Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΚΟΣΜΙΚΟΥ ΜΕ ΑΣΚΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ

ΤΙ΄ΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑΡΡΕΙΣ…ΕΝΑ ΜΟΥΛΑΡΙ..ΤΟ ΚΑΒΑΛΙΚΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΜΕ...






– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
– Όχι πια, παιδί μου.Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου.Δεν έχει δύναμη.

Παλεύω με το Θεό…
– Με το Θεό ! έκαμα ξαφνιασμένοςκι ελπίζεις να νικήσεις;




– Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου.Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται..


– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου.Θέλω κι εγώ να σωθώ, 
δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.

– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.

– Ένας μονάχα δρόμος.


– Πώς τον λέν;

– Ανήφορο.Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί.


Από το χορτασμό στην πείνα,από τον ξεδιψασμό στη δίψα,Από Τη Χαρά Στον Πόνο.Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός.. 

Στην κορφή της καλοπέρασης. κάθεται ο Διάβολος διάλεξε…
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης,έχω καιρό να διαλέξω.




Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
– Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.

Ανατρίχιασα.

– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
– Ο Χάρος αγαπάει τους νέους.Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. .. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου,ξύπνα..
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο.- Είσαι έτοιμος; μου κάνει..
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.– Όχι…φώναξα.


– Αυθάδεια της νιότης.. Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;




– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε Η πόρτα της Παράδεισος.

 Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος; Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:– Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού.
Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει.και την αυθάδεια της νιότης..

– Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού.Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;

Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός,πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης,

θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».

Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου.Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός,δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο.Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε.«Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε.«Δεν είσαι ευτυχής;

Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.Τί συντριβάνι;Τα δάκρυα των κολασμένων.Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν…

– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές,έφτυσε στον αέρα:..– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε…κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει. Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. , Το χέρι μου πάγωσε.

– Γέροντά μου, του κάνω,δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω,δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.

– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε.Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει.


Ο αρχάγγελος Εωσφόρος,που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε:

Εγώ. 

Ναι ναι, άκου, νεαρέ,και βάλ’ το καλά στo νου σου.- Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το

Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.




– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε …από το Θεό.

Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του.Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνοςδεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα.Το Ένα, ο Ένας.Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος.Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. 

Βλογημένος ο θάνατος..τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;


Ένα ¨μουλάρι¨, το καβαλικεύουμε και πάμε.Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.Γλυκό, 
ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε 
όλο του το πρόσωπο.Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.


– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε,είμαι ευτυχής, παιδί μου.Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού, γροικώ το Χάρο να ζυγώνει.Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. 

Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς.Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει. αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο… έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού.Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω,σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει. μέσα μου κι o Εωσφόρος..


Σηκώθηκα. Άσκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα.
Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει Aυτός…που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.. 




Κανεις δεν ξέρει αν τελειώνοντας το Ταξιδι, ο κυρ Νίκος μετάνοιωσε..Κανείς δεν ξέρει αν περνοδιαβάζει την Παράδεισο που συνεχώς; αναλογίζονταν..

Κανείς δεν ξέρει αν νίκησε τον πειρασμό, π’ αρέσκονταν να προκαλεί.Μόνον ο Χριστός γνωρίζει, κι ίσως τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας Του, σγχωρεσαν τον κυρ Νικο μας,κι έτσι τώρα προσεύχεται σε κάποια γωνιά.του Αδη παρέα με τον μακαριστό Μακάριο τον Σπηλαιώτη.. .περιμένοντας την ώρα που όλοι μας ζώντες και νεκροί θα μπούμε στον Παράδεισο.

Γιατί όλοι θα μπούμε στο Παράδεισο..άλλοι με χαρά κι άλλοι με τρόμο…Γι άλλους θάναι φώς…και γι άλλους φωτιά…..(γιατί κόλαση δεν υπάρχει στα σπλάγχνα του Θεού..) 

Αυτή τη κάνουμε μόνοι μας..μεσα μας..και τη στήνουμε μπρός μας..και τη βιώνουμε, γιατί δεν θέλουμε να απαλλαγούμε απ αυτήν, γιατί την αγαπάμε, όπως αγαπάμε τα πάθη μας..φανατικά..μεχρι τέλους…χωρίς μετάνοια…Χαιρετε



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου