Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Γράφει ο Νικήτας Αποστόλου
Με τηλεοπτικό διάγγελμα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης , άνοιξε επίσημα τον κύκλο των συζητήσεων για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στον καταστατικό χάρτη της χώρας.
Επομένως το ζήτημα της Συνταγματικής Οργάνωσης της Πολιτείας μας επανέρχεται στην επικαιρότητα.
Η παρούσα βουλή μπορεί να κινήσει τις διαδικασίες αναθεώρησής του Συντάγματος , δεδομένου ότι έχει περάσει η 5ετία από την προηγούμενη αναθεώρηση του το 2019.
Θεωρώ ότι είναι αναγκαία η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα αυτό με άνεση χρόνου προκειμένου να γίνει με συμμετοχή όχι μόνο των “ειδικών”, αλλά και της όλης πνευματικής ηγεσίας της χώρας όπως και των πολιτών της.
Έτσι θα επιτευχθεί ώστε το εκλογικό σώμα των Ελλήνων πολιτών να ενημερωθεί πλήρως, ώστε η ενημέρωση αυτή να είναι ένα από τα βασικά κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να διαμορφώσει και την επιλογή του στην παροχή της ψήφου του στις επόμενες εκλογές που θα οριστικοποιήσει την αναθεώρηση.
Επειδή πιστεύω ότι υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ των θεσμών μιας κοινωνίας και της ηθικής και πνευματικής στάθμης των πολιτών της, και γενικά της προόδου ή της οπισθοδρόμησης της, θέτω στην κρίση των συμπολιτών μου κάποιες σκέψεις μου, για τις αρμοδιότητες των άμεσων οργάνων του Κράτους μας και την συμπεριφορά και τις επιλογές των φορέων των οργάνων αυτών, στην διαρρεύσασα πεντηκονταετία. Θέλω να πιστεύω ότι έτσι εκπληρώνω σχετική υποχρέωσή μου ως πολίτης, απέναντι στους συμπολίτες μου.
Θεωρητικά, το εκλογικό σώμα των Ελλήνων πολιτών, είναι το άμεσο κυρίαρχο όργανο της Πολιτείας μας, γιατί ο Λαός είναι η πηγή της κρατικής εξουσίας. (άρθρο 2ο του Συντάγματος)
Το σώμα των Ελλήνων πολιτών, ο Λαός, ως όργανο της πολιτείας επέδειξε υπεύθυνη συμπεριφορά, γιατί διασφάλισε με την ψήφο του, όταν ζητήθηκε η γνώμη του, την πολιτική σταθερότητα στη χώρα, σε όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1974 μέχρι σήμερα.
Το πολιτικό σύστημα της χώρας όμως, διαχρονικά έχει δείξει έλλειψη εμπιστοσύνης στην κρίση του εκλογικού σώματος.
Φαίνεται, το θεωρεί “ανώριμο” να κρίνει άμεσα για αποφάσεις που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας για πολλές δεκαετίες και γι΄ αυτό έχει περιορίσει την αρμοδιότητά του με τις ισχύουσες Συνταγματικές διατάξεις στο να εκλέγει τους Βουλευτές και τους φορείς των αρχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. (άρθρα 51 και 102 του Συντάγματος).
Επίσης στο σύνταγμα ορίστηκε το εκλογικό σύστημα να καθορίζεται με νόμο (άρθρο 54 του Συντάγματος) Οι “εκλογικοί” νόμοι που ίσχυσαν από το 1975 μεχρι σήμερα δεν διασφάλισαν την ισότητα κύρους όλων των ψήφων όλων των πολιτών και επομένως δεν εναρμονίζοντο με την θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρο 2 του Συντάγματος).
Αυτές οι διατάξεις των “εκλογικών” νόμων αποδεικνύουν η έλλειψη εμπιστοσύνης και περιφρόνηση στην κρίση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα προς το εκλογικό σώμα.
Αποδείχθηκε το γεγονός αυτό αφού με ευθύνη του πολιτικού μας συστήματος, το εκλογικό σώμα των Ελλήνων πολιτών δεν κλήθηκε να να αποφασίσει με την ψήφο του για την κύρωσή του Συντάγματος το 1975, ούτε για τις αναθεωρήσεις του του 1986, του 2001, του 2008 και του 2019.
Με αυτό το δεδομένο, από την σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας, έχουν ουσιαστικό πρόβλημα νομιμοποίησης οι συντακτικές αυτές πράξεις.
Η αποστέρηση του εκλογικού σώματος από την πράξη της κύρωσης των συνταγματικών κειμένων είναι βαθειά αντιδημοκρατική και υποτιμητική προς την πηγή των εξουσιών που είναι κατά την δημοκρατική αντίληψη ο Λαός.
Αντίθετα, οι ηγούμενοι του πολιτικού συστήματος, αρχηγοί και βασικά στελέχη των κομμάτων απέδειξαν όλο αυτό το διάστημα ότι ο τρόπος, που φαίνεται να αντιλαμβάνονται το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι η χωρίς κανέναν περιορισμό διαχείριση της εξουσίας για μια ολόκληρη 4ετία, χωρίς κανέναν νομικό περιορισμό σε σχέση με το πρόγραμμα βάση του οποίου το εκλογικό σώμα επέλεξε την παροχή της ψήφου του.
Συνέπειες αυτής της θέσης, ήταν οι εξής δύο.
α) Στο σύνταγμα κατοχυρώθηκε με θεσμοθέτηση το δόγμα ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και νομοθετούν στο όνομα του και να έχουν απεριόριστη την αρμοδιότητα μόνο εκείνοι να εκφράζουν τη θέληση και το συμφέρον του έθνους.(άρθρα 51 και 60 του Συντάγματος).
Όμως πιστεύω δημοκρατικά έπρεπε να θεσμοθετηθεί και διάταξη που να ορίζει ρητά ότι οι βουλευτές είναι εντολοδόχοι του λαού με βάση το πρόγραμμα του κόμματός τους, ώστε να δεσμεύονται ηθικά και πολιτικά και έτσι να αντιμετωπιστεί το θλιβερό φαινόμενο των “αποστασιών”, το οποίο οσάκις συνέβαινε ευτελίζε τον δημόσιο βίο της χώρας.
β) Η θεσμοθέτηση της έκφρασης της βούλησης του λαού με τον θεσμό του δημοψηφίσματος ορίζεται να γίνεται με διαδικασία και περιορισμούς που οδηγούν στο αποτέλεσμα, το εκλογικό σώμα, να περιορίζεται ουσιαστικά στο να εκφράζει την θέλησή του, μόνο όταν του το επιτρέπει η Κυβέρνηση (άρθρο 44 παράγραφος 2 και 53 του Συντάγματος). Έτσι αποδυναμώνεται το κύρος του θεμελιώδους δόγματος της λαϊκής κυριαρχίας ως πηγής κάθε εξουσίας .
Με αυτή τη θεσμοθέτηση είχαμε ως συνέπεια να αποσπασθεί για ιστορικά ζωτικά ζητήματα η λήψη απόφασης από τον φυσικό της φορέα, τον λαό και να μεταφερθεί στο κοινοβούλιο και την Κυβέρνηση.
Έμπρακτη απόδειξη του γεγονότος αυτού είναι ότι ποτέ ο Ελληνικός Λαός δεν αποφάνθηκε για ζωτικές κορυφαίες πολιτικές επιλογές, όπως ήταν η εισαγωγή μας στην ΕΟΚ, στην Ευρωζώνη , στο Ευρώ στα μνημόνια, η ψήφιση του PSI, το όνομα των “Σκοπίων”.
Από το 1975 μέχρι σήμερα, μόνο μία φορά, τον Ιούλιο του 2015 ο λαός με δημοψήφισμα αποφάνθηκε για ζωτικό και κορυφαίο ζήτημα, το εάν εγκρίνει την θέσπιση τρίτου μνημονίου ή όχι και τότε, την απόφασή του, το πολιτικό σύστημα την αγνόησε , “τυπικά” και “νόμιμα”.
Στο σύνταγμα του 1975 για πρώτη φορά τα πολιτικά κόμματα ρητά αναγνωρίζονται ως πολιτικά υποκείμενα , όργανα της πολιτείας μας.
Όμως, ως προς την οργάνωση και λειτουργία των, το σύνταγμα περιορίζεται μόνο στην ευχή, ότι “οφείλουν” να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ τίποτε δεν προβλέφθηκε για την εσωτερική δημοκρατική λειτουργία των.
Όπως διαχρονικά αποδείχθηκε με την λειτουργία των διατάξεων του Συντάγματος και με την δεδομένη δομή των κομμάτων, κατ΄ ουσίαν το πολίτευμα της χώρας λειτούργησε ως μια διαδοχική τετραετής κυβερνητική απολυταρχία του εκάστοτε εκλεγμένου πρωθυπουργού με κοινοβουλευτικό μανδύα. Ήταν μια εκλεγόμενη τετραετής μοναρχία.
Η θεσμική ισχυροποίηση της Κυβέρνησης και ιδιαίτερα του Πρωθυπουργού, προβλήθηκε με το επιχείρημα ότι είναι αναγκαία η ισχυρή εκτελεστική εξουσία για την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των περίπλοκων και δύσκολων προβλημάτων της εποχής μας.
Όμως τα αποτελέσματα των πολιτικών, όσων διετέλεσαν Πρωθυπουργοί, αποδείχθηκαν ανεπαρκή έως καταστροφικά στα αντικείμενα του δημοσίου χρέους, της εναρμόνισης της οικονομίας με εκείνες της Ε.Ε., του δημογραφικού κ.α.
Αν και βασική αρχή κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η διάκριση των τριών λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής, το σύνταγμα του 1975 δεν θεσμοθέτησε ασυμβίβαστο για την κατοχή του αξιώματος του Υπουργού και του Βουλευτή.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου προκειμένου να χρησιμοποιήσει με ποιο απολυταρχικό τρόπο την άσκηση της εξουσίας, προχώρησε το 1986 στην αναθεώρηση του Συντάγματος και η αναθεωρητική τότε Βουλή ενίσχυσε υπέρμετρα τις εξουσίες του Πρωθυπουργού. Το κοινοβούλιο παρέμεινε απλά το φύλλο συκής ενός συστήματος Πρωθυπουργικής απολυταρχίας.
Στις Δημοκρατίες η δικαστική λειτουργία είναι έργο του δικαστικού σώματος, το οποίο πρέπει να είναι ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση, σύμφωνα με το δημοκρατικό δόγμα της διακρίσεως των τριών λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, (εκτελεστικής, νομοθετικής , δικαστικής).
Όμως, την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος , την έπληξε καίρια, η θεσπισθείσα συνταγματική διάταξη (άρθρο. 90 παρ.5), που δίνει την αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Επίσης υπονομεύεται η ανεξαρτησία του και από το γεγονός ότι δεν θεσμοθετήθηκε στο άρθρο 89 διάταξη να επιβάλλει το ανεπίτρεπτο του διορισμού συνταξιούχων δικαστών σε διοικητικές θέσεις (Προεδρείας διοικητικών συμβούλιων, ανεξαρτήτων αρχών, ΝΠΔΔ και Επιτροπών).
Οι ρυθμίσεις των ανωτέρω άρθρων, ως έχουν, ευνόησαν την διαπλοκή μεταξύ του πολιτικού συστήματος και του δικαστικού σώματος.
Άλλο άτοπο και άστοχο σε σχέση με την δικαιοσύνη είναι το γεγονός ότι με τις συνταγματικές διατάξεις (όπως αυτές αναθεωρήθηκαν), αφαιρέθηκαν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες από το δικαστικό σώμα σχετικά με τα αδικήματα των Υπουργών και των βουλευτών και εκχωρήθηκαν στο νομοθετικό σώμα, την Βουλή (άρθρο 86 όπως αναθεωρήθηκε το 2001 και 2019).
Σημειώνουμε εδώ και την πρακτική των Κυβερνήσεων, να επιβάλουν την ψήφιση διατάξεων νόμων που θεσμοθέτησαν το ακαταδίωκτο των πράξεων οργάνων την εποχή της επιδημίας του κοβιτ και τραπεζικών στελεχών κ.α. και έτσι να εμποδίζεται ο δικαστικός έλεγχος.
Μετά από επιβολή των νόμων υλοποίησης των τριών μνημονιακών συμβάσεων, οι διατάξεις των οποίων δεν έχουν ρητά καταργηθεί και επομένως ισχύουν, η συνταγματική τάξη στην χώρα έχει αλλάξει ριζικά. Οι επιβληθείσες “διεθνείς δεσμεύσεις” , έχουν αναδειχθεί σε απόλυτο ρυθμιστή της εσωτερικής έννομης τάξης.
Κανένα ανθρώπινο, κοινωνικό, ή πολιτικό δικαίωμα του ελληνικού λαού (άρθρα 4 παρ.5, 21, 22 και 25 του Συντάγματος) δεν υπερτερεί έναντι των διεθνών αυτών δεσμεύσεων της χώρας.
Οι διατάξεις των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων έχουν πλέον οδηγήσει στο πέρασμα του ελέγχου της χώρας σε υπερκρατικά και υπερεθνικά κέντρα εξουσίας. Σαφέστατα φαίνεται αυτό στον νόμο 4335 του 2015.
Δυστυχώς το άρθρο 28 στο Σύνταγμα του 1975, κρύβει μέσα του την δυνατότητα αποδόμησης της συνταγματικής υπόστασης του κράτους μας.
Αποτελεί το κουκούλι, που μέσα του επωάζεται η ολοκληρωτική κατάλυση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, υπέρ τυπικά οργάνων της Ε.Ε. ουσιαστικά όμως οργάνων των διεθνών αγορών και άλλων, που προωθούν την υλοποίηση του δόγματος της παγκοσμιοποίησης.
Μιας παγκοσμιοποίησης που όπως εξελίσσεται δεν είναι για την αδελφοποίηση των λαών αλλά μιας δικτατορίας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Με δεδομένη την “κομματική νομιμοφροσύνη” των σημερινών Βουλευτών, επιβάλλεται ο λαός μας, ως πηγή όλων των εξουσιών, να αναδείξει μέσω των προσεχών εκλογών της αναθεωρητικής Βουλής, μέλη της, τα οποία θα προτείνουν προς αναθεώρηση εκείνες τις συνταγματικές διατάξεις, ώστε να επιτευχθεί η εξ υπαρχής συγκρότησης γνήσια δημοκρατικού κράτους, με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, με ευρεία αρμοδιότητα, σαφέστατου διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής “εξουσίας” αποσκοπώντας στην οργάνωση ενός κράτους πολιτών και όχι υπηκόων.
Έτσι ενεργώντας , θα δικαιωθούμε απέναντι στους λαούς της Γης, αφού θα τους υποδείξουμε μια νέα εμπνευσμένη σύγχρονη πρωτοποριακή γνήσια δημοκρατική κρατική οργάνωση, αντάξια της κληρονομιάς μας, προσφορά μας στην ανθρωπότητα.
Ιωάννινα 3-2-2026
Νικήτας Αποστόλου


Στην αναθεώρηση του Συντάγματος, μάλλον θα κηρυχθεί επίσημα και η αθεΐα (το "λαϊκό" κράτος), δηλαδή ο κρυφός και καλυμμένος αλλά υπαρκτός στην πράξη σατανισμός.
ΑπάντησηΔιαγραφή