το 2024, φτάνοντας σε αξία τα 785,08 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 6,8% σε σχέση με το 2023 (735,23 εκατ. ευρώ). Ενώ ποσοστό άνω του 65% της συνολικής ετήσιας παραγωγής φέτας προορίζεται πλέον για εξαγωγές. Η συνολική ετήσια παραγωγή φέτας στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 140.000 τόνους.
Το θετικό μομέντουμ των εξαγωγών συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2025, με τις εξαγωγές να φτάνουν τα 186,9 εκατομμύρια ευρώ. Ο όγκος εξαγωγών για το πρώτο εξάμηνο του 2025 ανήλθε στους 54.000 τόνους.
Τι γίνεται όμως με τη «φέτα» και την πολυδιαφημισμένη από την κυβέρνηση Συμφωνία Mercosur, που υποτίθεται θα διευκολύνει τις εξαγωγές ελληνικών αγροτικών προϊόντων στις συγκεκριμένες χώρες της, που είναι οι Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη, ενώ η Βολιβία βρίσκεται σε διαδικασία προσχώρησης και για τη Βενεζουέλα έχει ανασταλεί η συμμετοχής της…
Αν και η ΕΕ διατυμπανίζει ότι με αυτήν τη Συμφωνία προστατεύει περίπου 350 ευρωπαϊκά τρόφιμα με Γεωγραφικό Προσδιορισμό (ΠΓΕ), αν ψάξει όμως κάποιος τα παραρτήματα της Συμφωνίας, θα δει ότι υπάρχουν πολλές “γκρίζες” ζώνες και μία από αυτές είναι και για την ελληνική «φέτα», όπως φαίνεται και από το σχετικό απόσπασμα – υποσημείωση, του πρωτότυπου εγγράφου (στα αγγλικά) που παραθέτουμε και που σε ελληνική μετάφραση, λέει:
«Η προστασία της γεωγραφικής ένδειξης «φέτα» δεν εμποδίζει τη συνέχιση και παρόμοια χρήση του όρου «φέτα» από οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των διαδόχων και των εκδοχέων τους, για μέγιστο χρονικό διάστημα 7 ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας έχουν χρησιμοποιήσει την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη με συνεχή τρόπο για τα ίδια ή παρόμοια προϊόντα στα εδάφη της Αργεντινής, Βραζιλίας και Ουρουγουάης.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, η χρήση του όρου «φέτα» πρέπει να συνοδεύεται από ευανάγνωστη και ευδιάκριτη ένδειξη της γεωγραφικής προέλευσης του σχετικού προϊόντος».
Αυτό που κατανοεί κάποιος διαβάζοντάς το είναι ότι, αυτές οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, μπορούν κάλλιστα να παράξουν, χωρίς κανέναν περιορισμό, για 7 χρόνια πλέον, τη δική τους «φέτα», με τα δικό τους γάλα, ας είναι και αγελαδινό και όχι αιγοπρόβειο, όπως κανονικά επιβάλλεται, αρκεί στη συσκευασία να αναγράφει, π.χ. μπροστά FETA και στην πίσω πλευρά το made in Argentina ή Brazil, κ.λπ.
«Καλημέρα» λοιπόν, νέα Συμφωνία με τις χώρες της Mercosur, ας ετοιμαστούμε να την υπογράψουμε ως ΕΕ, λέγοντας όμως «καληνύχτα» στην ελληνική πραγματική «φέτα» και το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της που μας απέφερε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου