ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ: ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ $90 ΚΑΙ ΒΕΝΖΙΝΗ ΣΤΑ 2 ΕΥΡΩ
Νέα ισχυρή αναταραχή προκαλείται στις διεθνείς αγορές ενέργειας από την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με το πετρέλαιο να επιστρέφει πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι και την Ευρώπη να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο ενεργειακό φθινόπωρο και χειμώνα.
Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ, η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, οι περιορισμένες ροές LNG και τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου και ντίζελ δημιουργούν έναν επικίνδυνο συνδυασμό για τις τιμές και την επάρκεια καυσίμων.
Στην Ελλάδα, το μήνυμα προς τους καταναλωτές είναι ήδη δυσάρεστο. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η αμόλυβδη μπορεί να παραμείνει κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο τουλάχιστον για το επόμενο τρίμηνο, ενώ η έναρξη της περιόδου διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης πλησιάζει μέσα σε περιβάλλον αυξημένων διεθνών τιμών.
Το Brent ξεπέρασε εκ νέου τα 90 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας το πρωί της Τρίτης στα 91,63 δολάρια, για πρώτη φορά από τις 30 Ιουλίου.
Η νέα άνοδος ακολούθησε τη λήξη του δίμηνου παραθύρου διαπραγματεύσεων για τη σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, χωρίς να διαφαίνεται μέχρι στιγμής ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι θα κινηθεί σε πιο επιθετική κατεύθυνση εάν αποτύχουν οι συνομιλίες με την Ουάσινγκτον. Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του στο Fox News, κάλεσε το Ιράν να παραδοθεί, ενώ εκτόξευσε νέα απειλή κατά του Ομάν σε περίπτωση που, όπως υποστήριξε, το Μουσκάτ εμποδίσει τις προσπάθειές του για τερματισμό της σύγκρουσης.
Παρά τη σκληρή ρητορική, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε ταυτόχρονα χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη συμφωνίας με την Τεχεράνη, δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται να θέσει νέο τελεσίγραφο.
Η αντίφαση αυτή ενισχύει ακόμη περισσότερο την αβεβαιότητα στις αγορές: από τη μία πλευρά υπάρχουν συνεχείς απειλές στρατιωτικής κλιμάκωσης και από την άλλη δεν υπάρχει σαφής διπλωματικός οδικός χάρτης για το τέλος της κρίσης.

Ορμούζ: Το ενεργειακό «στενό» που τρομάζει τις αγορές
Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο για τις αγορές πετρελαίου.
Σύμφωνα με τη βρετανική υπηρεσία UKMTO, πλοίο μεταφοράς εμπορευμάτων δέχθηκε επίθεση κατά τη διέλευσή του από την περιοχή νωρίς την Τρίτη, ενώ Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι η χώρα περνά σε «πλήρως επιθετική» στρατιωτική στάση.
Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η δήλωση του εκπροσώπου του ιρανικού στρατού Εμπραήμ Ζολφαγκάρι στο Fox News, ο οποίος προειδοποίησε τα πλοία που επιχειρούν να περάσουν από τα Στενά ότι μπορεί να αντιμετωπίσουν επιθέσεις.
Η εμπορική κίνηση έχει ήδη περιοριστεί δραστικά. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης πλοίων Kpler, μόλις έξι εμπορικά πλοία πέρασαν από τον διάδρομο τη Δευτέρα, ενώ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχαν πραγματοποιηθεί συνολικά μόλις πέντε διελεύσεις.
Η εξέλιξη αποκτά τεράστια σημασία επειδή από τα Στενά του Ορμούζ περνά υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χωρίς πλήρες και παρατεταμένο κλείσιμο, η απειλή περιορισμού της ναυσιπλοΐας αρκεί για να ενσωματωθεί στις τιμές ένα υψηλό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου.
Η Άντζελιν Ονγκ, ανώτερη τεχνική αναλύτρια της IG, εκτίμησε ότι οι τελευταίες κινήσεις μπορεί να αποτελούν το σημείο κατά το οποίο η αγορά σταματά να αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως μια προσωρινή διακοπή και αρχίζει να τιμολογεί μια πολύ πιο παρατεταμένη κρίση.
Εάν το Ομάν απομακρυνθεί από τον διπλωματικό ρόλο του στις συνομιλίες με το Ιράν, η δυνατότητα γρήγορης αποκατάστασης των εμπορικών ροών μέσω Ορμούζ περιορίζεται ακόμη περισσότερο.
Ανάλογη εικόνα αποτυπώνουν και οι εκτιμήσεις της Deutsche Bank, με τους αναλυτές της να θεωρούν ότι η άνοδος του πετρελαίου αντανακλά φόβους για μεγαλύτερη διάρκεια των προβλημάτων στο στενό.
Ο επικεφαλής γεωπολιτικός αναλυτής της Alpine Macro, Νταν Αλαμάριου, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, προειδοποιώντας για ενδεχόμενο «διπλού ενεργειακού σοκ» σε περίπτωση που η κρίση στη Μέση Ανατολή συμπέσει με νέα κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας - Ουκρανίας.
Κατά την εκτίμησή του, η περίοδος από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις ενεργειακές αγορές, αν και μια ευρύτερη σύνδεση των δύο πολεμικών μετώπων εξακολουθεί να θεωρείται ακραίο σενάριο.
Ακόμη και χωρίς αυτό το σενάριο, οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου αναμένεται να παραμείνουν εξαιρετικά ευάλωτες σε κάθε νέα στρατιωτική εξέλιξη στον Κόλπο.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο την άνοδο του αργού πετρελαίου. Ταυτόχρονα πιέζεται στις αγορές φυσικού αερίου και ντίζελ, ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να δημιουργεί αποθέματα ενόψει του χειμώνα.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησε να περιορίσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο αγωγών και στράφηκε μαζικά στο υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Η επιλογή αυτή περιόρισε τον ρωσικό ενεργειακό μοχλό πίεσης, άφησε όμως την Ευρώπη πολύ πιο εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις της αγοράς LNG.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο σήμερα, καθώς οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου βρίσκονται περίπου στο 55% της συνολικής χωρητικότητας, επίπεδο που, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG τα οποία επικαλείται ο Guardian, είναι το χαμηλότερο για τη συγκεκριμένη εποχή από το 2021.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές LNG έχουν επιβραδυνθεί μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Σύμφωνα με την Kpler, οι εισαγωγές στην Ευρώπη για τον Ιούλιο αναμενόταν να διαμορφωθούν περίπου στους 6,3 εκατ. μετρικούς τόνους, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση από τον Σεπτέμβριο του 2024.
Η επιστροφή της ασιατικής ζήτησης περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, καθώς φορτία LNG τα οποία υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ευρωπαϊκά λιμάνια κατευθύνονται πλέον προς αγορές της Ασίας.
Παράλληλα, η δυνατότητα επαναφοράς σημαντικών ποσοτήτων LNG από το Κατάρ έχει περιοριστεί λόγω των προβλημάτων στη διέλευση του Ορμούζ.
Πριν από την κρίση, το Κατάρ αντιπροσώπευε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG, γεγονός που δείχνει πόσο σοβαρή μπορεί να αποδειχθεί κάθε παρατεταμένη διαταραχή στις εξαγωγές του.
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου ξεπέρασαν την προηγούμενη εβδομάδα τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από τις αρχές του 2023.
Ακόμη και αν οι εισαγωγές βελτιωθούν τους επόμενους μήνες, η Ευρώπη κινδυνεύει να φτάσει στην έναρξη του χειμώνα με αποθέματα σημαντικά χαμηλότερα από τον στόχο του 80%.

Ντίζελ, πετρέλαιο θέρμανσης και η ελληνική «παγίδα» των 2 ευρώ
Εξίσου σοβαρή είναι η εικόνα στην αγορά ντίζελ, από την οποία εξαρτάται άμεσα και το πετρέλαιο θέρμανσης.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η Ευρώπη θα χρησιμοποιούσε τους καλοκαιρινούς μήνες για να αυξήσει τα αποθέματά της ενόψει του χειμώνα. Αυτή τη φορά συμβαίνει το αντίθετο.
Τα αποθέματα ντίζελ βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2022, καθώς η σύγκρουση στο Ιράν έχει ανατρέψει βασικούς διαδρόμους εφοδιασμού από τη Μέση Ανατολή.
Ταυτόχρονα, δύο από τους μεγαλύτερους παίκτες στις διεθνείς εξαγωγές καυσίμων έχουν περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η Κίνα περιόρισε τις εξαγωγές καυσίμων μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, επιδιώκοντας να προστατεύσει τα εσωτερικά αποθέματά της.
Η Ρωσία, η οποία το 2025 ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ παγκοσμίως με σχεδόν ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως και περίπου το 12% των παγκόσμιων εξαγωγών, απαγόρευσε τις εξαγωγές τον Ιούλιο μετά τις ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.
Οι εξελίξεις αυτές εκτόξευσαν τα περιθώρια διύλισης στην Ευρώπη σε επίπεδα-ρεκόρ, κοντά στα 65 δολάρια ανά βαρέλι.
Η ακρίβεια αρχίζει πλέον να πλήττει και την ίδια τη ζήτηση. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η κατανάλωση ντίζελ στην Ευρώπη μειώθηκε τον Απρίλιο περισσότερο από 6%, στα 5,53 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Μέρος της πτώσης συνδέεται με τη σταδιακή μετάβαση προς βενζινοκίνητα και ηλεκτρικά οχήματα. Οι υψηλές τιμές, όμως, αναγκάζουν επίσης νοικοκυριά και επιχειρήσεις να περιορίζουν τις μετακινήσεις και την κατανάλωση.
Ακόμη και μία σχετικά γρήγορη αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δεν θα εξαφάνιζε αυτομάτως το πρόβλημα. Τα αποθέματα έχουν ήδη μειωθεί και για να αναπληρωθούν απαιτούνται χρόνος, διαθέσιμα φορτία και επαρκής παγκόσμια παραγωγή.
Η Ευρώπη μπαίνει έτσι σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη ενεργειακή εξίσωση, στην οποία ένας από τους πλέον κρίσιμους παράγοντες θα είναι ο καιρός του χειμώνα.
Στην Ελλάδα, οι προειδοποιήσεις για τους επόμενους μήνες είναι ακόμη πιο άμεσες.
Ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου, εκτιμά ότι η χώρα πρέπει να προετοιμαστεί για έναν ακριβό χειμώνα, καθώς σε περίπου δύο μήνες αρχίζει και η περίοδος διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης.
Ο ίδιος εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς την προοπτική γρήγορης πτώσης των τιμών, επισημαίνοντας ότι η πολεμική κρίση που αρχικά παρουσιαζόταν ως ενδεχομένως βραχύβια έχει ήδη αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια.
Για την αμόλυβδη εκτιμά ότι οι τιμές μπορούν να παραμείνουν γύρω στα 2 ευρώ το λίτρο τουλάχιστον για το επόμενο τρίμηνο.
Στην ελληνική πραγματικότητα, το διεθνές ενεργειακό σοκ επιβαρύνεται από τη φορολογία των καυσίμων. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ αποτελούν σταθερό και ιδιαίτερα υψηλό τμήμα της τελικής τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής.
Στα νησιά και στις απομακρυσμένες ορεινές περιοχές προστίθεται και το αυξημένο μεταφορικό κόστος, με αποτέλεσμα η τελική τιμή να μπορεί να διαμορφώνεται σημαντικά υψηλότερα.
Ο κ. Παπαγεωργίου επισημαίνει επίσης ότι η ελληνική αγορά αντιδρά πλέον εξαιρετικά γρήγορα στις διεθνείς εξελίξεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αναφέρει, μπορεί ακόμη και να καταγράφεται πτώση των διεθνών τιμών του αργού την ώρα που οι τιμές στην εγχώρια αγορά κινούνται ανοδικά, καθώς η τιμολόγηση των διυλισμένων προϊόντων ακολουθεί τη δική της αγορά και δεν ταυτίζεται απολύτως με την τιμή του αργού πετρελαίου.
Η προειδοποίηση προς τα ελληνικά νοικοκυριά είναι σαφής: οι καταναλωτές δεν πρέπει να προετοιμάζονται για μια μικρή και παροδική αύξηση, αλλά για παρατεταμένη περίοδο ακριβών καυσίμων.
Μια σταθεροποίηση της βενζίνης γύρω από τα δύο ευρώ το λίτρο επί μήνες σημαίνει σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση για το οικογενειακό εισόδημα, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά καλούνται παράλληλα να αντιμετωπίσουν το κόστος θέρμανσης και τις γενικότερες πληθωριστικές πιέσεις.
Κατά τον πρόεδρο των πρατηριούχων, χωρίς τις υφιστάμενες επιδοτήσεις το πετρέλαιο κίνησης θα μπορούσε να διαμορφώνεται κοντά στα 2,10 ευρώ το λίτρο και η αμόλυβδη περίπου στα 2,05 ευρώ.
Το κρίσιμο ζήτημα για το επόμενο διάστημα θα είναι η εξέλιξη στα Στενά του Ορμούζ.
Εάν το πρόβλημα παραταθεί, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με υψηλότερες τιμές αλλά και με πίεση στην επάρκεια διυλισμένων προϊόντων.
Στην ήδη δύσκολη κατάσταση προστίθενται η συσσώρευση πλοίων στην περιοχή, τα προβλήματα στη Διώρυγα του Σουέζ λόγω των επιθέσεων των Χούθι και οι ζημιές σε διυλιστήρια που έχουν επηρεάσει την παραγωγή.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργίου, τα στρατηγικά αποθέματα των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν μειωθεί σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, περιορίζοντας τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση μιας ακόμη μεγαλύτερης διεθνούς κρίσης προσφοράς.
Για την Ελλάδα, η εικόνα ως προς την επάρκεια εμφανίζεται μέχρι στιγμής περισσότερο καθησυχαστική.
Τα ελληνικά διυλιστήρια έχουν ήδη λειτουργήσει μέσα σε διαδοχικές διεθνείς κρίσεις, μεταξύ των οποίων ο πόλεμος στην Ουκρανία, και διαθέτουν σημαντική ευελιξία τόσο ως προς τις πηγές προμήθειας αργού όσο και ως προς τη διαδικασία διύλισης.
Ωστόσο, σημαντικό μέρος της ελληνικής παραγωγής καυσίμων κατευθύνεται προς τις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται, περίπου 65%-70% των παραγόμενων προϊόντων εξάγεται σε τρίτες χώρες.
Το μεγάλο πρόβλημα, επομένως, δεν είναι σήμερα ότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε άμεσο κίνδυνο έλλειψης καυσίμων. Είναι ότι οι διεθνείς συνθήκες μπορούν να κρατήσουν τις τιμές σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, το μήνυμα είναι ιδιαίτερα βαρύ. Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια έχει ήδη περιορίσει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η υψηλή φορολογία στα καύσιμα λειτουργεί ως μόνιμος πολλαπλασιαστής κάθε διεθνούς ανατίμησης.
Με τη βενζίνη να απειλεί να παγιωθεί γύρω στα δύο ευρώ, το πετρέλαιο θέρμανσης να έρχεται σε λίγες εβδομάδες και την Ευρώπη να μπαίνει στον χειμώνα με χαμηλά αποθέματα, η ενεργειακή εξίσωση γίνεται ξανά επικίνδυνη.
Και όσο η κρίση στο Ορμούζ δεν αποκλιμακώνεται, το κόστος δεν θα παραμένει μόνο στους χρηματιστηριακούς πίνακες του Brent και του φυσικού αερίου. Θα περνά κατευθείαν στην αντλία, στη θέρμανση, στις μεταφορές και τελικά στο καλάθι κάθε ελληνικού νοικοκυριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου