Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΛΟΙ ΟΣΟΙ ΧΑΡΑΤΣΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΦΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΥΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ!



ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ ΕΝΦΙΑ ΟΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΜΑΣ.


Όπως είχαμε υποσχεθεί, δημοσιεύουμε σήμερα το υπόδειγμα , για τις περιπτώσεις εκείνες που δεν θέλουμε απαλλαγή από τον ΕΜΦΙΑ, αλλά προσαρμογή του ανάλογη με το εισόδημά μας. και με γνόμωνα ο συνολικός φόρος να μην υπερβαίνει το 20-25 % του εισοδήματος.

Δεν είναι του Δικηγορικού Συλλόγου, είναι από το υπόδειγμα του Δικηγορικού Συλλόγου, με δικές μας προσθήκες κατόπιν συμβουλών νομικών και φοροτεχνικών.



ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ  ΤΟΥ ΑΡ. 63 ΤΟΥ Ν. 4174/2013

Του (Της) ______________ (όνομα) _____________ (επώνυμο) του _______________ (πατρώνυμο), κατοίκου __________________________________________ (διεύθυνση), με Α.Φ.Μ.                             (α)

ΚΑΤΑ

της πράξης  διοικητικού προσδιορισμού φόρου ΕΝΦΙΑ που εκδόθηκε επί της δήλωσης φόρου ΕΝΦΙΑ  2014  με στοιχεία  ________________  (αριθμό δήλωσης,  ειδοποίησης και αριθμό χρηματικού καταλόγου) (β)

Του Προϊσταμένου  της Δ.Ο.Υ. ______________________  (γ)




****************

Η περιουσία (κεφάλαιο) περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων, τα οποία δύνανται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78§1 του Συντάγματος, να αποτελέσουν αντικείμενο του φόρου. Περαιτέρω, όμως, η φορολόγηση, που πραγματοποιείται με αντικείμενο την περιουσία, πρέπει να ανταποκρίνεται στη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, όπως υπαγορεύουν οι διατάξεις του άρθρου 4§§1,5 του Συντάγματος. Οι θεμελιώδεις για τη φορολογία συνταγματικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων (78§1 και 4§§1,5) πρέπει, ασφαλώς, να εφαρμόζονται συνδυαστικώς, κατά τρόπο, ώστε η φορολόγηση ενός νομίμως αποτελούντος αντικείμενο του φόρου στοιχείου να μην εξικνείται μέχρι του σημείου εκείνου, που υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου στον φόρο.

Ο φόρος, ως χρηματική παροχή, καταβάλλεται διά των χρηματικών διαθεσίμων του φορολογουμένου, ήτοι απαιτεί την αντίστοιχη ύπαρξη ρευστότητας από μέρους του. Κατά συνέπεια, η φοροδοτική ικανότητα νοείται ως οικονομική δυνατότητα καλύψεως του ποσού, το οποίο συνιστά τη φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να συνδέεται αναγκαίως με τη χρηματική επάρκεια του φορολογουμένου. Ως εκ τούτου, η φοροδοτική ικανότητα αξιολογείται, σε κάθε περίπτωση, με εισοδηματικά κριτήρια, δηλαδή κρίνεται με βάση την παραγωγή από μέρους του φορολογουμένου εισοδημάτων επαρκών, ώστε δι’ αυτών να ικανοποιεί και τις – φύσει χρηματικού χαρακτήρα – φορολογικές υποχρεώσεις του και, παραλλήλως, να του απομένει κι ένα εισόδημα επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωσή του.

Τα προαναφερθέντα, αναγόμενα στο πεδίο της φορολογίας της ακίνητης περιουσίας, άγουν στο συμπέρασμα ότι, για τον προσδιορισμό της φοροδοτικής ικανότητας του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, δεν αρκεί η διαπίστωση της αξίας της, η οποία, άλλωστε, είναι μέγεθος ευμετάβλητο, διαμορφούμενο υπό τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς. Αντιθέτως, απαιτείται η συνεκτίμηση της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας του ιδιοκτήτη, δηλαδή η εισοδηματική του κατάσταση, που του αποφέρει και την αντίστοιχη ρευστότητα, αναγκαία για την καταβολή του χρηματικού ποσού του φόρου. Μόνη η διατήρηση ακίνητης περιουσίας, όποια και αν είναι η αξία της, δεν αρκεί για να τεκμηριώσει φοροδοτική ικανότητα, εφ’ όσον δεν διαπιστώνεται ανάλογη οικονομική δυνατότητα, ήτοι τέτοια παραγωγή εισοδήματος για τον φορολογούμενο, η οποία να επαρκεί για την κάλυψη των φορολογικών επιβαρύνσεων, που αποδίδονται στην ακίνητη αυτή περιουσία. Περιουσία οποιουδήποτε ύψους, η οποία δεν παράγει εισόδημα, δεν επιτρέπει την εξασφάλιση του μέσου, διά του οποίου θα καταβληθεί ο επιβαλλόμενος λόγω αυτής φόρος.

Η εξέταση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών με βάση εισοδηματικά κριτήρια δεν πρέπει να περιορίζεται στο επίπεδο της συγκρίσεως των εισοδημάτων, που παράγονται από το αντικείμενο του φόρου, και του ποσού φόρου, που επιβάλλεται στο αντικείμενο αυτό, αλλά να επεκτείνεται στη γενική αξιολόγηση και εκτίμηση αφενός του συνολικώς παραγομένου εισοδήματος του φορολογουμένου από όλες τις πηγές και αφετέρου της συνολικής φορολογικής πιέσεως (επιβαρύνσεως), που υφίσταται αυτός. Η έλλειψη επαρκών εισοδημάτων από κάθε πηγή, τα οποία να καθιστούν δυνατή την καταβολή του συνολικού ποσού των πάσης φύσεως φόρων και λοιπών δημοσιονομικών επιβαρύνσεων, που καταλογίζονται σε έναν πολίτη, αποτυπώνει την έλλειψη σχετικής φοροδοτικής ικανότητας. Θα πρέπει, μάλιστα, τα εισοδήματα αυτά όχι μόνο να επαρκούν για την καταβολή των φόρων, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα αυτών να απομένει εις χείρας του φορολογουμένου, κατ’ επιταγή και της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 Συντ.).

Συναφώς το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, με μια απόφαση που εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 1995 (BVerfGE, 93, 121), έκρινε ότι ο φόρος επί της κατοχής της περιουσίας δεν μπορεί να καθιερώνεται παρά στο μέτρο που, από τη συνύπαρξή του με τους άλλους υφισταμένους φόρους, αφήνει άθικτη την ουσία της περιουσίας και μπορεί να καταβάλλεται ετησίως χάρη στα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται κατά συνήθη χρήση από την περιουσία αυτή.
Ομοίως, το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο (Conseil Constitutionnel), με μια απόφαση, που εξέδωσε στις 29 Δεκεμβρίου 1998 (no 98-405 DC), σχετικά με τον γαλλικό φόρο αλληλεγγύης επί της περιουσίας (Impôt de Solidarité sur la Fortune), ο οποίος, σημειωτέον, επιβάλλεται στο σύνολο της περιουσίας και όχι μόνον στην ακίνητη ιδιοκτησία, έκρινε ότι ο φόρος αλληλεγγύης επί της περιουσίας αποτελεί φόρο επί της κατοχής της περιουσίας, καταβλητέο διά των εισοδημάτων, που παράγει αυτή. Για να είναι η φορολόγηση της περιουσίας συνταγματικώς ανεκτή, θα πρέπει η κατοχή της να συνδέεται και με παραγωγή εισοδήματος.

Επειδή εν προκειμένω η περιουσιακή μου κατάσταση συνίσταται στα εξής:  
Βλέπε συνημμένα σχετικό έντυπο Ε9
Επειδή το ποσό των εισοδημάτων μου, όπως αυτό δηλώθηκε στην φορολογική μου δήλωση για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) , ανέρχεται σε ________ ευρώ .

Επειδή  με το εισόδημα αυτό συμβάλλω στις ανάγκες της ______μελούς οικογενείας μου
Επειδή έχω φορολογηθεί στο εισόδημά μου με φόρο που ανέρχεται στο ποσόν  __________
Επειδή 
ο φόρος  εισοδήματος (________) και  ο ΕΝΦΙΑ (________) είναι στο σύνολό τους (________) το ____% του όλου μου εισοδήματος.
Επειδή
το ετήσιο μου εισόδημα  έχει ήδη δαπανηθεί  ως εξής:
Α) Λογαριασμοί  ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ,  τηλέφωνο  _________________________
Β)Για τρόφιμα κατ’ εκτίμηση ________________________________
Γ) Για έξοδα στέγασης (νοίκι ή στεγαστικό δάνειο) ________________________
Δ) Για ιατρικές δαπάνες  
Επειδή  επομένως δεν διαθέτω φοροδοτική ικανότητα ώστε να μπορώ να συνεισφέρω στα κοινά βάρη σε ποσοστό____ % του όλου μου εισοδήματος, χωρίς να κινδυνεύσει αυτονόητα κάποιο από τα απαραίτητα για την διαβίωσή στοιχεία όπως η διατροφή ή η υγεία μου

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ζητώ κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5  του Συντάγματος να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα και να αναπροσαρμοστεί η φορολογική  μου υποχρέωση ανάλογα με τις πραγματικές οικονομικές μου δυνάμεις.
Ειδικότερα ζητώ να αναγνωριστεί ότι το ποσό που μπορώ να καταβάλλω ανάλογα με τις οικονονομικές μου δυνάμεις ανέρχεται στο ποσό των ____ ευρώ[1] το οποίο αθροιζόμενο με τον φόρο εισοδήματος που μου βεβαιώθηκε είναι ήδη το___% του όλου μου εισοδήματος.
Ζητώ επίσης να αναγνωριστεί  το δικαίωμά μου να μην πληρώσω τις δόσεις του ΕΝΦΙΑ μέχρι να απαντηθούν τα αιτήματα που έθεσα με την παρούσα  προσφυγή μου.


Ο (Η) ενδικοφανώς προσφεύγων (ουσα)



(ΥΠΟΓΡΑΦΗ & ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ) (η)










[1] Όποιο ποσό κρίνει ο ίδιος ο φορολογούμενος ότι μπορεί να διαθέσει βάσει των οικονομικών του δυνάμεων.


ΠΡΟΣΟΧΗ!

Η ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ 30/9/14




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου