Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026: 250 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: Ο ΆΓΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Γράφει ο Γιώργος N. Παπαθανασόπουλος


Στις 11 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώνονται 250 χρόνια από τη γέννηση του πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας Ιωάννου Καποδίστρια.

Με την ευκαιρία πρέπει η Εκκλησία να λάβει την πρωτοβουλία και με βάση τα ιστορικά στοιχεία, τα οποία εκφράζουν και τεκμηριώνουν την καταξίωσή του στην αγιολογική συνείδηση της καθ’ Ελλάδα Εκκλησίας να τον αγιοκατατάξει και να τον εγγράψει στο εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η μνήμη του να εορτάζεται την 27η Σεπτεμβρίου, ημέρα τη δολοφονίας του.

Οι λόγοι της αγιοκατάταξής του είναι πολλοί και εύλογοι. Πρώτα η εκτέλεσή του. Πραγματοποιήθηκε στις 6 το πρωί της Κυριακής, όταν ήταν να εισέλθει στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Ναυπλίου για να παρακολουθήσει τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία, όπως έκανε πάντοτε και μάλιστα από τότε που ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Ελληνικού κράτους. 

Η εκτέλεση εγένετο με την υποστήριξη των κυβερνήσεων Αγγλίας και Γαλλίας. Αυτό έγραψε αμέσως μετά το τραγικό γεγονός ο αδελφός του Κυβερνήτη σε επιστολή του προς τον φίλο του Αλέξανδρο Στούρτζα. 

Η μετάβαση του στην Εκκλησία από την αρχή του Όρθρου δείχνει έναν συνειδητό χριστιανό και η χωρίς αστυνομική συνοδεία μετάβασή του στον Ναό δείχνει ότι μετέβη ως « πρόβατο προς σφαγή». 

Από ιστορικούς σημειώνεται ότι από δύο αστυνομικούς, που ήσαν παρόντες στην εκτέλεση ο ένας βοήθησε στη δολοφονία και ο άλλος έμεινε αμέτοχος.

Η οικογένειά του είχε θερμή πίστη και αντιστάθηκε στην πολιτική του Βατικανού. Οι αδελφές του Ευφροσύνη και Ευφημία είχαν γίνει μοναχές. 

Ο ίδιος από μικρός έδειξε αγάπη και πίστη στην Εκκλησία, κάτι που αποδεικνύεται και από επιστολή – απάντησή του στον αδελφό του Βιάρο, διαμένοντα στην Κέρκυρα, γραμμένη στις 15 Οκτωβρίου 1826, όταν εκείνος διέμενε στη Γενεύη μετά την παραίτησή του από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. 

Στην πληροφορία που του έγραψε, ότι δύο Γερμανοί επιθυμούν να μείνουν στην Κέρκυρα και να ιδρύσουν σχολείο ο Ιωάννης Καποδίστριας του απάντησε πως από τα όσα του περιέγραψε αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για μισιονάριους Μεθοδιστές, οι οποίοι επιδιώκουν να προσηλυτίσουν στη σέκτα τους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς. 

Και γράφει ο Κυβερνήτης στον αδελφό του: «Δεν έχουμε καμία ανάγκη από τέτοιες αιρέσεις, αφού πιστεύουμε πως είμαστε καλοί Χριστιανοί παραμένοντας υπό την προστασία της Εκκλησίας μας». (Κ.Δ.Μέρτζιου «Ανέκδοτος αλληλογραφία του Ιωάννου Καποδίστρια», Περ/κό «Παρνασσός», Τόμος Γ΄, Αρ. 2, Απρίλιος – Ιούνιος 1961, σελ. 217-18).

Η ζωή του Καποδίστρια ήταν ασκητική, παρά το ότι έζησε σε πολυτελή περιβάλλοντα. Ενώπιον του διλήμματος να παραμείνει στην Αγία Πετρούπολη και να απολαμβάνει την εξουσία, το κύρος της θέσεως, την εμπιστοσύνη του Τσάρου και την οικονομική άνεση που του παρείχε η θέση, ή να αναλάβει της ευθύνες της ακόμη αγωνιζόμενης Ελλάδος και να δημιουργήσει μέσα από τα πολλά αρνητικά, που υπήρχαν, ένα ανεπτυγμένο, ευνομούμενο και ανεξάρτητο κράτος, προτίμησε το δεύτερο. 

Στο υπόμνημά του προς τον Τσάρο Νικόλαο τον Α΄, στο τέλος του έτους 1826, ο Ιωάννης Καποδίστριας ζητεί να γίνει δεκτή η παραίτησή του από το αξίωμα του για να υπηρετήσει την Ελληνορθόδοξη Πατρίδα του. 

Και εν γνώσει του πορεύθηκε προς την θυσία. Το αξιοσημείωτο είναι πως σε επιστολή προς τον Καποδίστρια που υπέγραψε, μεταξύ των άλλων, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και απεστάλη το 1825, τον κάλεσε να αναλάβει τις τύχες του αγωνιζομένου Έθνους, γιατί «είχε φυσικήν ροπήν να θυσιάσει και την ζωήν του δια την σωτηρίαν της Πατρίδος του…».

Ερχόμενος ο Καποδίστριας να κυβερνήσει την Ελλάδα το πρώτο που είχε να αντιμετωπίσει ήταν το δυσεπίλυτο οικονομικό πρόβλημα. Τα δημόσια οικονομικά ήσαν κάτω του μηδενός. Με δάνεια, με βοηθήματα και δωρεές που εξασφάλισε και με την ανάπτυξη εσωτερικών πόρων κάπως τα ανόρθωσε. 

Όπως γράφει ο Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος ο Κυβερνήτης ζητώντας την ηθική στράτευση όσων είχαν θέσεις και χρήματα «παρείχε ο ίδιος υψηλόν παράδειγμα εργατικότητος, αφοσιώσεως εις τα κοινά και αυταπαρνήσεως, εργαζόμενος καθημερινώς, παρά την ασθενή υγείαν αυτού, από της 5ης πρωινής μέχρι της 10ης και συχνάκις της 12ης νυκτερινής, διαθέτων πάσας τας ώρας και δυνάμεις αυτού εις την διαχείρισιν των κρατικών υποθέσεων, μη έχων καν ιδιωτικήν ζωήν, περιστείλας δε εξ άλλου τας προσωπικάς αυτού δαπάνας σχεδόν εις το μηδέν, και ου μόνον μη αποδεχθείς την καθορισθείσαν δι’ αυτόν αντιμισθίαν και υπό του Πανελληνίου και υπό της Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους, αλλά και δαπανών την ιδιωτικήν αυτού περιουσίαν υπέρ των αναγκών της Χώρας. Εξ ου και εύρισκον απήχησιν αι εκκλήσεις και παραινέσεις αυτού».

Πέραν του τακτικού στρατού και της Σχολής Ευελπίδων που ίδρυσε, πέραν της φροντίδας για την οικονομική ενίσχυση των ασθενεστέρων πολιτών της Ελλάδος, πέραν της φροντίδας να αποκτήσει νόμισμα η χώρα, και να αξιοποιηθούν σωστά τα ολίγα χρήματα που διέθετε προς διανομή, πέραν της φροντίδας του για την υγεία των κατοίκων της χώρας, ο Καποδίστριας κοίταξε αμέσως και με περισσή φροντίδα την εκπαίδευση.

 Ιδιαίτερα επιμελήθηκε της εκπαίδευσης των κληρικών και της Ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής του λαού. Όπως γράφει ο Ιωάννης Τσάγκας η Ορθοδοξία για τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν περισσότερο διαρκής αγώνας για το λαό του Θεού παρά ένας «εύδιος λιμήν». Απέβη έτσι πρότυπο βιωμένης ελληνορθόδοξης παιδείας και αγωγής, «ο Άγιος της πολιτικής».

Ο Καποδίστριας θέλησε με την υποστήριξη του λαού, που την παρέσχε αφειδώς, να δημιουργήσει σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και δασκάλους που να διδάσκουν σε αυτά. Στην έκκληση του Κυβερνήτη έστερξε πρώτη η Εκκλησία, κλήρος και λαός. 

Είναι χαρακτηριστική η έκκληση της σχολικής επιτροπής Μήλου προς τους κατοίκους της: «Χρεωστούμεν να συνεισφέρωμεν και ημείς φιλοτίμως…Επειδή πρώτος οίκος του Θεού αδελφοί είναι τα σχολεία και δεύτερος η Εκκλησία. 

Εις την Εκκλησίαν λατρεύομεν τον Θεόν, αλλά εις τα σχολεία μανθάνομεν ποίον Θεόν πρέπει να λατρεύωμεν». Είναι επανάληψη των λόγων του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος είχε επισκεφθεί το νησί.

Αγιότητα δείχνει και η μέριμνα του Καποδίστρια για τα ορφανά και απροστάτευτα παιδιά, στα οποία περέσχε στέγαση, ρουχισμό, τροφή, επαρκή εκπαίδευση και διάνοιξη προοπτικών επαγγελματικής τους αποκατάστασης. 

Είναι γνωστό το Ορφανοτροφείο της Αίγινας, πρότυπο σχολικού και κοινωνικού ιδρύματος, ανταγωνιστικού προς όλα τα παρόμοια ιδρύματα της Ευρώπης. Σε αυτό, μεταξύ των άλλων, ανέλαβαν ευθύνες ο λόγιος κληρικός Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Ανδρέας Μουστοξύδης.

Παράλληλα με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ο Καποδίστριας στα ελάχιστα χρόνια που υπηρέτησε την Πατρίδα και την Εκκλησία φρόντισε για τη στέγαση των σχολείων, τη μόρφωση των αλληλοδιδασκάλων, τη στρατιωτική εκπαίδευση, την τεχνική εκπαίδευση αλλά και την εκκλησιαστική. 

Όπως γράφει ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος «ό, τι κατ’ εξοχήν εχαρακτήριζε τον Κυβερνήτη, ήτο η πεφωτισμένη πίστις εις τον Θεόν και η ακλόνητος αυτού εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν αφοσίωσις». 

Πίστις του βαθειά «ήταν ότι το Έθνος τότε μονάχα θα μπορούσε να επιζήσει και να προοδεύση, εάν υπήρχε καλώς ωργανωμένη Εκκλησία και κληρικοί ηθικώς άμεμπτοι και μορφωμένοι».

Για τον σκοπό αυτόν ο Καποδίστριας απέστειλε εγκύκλιο προς τους Επισκόπους της Ελληνικής Επικρατείας, με την οποία τους ανακοινώνει την ίδρυση εκκλησιαστικού σχολείου στον Πόρο, το οποίο έχει έδρα το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής και προορίζεται για νέους ηλικίας 12 έως 18 ετών, οι οποίοι «γεννηθέντες από τιμίους γονείς μαρτυρούν κλίσιν αληθινήν να αφιερωθώσι εις την εκκλησιαστικήν υπηρεσίαν». Το σχολείο έκλεισε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια και την επακολουθήσασα αναρχία.

Ο Κυβερνήτης, κουρασμένος και πικραμένος από τη συνεχή πολεμική της Αγγλίας και της Γαλλίας, την απληστία των προκρίτων και τον λαϊκισμό των ολιγαρχικών, που αυτοχαρακτηρίζονταν «δημοκρατικοί», αλλά ήσαν οι πρωταγωνιστές της έλευσης ξένου εκπροσώπου της απόλυτης και βάναυσης μοναρχίας, καθώς και από το ασήκωτο βάρος τόσων πόνων και μόχθων, στις τελευταίες επιστολές του, πριν από την τραγική πτώση της αυλαίας , ένιωθε την ανάγκη να ζητά τις προσευχές αγαπημένων προσώπων. 

«Σας παρακαλώ μη με ξεχνάτε στις προσευχές σας.

 Να με συντροφεύετε συνέχεια με τις ευλογίες σας…» έγραφε στον ιερέα πατέρα Οικονόμο στην Πετρούπολη. Σήμερα εμείς έχομε ανάγκη των δεήσεων του Κυβερνήτου ενώπιον του Κυρίου υπέρ του Έθνους μας, που υπηρέτησε και που πάει κατά κρημνό. 

Ο ίδιος γράφει το παρήγορο, ότι οι εχθροί του, ντόπιοι και ξένοι, «δεν θα κατορθώσουν ποτέ να εξαλείψουν από την μνήμην και την καρδίαν των Ελλήνων τα ίχνη του παρελθόντος, καταστρέφοντες ή παραμορφώνοντες τον χαρακτήρα τούτου του λαού…». -




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου