ΟΙ ΕΛΛΑΔΑ– ΡΩΣΙΑ:ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ

Οι σχέσεις Ελλάδας–Ρωσίας δεν μπορούν να αναλυθούν μόνο με όρους διπλωματικών επεισοδίων. Είναι σχέσεις ιστορικά φορτισμένες, πολιτισμικά οικείες, θρησκευτικά συμβολικές, αλλά ταυτόχρονα βαθιά πολιτικές και γεωστρατηγικές.
Για δεκαετίες, στην ελληνική δημόσια συζήτηση κυριάρχησε η ιδέα ότι η Ρωσία αποτελεί έναν σχεδόν «φυσικό» φίλο της Ελλάδας, λόγω της Ορθοδοξίας, της κοινής βυζαντινής κληρονομιάς, της ιστορικής αντιπαλότητας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και της ρωσικής παρουσίας στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα.
Όμως η πραγματικότητα υπήρξε πάντοτε πιο σύνθετη. Οι σχέσεις Αθήνας–Μόσχας δεν ήταν ποτέ γραμμικά φιλικές. Ήταν σχέσεις που πέρασαν από φάσεις προσέγγισης, απογοήτευσης, καχυποψίας, ρεαλιστικής συνεργασίας και, σήμερα, σχεδόν ανοιχτής ψυχρότητας.
Η ιστορική μνήμη έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Η Ρωσία παρουσιάστηκε συχνά ως δύναμη που βοήθησε τους ορθόδοξους λαούς απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Παράλληλα, η ελληνική διασπορά στη Μαύρη Θάλασσα, οι εμπορικές σχέσεις, οι πνευματικές ανταλλαγές και η βυζαντινή επίδραση στη ρωσική ταυτότητα δημιούργησαν ένα βαθύ υπόστρωμα πολιτισμικής επικοινωνίας.
Το 2016, μάλιστα, είχε ανακηρυχθεί «Έτος Ελλάδας στη Ρωσία» και «Έτος Ρωσίας στην Ελλάδα», με στόχο να αναδειχθούν οι ιστορικοί, πολιτιστικοί και πνευματικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο κοινωνίες.
Ωστόσο, άλλο η πολιτισμική συγγένεια και άλλο η ταύτιση στρατηγικών συμφερόντων. Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μάθημα των ελληνορωσικών σχέσεων. Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Η Ρωσία, ιδίως μετά το 2014 και πολύ περισσότερο μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη Δύση. Άρα η Αθήνα δεν μπορούσε να μείνει εκτός του ευρύτερου δυτικού πλαισίου κυρώσεων, στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία και πολιτικής καταδίκης της ρωσικής εισβολής.
Από τη ρωσική πλευρά, αυτό ερμηνεύθηκε ως εχθρική στάση. Από την ελληνική πλευρά, παρουσιάστηκε ως υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας ενός κυρίαρχου κράτους.
Η ρήξη όμως δεν ξεκίνησε το 2022. Είχε προετοιμαστεί ήδη από το 2018, όταν η Ελλάδα απέλασε Ρώσους διπλωμάτες με την κατηγορία ότι επιχείρησαν να επηρεάσουν τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Η υπόθεση εκείνη έδειξε ότι η Ρωσία δεν αντιμετώπιζε την Ελλάδα μόνο ως φιλική ορθόδοξη χώρα, αλλά και ως πεδίο επιρροής σε ένα κρίσιμο βαλκανικό ζήτημα. Η Μόσχα απάντησε με αντίποινα, ενώ η διπλωματική αντιπαράθεση έφτασε να εμπλέξει ακόμη και εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως η έκδοση βίζας σε Ρώσους κληρικούς.
Από εκεί και μετά, η σχέση δεν επανήλθε ποτέ πλήρως. Η εισβολή στην Ουκρανία επιτάχυνε μια ήδη υπάρχουσα απομάκρυνση. Η Ελλάδα στήριξε την Ουκρανία πολιτικά, ανθρωπιστικά και στρατιωτικά.
Η Μόσχα άρχισε να αντιμετωπίζει την Αθήνα ως μέρος του αντιρωσικού δυτικού μετώπου. Ο Ρώσος πρέσβης στην Ελλάδα Αντρέι Μάσλοβ δήλωσε το 2025 ότι οι σχέσεις Ρωσίας–Ελλάδας βρίσκονται στο χειρότερο σημείο εδώ και πάνω από τρία χρόνια και ότι η έννοια της «εποικοδομητικής συνεργασίας» ανήκει πλέον στην ιστορία.
Η σημερινή εικόνα είναι αυτή ενός πραγματικού «πολικού ψύχους». Η Καθημερινή σημείωσε το 2026 ότι, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, δεν πρέπει να αναμένεται ουσιαστική βελτίωση των ελληνορωσικών σχέσεων. Παρά την ύπαρξη κάποιων διαύλων επικοινωνίας λόγω της ελληνικής συμμετοχής ως μη μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι πολιτικές επαφές παραμένουν περιορισμένες και η Μόσχα δεν φαίνεται διατεθειμένη να χαμηλώσει τους τόνους.
Στο κέντρο της σύγκρουσης βρίσκεται η Ουκρανία. Για την Ελλάδα, η ρωσική εισβολή δημιουργεί ένα ζήτημα αρχής: εάν αποδεχθεί κανείς την αλλαγή συνόρων με τη βία στην Ουκρανία, τότε αποδυναμώνεται συνολικά το επιχείρημα του διεθνούς δικαίου, το οποίο η Ελλάδα επικαλείται διαχρονικά για την Κύπρο, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική θέση υπέρ της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας δεν είναι μόνο ιδεολογική ή ευρωπαϊκή. Συνδέεται με τον πυρήνα της ελληνικής ασφάλειας.
Από τη ρωσική πλευρά, όμως, αυτό το επιχείρημα απορρίπτεται. Ο Ρώσος πρέσβης αρνήθηκε ότι υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στην Ουκρανία και την Κύπρο, επιχειρώντας να αποσυνδέσει τη ρωσική εισβολή από την τουρκική κατοχή στη βόρεια Κύπρο.
Αυτή η θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει τα όρια της παλαιάς ελληνικής προσδοκίας ότι η Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερός υποστηρικτής των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Στην πράξη, η Μόσχα ενεργεί με βάση τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα, όχι με βάση ιστορικές συμπάθειες.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η σχέση Ρωσίας–Τουρκίας. Για την Ελλάδα, η σύγκλιση Μόσχας–Άγκυρας αποτελεί σοβαρή γεωπολιτική παράμετρο. Παρότι Ρωσία και Τουρκία συγκρούονται ή ανταγωνίζονται σε ορισμένα πεδία, όπως η Συρία, ο Καύκασος και η Μαύρη Θάλασσα, έχουν αναπτύξει έναν λειτουργικό πραγματισμό.
Η Τουρκία αγοράζει ρωσικά οπλικά συστήματα, διατηρεί ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα, συνομιλεί με όλες τις πλευρές και επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως αυτόνομης περιφερειακής δύναμης.
Αναλυτές έχουν επισημάνει ότι η βελτίωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων συμπίπτει με την επιδείνωση των ελληνορωσικών, γεγονός που επηρεάζει τους συσχετισμούς ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει κινηθεί πιο καθαρά προς τον δυτικό άξονα. Η στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία, η ενίσχυση της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και άλλων κρίσιμων υποδομών, καθώς και η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, εντάσσονται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Για την Αθήνα, αυτή η επιλογή έχει οφέλη: ενισχύει τη θέση της στο ΝΑΤΟ, αυξάνει τη στρατηγική αξία της έναντι των ΗΠΑ και της ΕΕ και της δίνει ρόλο σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.
Έχει όμως και κόστος: μειώνει τα περιθώρια αυτόνομης επικοινωνίας με τη Μόσχα και καθιστά την Ελλάδα πιο εμφανή στόχο στη ρωσική ρητορική.
Η ένταση κορυφώθηκε εκ νέου όταν η Ρωσία αντέδρασε στις συμφωνίες Ελλάδας–Ουκρανίας για θαλάσσια μη επανδρωμένα συστήματα. Η Μαρία Ζαχάροβα κατηγόρησε την Ελλάδα ότι ακολουθεί συγκρουσιακή πολιτική απέναντι στη Ρωσία και ότι έχει προβεί σε εχθρικές ενέργειες. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε ότι η Ελλάδα ενεργεί με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και ότι οι απειλές κατά κυρίαρχων κρατών απορρίπτονται.
Εδώ φαίνεται ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν περάσει από το επίπεδο της διπλωματικής ψυχρότητας στο επίπεδο της στρατηγικής καχυποψίας. Η Ρωσία δεν βλέπει πλέον την Ελλάδα ως ουδέτερη ή φιλική χώρα, αλλά ως μέρος ενός δυτικού μηχανισμού που στηρίζει την Ουκρανία. Η Ελλάδα, από την άλλη, βλέπει τη Ρωσία ως αναθεωρητική δύναμη που παραβιάζει την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους και απειλεί τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Παράλληλα, υπάρχει και η διάσταση της ενέργειας. Για πολλά χρόνια, η Ρωσία υπήρξε σημαντικός ενεργειακός προμηθευτής της Ελλάδας. Οι αγωγοί, το φυσικό αέριο και οι ενεργειακές επενδύσεις αποτέλεσαν βασικό πεδίο συνεργασίας. Όμως μετά το 2022, η Ευρώπη επιδίωξε τη μείωση της εξάρτησής της από τη ρωσική ενέργεια.
Η Ελλάδα ενίσχυσε τον ρόλο της ως κόμβος LNG, προώθησε υποδομές στην Αλεξανδρούπολη και συνδέθηκε περισσότερο με τη λογική της ενεργειακής διαφοροποίησης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις έχασαν έναν από τους βασικούς πρακτικούς τους πυλώνες.
Δεν πρέπει όμως να αγνοηθεί ότι η πλήρης αποκοπή από τη Ρωσία δεν είναι απλή υπόθεση. Η Ρωσία παραμένει μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Έχει ρόλο στη Συρία, στη Λιβύη, στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα και σε πολλά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί τη Μόσχα, ακόμη και όταν διαφωνεί ριζικά μαζί της. Αυτό δεν σημαίνει αλλαγή στρατοπέδου. Σημαίνει ρεαλιστική διπλωματία.
Το λάθος της ελληνικής δημόσιας συζήτησης είναι ότι συχνά κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα. Το πρώτο άκρο είναι ο ρομαντικός φιλορωσισμός, που βλέπει τη Ρωσία ως αιώνιο σύμμαχο λόγω Ορθοδοξίας και ιστορίας.
Το δεύτερο άκρο είναι η πλήρης δαιμονοποίηση, που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος επικοινωνίας με τη Μόσχα. Και τα δύο είναι ανεπαρκή.
Η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται ούτε με συναισθηματισμούς ούτε με τιμωρητικές εμμονές. Γίνεται με αξιολόγηση συμφερόντων, συσχετισμών ισχύος και μακροπρόθεσμων κινδύνων.
Η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει σταθερά προσανατολισμένη στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο, γιατί εκεί ανήκει θεσμικά, αμυντικά και οικονομικά. Δεν μπορεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, ειδικά όταν υπάρχει πόλεμος στην Ευρώπη.
Μπορεί όμως να διατηρεί θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας, να αποφεύγει αχρείαστες ρητορικές υπερβολές, να προστατεύει τα συμφέροντα της ελληνικής ομογένειας στη Μαύρη Θάλασσα και να αξιοποιεί κάθε διπλωματικό περιθώριο όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Το μέλλον των ελληνορωσικών σχέσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η εξομάλυνση είναι δύσκολη. Ακόμη και μετά το τέλος του, όμως, η σχέση δεν θα επιστρέψει εύκολα στην προηγούμενη εποχή.
Η εμπιστοσύνη έχει διαρραγεί. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει τον δυτικό της προσανατολισμό. Η Ρωσία έχει στραφεί περισσότερο προς μια αντιδυτική, ευρασιατική και πολυπολική στρατηγική. Η Τουρκία επιχειρεί να κερδίσει από όλους. Και η Ευρώπη αναζητά νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Συμπερασματικά, οι σχέσεις Ελλάδας–Ρωσίας βρίσκονται σε ιστορικό σημείο καμπής. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή διπλωματική κρίση. Πρόκειται για βαθιά μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται η μία την άλλη.
Η παλαιά αφήγηση της «παραδοσιακής φιλίας» δεν αρκεί πλέον. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική σκέψη και αποφυγή αυταπατών.
Η Ελλάδα πρέπει να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο, να παραμείνει αξιόπιστη στους συμμάχους της, αλλά και να μη χάσει την ικανότητα να συνομιλεί με δυνάμεις που, ακόμη και όταν είναι αντίπαλες, παραμένουν σημαντικές για την περιφερειακή και διεθνή ισορροπία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου