Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ «ΜΗ ΕΠΙΛΥΣΗ» ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ, ΑΛΛΑ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΕΘΟΔΕΥΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΣ ΚΟΥΛΗΣ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣ «ΠΩΛΗΣΗ» ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ!!!


Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΗΣ «ΜΗ ΕΠΙΛΥΣΗΣ»


Γράφει η Στέλλα Κυβέλου*


Η γεωπολιτική περιγράφεται ως η μελέτη της κατανομής ισχύος και της σύγκρουσης συμφερόντων με επίκεντρο τον έλεγχο στρατηγικών γεωγραφικών χώρων : σύνορα, θάλασσιες ζώνες, ενεργειακοί διάδρομοι, ζώνες και σφαίρες επιρροής. 

Ωστόσο, εξίσου θεμελιώδης – και συχνά λιγότερο εμφανής – είναι η διάσταση του χρόνου. Τα κράτη δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους μόνο ως προς τον έλεγχο του χώρου, αλλά και ως προς τον έλεγχο του ρυθμού των εξελίξεων, τη διάρκεια των διαδικασιών και τη στιγμή των αποφάσεων. 

Ήδη από την αρχαιότητα, η πολιτική σκέψη έχει αναγνωρίσει τη σημασία της χρονικής διαχείρισης. Ο Θουκυδίδης, στην ανάλυσή του περί Πελοποννησιακού Πολέμου, αναδεικνύει ως παράγοντες από τους οποίους εξαρτώνται οι στρατηγικές επιλογές, την υπομονή, την αναμονή και τη φθορά του αντιπάλου στον χρόνο. 

Στη σύγχρονη εποχή, ο Henry Kissinger υπογράμμιζε ότι η διπλωματία είναι τέχνη διαχείρισης μακρών χρονικών οριζόντων, όπου η αναβολή μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική με την άμεση δράση.

Η γεωπολιτική δεν είναι, κατά συνέπεια, μόνο γεωγραφία. Είναι και χρονικότητα. Στις διεθνείς σχέσεις ο χρόνος λειτουργεί με τρεις βασικούς τρόπους. Πρώτον, ως εργαλείο αναβολής. Η αναβολή μπορεί να επιτρέψει σε ένα κράτος να ενισχυθεί στρατιωτικά, να βελτιώσει τη διαπραγματευτική του θέση ή να αναμένει μια ευνοϊκότερη διεθνή συγκυρία. 

Η καθυστέρηση στην περίπτωσή αυτή, δεν αποτελεί αδράνεια. Μπορεί να είναι ενεργητική στρατηγική επιλογή. Δεύτερον, ως μηχανισμός αποσυμπίεσης. Οι διπλωματικές διαδικασίες συχνά δημιουργούν «χρονικούς διαδρόμους» που μειώνουν την ένταση χωρίς να επιλύουν το πρόβλημα. 

Διάλογοι, τεχνικές επιτροπές, επαναλαμβανόμενες συναντήσεις, όλα αυτά παρατείνουν τη διαχείριση της διαφοράς χωρίς να την επιλύουν. Τρίτον, ως μορφή πολιτικού ελέγχου. Όποιος καθορίζει το χρονοδιάγραμμα, καθορίζει παράλληλα και το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. 

 Η επιτάχυνση μπορεί να πιέσει τον αντίπαλο, με απρόβλεπτες συνέπειες, ενώ η επιβράδυνση μπορεί να τον εξαντλήσει.Στον σημερινό διεθνή κόσμο, η χρονική ασάφεια αποτελεί συχνό χαρακτηριστικό των διπλωματικών συμφωνιών.

 Σε οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ, οι διαδικασίες είναι συχνά συνεχείς, επαναλαμβανόμενες και χωρίς σαφές τελικό σημείο. Η έμφαση δίδεται στη διατήρηση της συνεργασίας και όχι στην ταχεία ολοκλήρωση.

Αυτή η «διπλωματία της ανοιχτής διάρκειας» βασίζεται σε μια απλή αρχή: στην περίπτωση πολυσύνθετων συγκρούσεων, η σταθερότητα είναι πιο εφικτή από την οριστική λύση.


Το παράδειγμα της πρόσφατης συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν

Η πρόσφατη συνάντηση κορυφής μεταξύ των πολιτικών ηγεσιών της Ελλάδας και της Τουρκίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας διπλωματικής λογικής που δεν επιδιώκει οριστική λύση των διεκδικήσεων με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. 

 H παρουσία στην συνάντηση μεγάλου μέρους του Ελληνικού υπουργικού συμβουλίου, το κοινό ανακοινωθέν και οι σχετικές δηλώσεις, με αποκορύφωμα την πρωτοφανή αναφορά του Τούρκου προέδρου στο διεθνές δίκαιο βασικό μέρος του οποίου (UNCLOS) δεν έχει κυρώσει και δεν εφαρμόζει η Τουρκία, υποδηλώνουν μία κατ’επίφαση ειρηνική συνύπαρξη : συνέχιση του διαλόγου, ενίσχυση των μηχανισμών επικοινωνίας, διατήρηση ενός θετικού κλίματος μεταξύ των δύο χωρών.

Το κυριότερο όμως είναι ότι δεν έχουν τεθεί σαφή χρονοδιαγράμματα, καταληκτικές ημερομηνίες ή συγκεκριμένα στάδια υλοποίησης. Η χρονικότητα που προβάλλεται είναι μόνο διαδικαστική και κυκλική: τακτικές συναντήσεις, συνέχιση διαλόγου, σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Δεν υπάρχει γραμμική πορεία προς ένα τελικό αποτέλεσμα, κάτι που όσον αφορά την ελληνική δικαιοδοσία στο Αιγαίο, μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους δεδομένου του τρόπου που η Τουρκία χρησιμοποιεί την «ερπυστική δικαιοδοσία» (creeping jurisdiction). 

Στο Αιγαίο εξελίσσεται διαχείριση μιας σχέσης που δεν έχει καθορισμένο τέλος και είναι κατά κανόνα εις βάρος της Ελλάδας ( Γαλάζια πατρίδα, Τουρκικός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός μέχρι το μέσο του Αιγαίου, Τουρκικά θαλάσσια πάρκα σε διεθνή ύδατα, «συμπίεση» των Ελληνικών θαλάσσιων πάρκων στα χωρικά ύδατα των 6 ν.μ, Τουρκική NAVTEX αορίστου διάρκειας κ.λ.π).

Γιατί όμως αποφεύγονται οι χρονικές δεσμεύσεις; Η απουσία χρονικού ορίζοντα δεν είναι τυχαία. Αντανακλά δομικές και ίσως διαχρονικές ανάγκες αυτής της γεωπολιτικής διαχείρισης. Πρώτον, οι προθεσμίες δημιουργούν κίνδυνο αποτυχίας. Αν ο στόχος δεν επιτευχθεί εγκαίρως, η διαδικασία θεωρείται αποτυχημένη. 

Η αοριστία προστατεύει την πολιτική αξιοπιστία και η χρονική ασάφεια διατηρεί τη στρατηγική ευελιξία. Οι διεθνείς σχέσεις μεταβάλλονται γρήγορα. Ένα δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα μπορεί να καταστεί εμπόδιο. Τρίτον, ο χρόνος δεν έχει την ίδια αξία για τα δύο μέρη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διατήρηση της εκκρεμότητας είναι συμφέρουσα. 

Όταν οι χρονικές προτιμήσεις διαφέρουν, η μόνη κοινά αποδεκτή λύση είναι η ανοικτή διάρκεια. Τέταρτον, και ίσως σημαντικότερο, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και για τις δύο χώρες, καθιστούν επικίνδυνη κάθε συγκεκριμένη δέσμευση.Οι προθεσμίες μετατρέπουν τη διπλωματία σε εσωτερική πολιτική δοκιμασία.

Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιαίτερη μορφή διεθνούς σχέσης: ούτε σύγκρουση ούτε επίλυση, αλλά διαρκής διαχείριση. Η ένταση όμως δεν εξαφανίζεται, απλώς ρυθμίζεται. Ο χρόνος λειτουργεί μάλλον ως μηχανισμός σταθεροποίησης και η αναβολή ως εργαλείο «ειρήνης χαμηλής έντασης». Η διαδικασία αντικαθιστά το αποτέλεσμα.

Εν κατακλείδι, η έννοια του χρόνου βρίσκεται στον πυρήνα της γεωπολιτικής. Τα κράτη δεν επιδιώκουν μόνο να επηρεάσουν γεγονότα, αλλά και να ελέγξουν τον ρυθμό με τον οποίο αυτά εξελίσσονται. 

Η καθυστέρηση, η επιτάχυνση και η χρονική ασάφεια είναι μορφές ισχύος εξίσου σημαντικές με τη στρατιωτική ή οικονομική δύναμη. 

 Το πρόσφατο παράδειγμα της Ελληνοτουρκικής συνάντησης δείχνει καθαρά ότι η σύγχρονη διπλωματία δεν αναζητά πάντοτε λύσεις με ημερομηνία λήξης. Συχνά επιδιώκει κάτι πιο πραγματιστικό: τη διατήρηση της σταθερότητας (αλλά εν προκειμένω και της ασάφειας) μέσα στον χρόνο.

Στη γεωπολιτική, τελικά, ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι μόνο «ποιος κερδίζει», αλλά και «ποιος περιμένει περισσότερο, και γιατί».

Μήπως τελικά το επικρατούν σενάριο είναι «να ζήσουμε με τις διαφορές μας» ;

*Η Στέλλα Κυβέλου είναι καθηγήτρια στρατηγικού χωροταξικού σχεδιασμού, Εμπειρογνώμων θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και σύμβουλος της ΕΟΚΕ για τις πολιτικές στα Ευρωπαϊκά νησιά και τις νησιωτικές περιφέρειες.


ΠΗΓΗ


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου