Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

OΝΕΙΡΑ ΧΕΙΜΕΡΙΑΣ ΝΑΡΚΗΣ ΚΑΙ «ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ» ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ...ΝΑΤΟ ΠΕΣ ΑΛΕΥΡΙ...ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (ΤΥΡΗΟΟΝ) ΣΕ ΓΥΡΕΥΕΙ...200 ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΔΥΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ...ΝΑ ΜΗΝ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ K-329 BELGOROD ΚΑΙ ΤΑ KHABAROVSK ΜΕ 6 ΤΟΡΠΙΛΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ POSEIDON ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ!!!

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΤΡΟΜΟΣ - ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΜΕ ΠΥΡΑΥΛΟΥΣ TOMAHAWK, ATACMS, STORM SHADOW ΚΑΙ TAURUS



Η νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ προβλέπει επιθέσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στη ρωσική επικράτεια – 48 ευρωπαϊκά πυραυλικά προγράμματα, σχέδια αποδιοργάνωσης της ρωσικής πολεμικής οικονομίας και ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης

Μια ιδιαίτερα ανησυχητική διάσταση της στρατιωτικής προετοιμασίας του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία έρχεται στο φως της δημοσιότητας και αποκαλύπτεται ένας επιχειρησιακός σχεδιασμός που εκτείνεται πολύ πέρα από την υπεράσπιση των συνόρων των κρατών-μελών της Συμμαχίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυνατότητα πραγματοποίησης μαζικών πληγμάτων ακριβείας βαθιά στη ρωσική επικράτεια, εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών μονάδων, κρίσιμων υποδομών και ενεργειακών εγκαταστάσεων που στηρίζουν την πολεμική ισχύ της Μόσχας.

Η στρατηγική παρουσιάζεται επισήμως ως αμυντική απάντηση σε ενδεχόμενη ρωσική επίθεση.

Ωστόσο, το εύρος των δυνητικών στόχων δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τα όρια της αποτροπής, τη δυνατότητα πολιτικού ελέγχου μιας σύγκρουσης και τον κίνδυνο να μετατραπεί ένας περιφερειακός πόλεμος σε γενικευμένη αντιπαράθεση πυρηνικών δυνάμεων, όπως αποκαλύπτει σε αποκλειστικό της δημοσίευμα η αμερικανική εφημερίδα The Wall Street Journal (WSJ).


Grynkewich: Θα διαλύσουμε το πολεμικό σύστημα του αντιπάλου

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δηλώσεις του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, Αμερικανού στρατηγού Alexus Grynkewich, ο οποίος παρουσίασε στη Βαρσοβία τη λεγόμενη «Θεωρία της Νίκης» της Συμμαχίας.

Η στρατηγική βασίζεται σε τρία διαδοχικά στάδια: αναχαίτιση της αρχικής επίθεσης, εξουδετέρωση της συνέχειάς της και, εφόσον αυτή επιμένει, αποδιοργάνωση του πολεμικού μηχανισμού που την υποστηρίζει.

Ο Grynkewich εξήγησε ότι το ΝΑΤΟ δεν θα περιοριζόταν στην καταστροφή των στρατιωτικών μονάδων που επιχειρούν στο πεδίο της μάχης.

Θα επιδίωκε να πλήξει ολόκληρο το σύστημα ανεφοδιασμού, υποστήριξης και διοίκησης των αντίπαλων δυνάμεων.

Η σημασία αυτής της προσέγγισης είναι τεράστια.

Για τη Μόσχα, το ενδεχόμενο δεν αφορά μόνο την προστασία των στρατιωτών της σε μια μελλοντική σύγκρουση.

Αφορά τη δυνατότητα του ΝΑΤΟ να μεταφέρει τις εχθροπραξίες στο εσωτερικό της Ρωσίας, πλήττοντας εγκαταστάσεις που αποτελούν μέρος της ευρύτερης στρατιωτικής και οικονομικής υποδομής της.

Παρότι ο Grynkewich έχει υπογραμμίσει ότι η Συμμαχία δεν επιδιώκει πόλεμο και δεν θεωρεί μια σύγκρουση αναπόφευκτη, η περιγραφή του δείχνει ότι ο στρατιωτικός σχεδιασμός προετοιμάζεται για επιχειρήσεις μεγάλης γεωγραφικής κλίμακας.



Στόχοι χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στη Ρωσία

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο του δημοσιεύματος της WSJ αφορά το εύρος των πιθανών επιθέσεων.

Οι λεγόμενες επιχειρήσεις Deep Strike (Βαθιά Πλήγματα) δεν περιορίζονται σε στόχους λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα πίσω από το μέτωπο.

Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, οι δυνατότητες που εξετάζονται περιλαμβάνουν επιθέσεις σε ρωσικές στρατιωτικές βάσεις, αεροδρόμια, εργοστάσια, κρίσιμες υποδομές και εγκαταστάσεις αξιοποίησης φυσικών πόρων, ακόμη και σε αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων από τα σύνορα της Συμμαχίας.

Η στρατιωτική λογική είναι ότι η καταστροφή των εγκαταστάσεων που τροφοδοτούν έναν στρατό μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από την αποκλειστική αντιμετώπιση των δυνάμεών του στο πεδίο.

Πρόκειται για μετατόπιση με σοβαρές στρατηγικές συνέπειες.

Στην πράξη, η ρωσική αμυντική βιομηχανία, οι κόμβοι εφοδιασμού και οι ενεργειακές υποδομές που συνδέονται με στρατιωτικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζονται ως πιθανοί στόχοι.

Το γεγονός ότι εξετάζονται πλήγματα σε τέτοιες εγκαταστάσεις δεν σημαίνει πως κάθε οικονομική ή πολιτική υποδομή αποτελεί νόμιμο στρατιωτικό στόχο.

Ωστόσο, αναδεικνύει πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η διάκριση μεταξύ στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος σε έναν σύγχρονο πόλεμο υψηλής έντασης.


48 νέα πυραυλικά προγράμματα στην Ευρώπη

Η νέα στρατηγική συνοδεύεται από έναν ευρύ εξοπλιστικό σχεδιασμό.

Σύμφωνα με τον Fabian Hoffmann, ερευνητή του Νορβηγικού Ινστιτούτου Αμυντικών Σπουδών στην Ευρώπη έχουν ανακοινωθεί τουλάχιστον 48 προγράμματα ανάπτυξης πυραύλων cruise χαμηλότερου κόστους, στα οποία εμπλέκονται περίπου 20 κατασκευαστές.

Ο αριθμός αυτός αποτυπώνει το αυξανόμενο ενδιαφέρον για όπλα μεγάλου βεληνεκούς.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναβαθμίζουν ήδη τα συστήματα Tomahawk και ATACMS, ενώ ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να ενισχύσουν τα περιορισμένα αποθέματα πυραύλων Storm Shadow, SCALP και Taurus.


Δεν είναι βέβαιο ότι όλα τα νέα προγράμματα θα ολοκληρωθούν.

Αρκετά μπορεί να εγκαταλειφθούν και άλλα να χρειαστούν χρόνια μέχρι να αποκτήσουν επιχειρησιακή χρησιμότητα.

Ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής: η Ευρώπη επενδύει σε δυνατότητες μακρινών επιθέσεων, προετοιμαζόμενη για το ενδεχόμενο σύγκρουσης μεγάλης διάρκειας.

Από ρωσικής πλευράς, αυτή η εξέλιξη ενισχύει τους φόβους ότι διαμορφώνεται μια νέα στρατιωτική ισορροπία με ολοένα περισσότερα δυτικά οπλικά συστήματα ικανά να πλήξουν στόχους βαθιά στο ρωσικό έδαφος.



Η Ουκρανία ως επιχειρησιακό προηγούμενο

Σύμφωνα με τη WSJ, η στρατηγική αυτή αξιοποιεί σημαντικά διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον ρωσικών στρατιωτικών και οικονομικών εγκαταστάσεων, χρησιμοποιώντας drones και πυραυλικά συστήματα, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και ο εγχώριας ανάπτυξης Flamingo.

Στους στόχους που περιγράφει η εφημερίδα περιλαμβάνονται διυλιστήρια, εγκαταστάσεις παραγωγής καυσίμων πυραύλων, εργοστάσια εξαρτημάτων drones και υποδομές δεδομένων.

Η Ουκρανία υποστηρίζει ότι τέτοιες επιχειρήσεις περιορίζουν την ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίζει τον πόλεμο.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία έχει πραγματοποιήσει πολύ μεγαλύτερο αριθμό επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας εναντίον της Ουκρανίας, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές και σε πολιτικές υποδομές.

Η Ουκρανή πρέσβης στο ΝΑΤΟ Alyona Getmanchuk υποστηρίζει ότι η αεράμυνα δεν επαρκεί από μόνη της και πως απαιτείται αντιμετώπιση των πηγών από τις οποίες προέρχονται οι επιθέσεις.

Το ζήτημα είναι ότι η μεταφορά αυτής της επιχειρησιακής αντίληψης σε μια απευθείας αντιπαράθεση ΝΑΤΟ–Ρωσίας θα είχε εντελώς διαφορετικές διαστάσεις.



Πολωνός στρατηγός: Στόχος η ρωσική αμυντική βιομηχανία

Ακόμη πιο χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Πολωνού υποστρατήγου Ireneusz Nowak.

Μιλώντας στη WSJ, ο Nowak αναφέρθηκε ανοιχτά στην επιθυμία να πληγεί η βιομηχανική βάση που υποστηρίζει τις ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις σε περίπτωση πολέμου.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η δυνατότητα τέτοιων επιθέσεων πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σημαντικό εργαλείο αποτροπής.

Η συγκεκριμένη θέση αποκαλύπτει μια κρίσιμη διάσταση της στρατηγικής σκέψης εντός της Συμμαχίας.

Η αποτροπή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην υπόσχεση υπεράσπισης των κρατών-μελών.

Βασίζεται και στην προειδοποίηση ότι μια επίθεση εναντίον τους θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές καταστροφές στη στρατιωτική και παραγωγική υποδομή του αντιπάλου.

Για τη Μόσχα, όμως, τέτοιες δηλώσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως ένδειξη ότι η ίδια η ρωσική επικράτεια μετατρέπεται σε δυνητικό θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων.




Ο κίνδυνος της σχεδόν αυτόματης κλιμάκωσης

Ίσως η πιο επικίνδυνη πλευρά της προσέγγισης να αφορά τον τρόπο ενεργοποίησης των στρατιωτικών σχεδίων.

Η WSJ επισημαίνει ότι ο σχεδιασμός αποσκοπεί στο να καταστήσει τα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας σχεδόν αυτόματη επιχειρησιακή συνέχεια μιας ρωσικής επίθεσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι στρατιωτικοί μπορούν να παρακάμψουν αυτομάτως την πολιτική ηγεσία.

Σημαίνει, όμως, ότι επιδιώκεται η εκ των προτέρων διαμόρφωση μιας συντονισμένης απάντησης, ώστε οι επιχειρήσεις να μην καθυστερούν λόγω αβεβαιότητας.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους.

Όσο περισσότερο προκαθορίζονται οι στρατιωτικές αντιδράσεις, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η αξιοπιστία των πληροφοριών και η δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης πριν από μια απόφαση με μη αναστρέψιμες συνέπειες.

Ο Nico Lange, πρώην επικεφαλής επιτελείου στο γερμανικό υπουργείο Άμυνας, επισημαίνει τη διάσταση ανάμεσα στους στρατιωτικούς σχεδιαστές και τις πολιτικές ηγεσίες σχετικά με το τι πραγματικά συνεπάγεται η άμυνα απέναντι στη Ρωσία.

Η διαφωνία αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν οι σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις αφορούν το έδαφος πυρηνικής δύναμης.


Η Μόσχα βλέπει έναν νέο εξοπλιστικό ανταγωνισμό

Η ρωσική ηγεσία έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες ότι σχεδιάζει εισβολή σε κράτη του ΝΑΤΟ.

Ο Vladimir Putin έχει χαρακτηρίσει τους σχετικούς ισχυρισμούς προσπάθεια εκφοβισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών και δικαιολόγησης της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.

Ο Dmitry Peskov έχει καταγγείλει την εντεινόμενη στρατιωτικοποίηση της Συμμαχίας, συνδέοντάς την με τη δέσμευση για αύξηση των αμυντικών και συναφών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Το ΝΑΤΟ ενισχύει τις δυνατότητές του επικαλούμενο τη ρωσική απειλή.

Η Μόσχα αντιμετωπίζει αυτή την ενίσχυση ως πρόσθετο κίνδυνο για την ασφάλειά της.

Και κάθε νέα εξοπλιστική πρωτοβουλία μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη ισχυρότερα αντίμετρα.


Ποιος θα ελέγξει την επόμενη σύγκρουση;

Η στρατηγική των βαθιών πληγμάτων δεν είναι ιστορικά καινούργια.

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την αμερικανική χρήση πυραύλων Tomahawk το 1991, οι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις επιδιώκουν την καταστροφή υποδομών πίσω από το μέτωπο.

Σήμερα, όμως, η ακρίβεια των πυραύλων, η ανάπτυξη των drones και η ταχύτητα των στρατιωτικών επιχειρήσεων δημιουργούν μια διαφορετική πραγματικότητα.

Η κρίσιμη παράμετρος είναι ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια πυρηνικά οπλοστάσια.

Παρότι η πυρηνική κλιμάκωση δεν αποτελεί μέρος της στρατηγικής που περιγράφει η WSJ, κανένας σχεδιασμός δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μια πραγματική σύγκρουση θα παραμείνει εντός των αρχικά προβλεπόμενων ορίων.

Το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι εάν το ΝΑΤΟ διαθέτει την τεχνολογική δυνατότητα να πλήξει στόχους χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στη Ρωσία.

Είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να αντέξει τις συνέπειες ενός πολέμου στον οποίο αυτή η δυνατότητα θα χρησιμοποιηθεί.

Η Μόσχα υποστηρίζει ότι μια βιώσιμη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας απαιτεί διάλογο με τη Ρωσία.

Ανεξάρτητα από τις ευθύνες και τις αντιθέσεις που έχουν συσσωρευθεί, αυτή η αναγκαιότητα δεν μπορεί να παραγνωριστεί.

Διότι η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει περισσότερους πυραύλους, μεγαλύτερα οπλοστάσια και ισχυρότερες αμυντικές βιομηχανίες.

Δεν μπορεί όμως να αλλάξει τη γεωγραφία της ούτε να εξαφανίσει τη Ρωσία από τον ευρωπαϊκό χάρτη.

Και όσο η ασφάλεια της ηπείρου στηρίζεται αποκλειστικά στην απειλή αμοιβαίας καταστροφής, τόσο περισσότερο η ειρήνη θα εξαρτάται από την ελπίδα ότι κανείς δεν θα κάνει το μοιραίο λάθος.




ΠΗΓΗ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου