Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΔΩΣΙΛΟΓΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ  ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ




Οι άνθρωποι είναι σαν τα πρόβατα, τα οποία ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού, όπου και αν τους οδηγήσει. 

Πολύ περισσότερο, θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν ακόμη και στο θάνατο, παρά να σκεφθούν από μόνοι τους – πόσο μάλλον να σηκωθούν από τους καναπέδες τους, να αποτινάξουν τη μιζέρια και να πολεμήσουν για το βιοτικό επίπεδο, κυρίως δε για την ελευθερία τους. 

Ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφθούν ή πρόθυμοι να αναζητήσουν τις κατάλληλες πηγές, έτσι ώστε να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. 

Επειδή όμως όλοι θέλουν να έχουν άποψη, δεν απομένει παρά να ενστερνισθούν έτοιμες απόψεις άλλων – αντί να κουραστούν οι ίδιοι, δημιουργώντας τις δικές τους. 

Το γεγονός αυτό είναι απολύτως κατανοητό τόσο στην Τρόικα, όσο και στα ΜΜΕ, τα οποία γνωρίζουν πολύ καλά την ευκολία, με την οποία χειραγωγείται ο όχλος – αρκεί να του σερβιριστούν απόψεις, από ένα κατάλληλα επιλεγμένο πάνελ άβουλων καθηγητών, ετερόφωτων πολιτικών, φημισμένων δημοσιογράφων ή διανοουμένων «μισθοφόρων», με την ετικέτα «κοινώς αποδεκτές».

Άποψη

Εύλογα αναρωτιέται κανείς εάν έχουν νόημα οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, ειδικά αυτές που διεξάγονται στα τηλεοπτικά μέσα, γνωρίζοντας πως αυτό που συνήθως επιδιώκεται δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας – όπως, για παράδειγμα, η ανάλυση του ορθολογικού τρόπου της λειτουργίας ενός κράτους, η λύση προβλημάτων με τη συνεργασία των άλλων, καθώς επίσης η εύρεση των εναλλακτικών δυνατοτήτων εξόδου από μία μεγάλη κρίση, όπως η σημερινή.

Η αιτία είναι το ότι, δεν ζούμε προφανώς σε έναν ιδανικό κόσμο, όπου ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως βασικό σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή, τουλάχιστον, τη σύγκλιση των απόψεων. 

Αντίθετα, ζούμε σε έναν κόσμο μάλλον προβληματικό, όπου οι άνθρωποι δεν αναζητούν το σωστό αλλά προσπαθούν, απλά και μόνο, να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις – έχοντας ως βασικό κίνητρο την ιδιοτέλεια και όχι τον αλτρουισμό.

Ο Σοπενχάουερ ονόμασε αυτού του είδους τις ανόητες αντιπαραθέσεις, τις οποίες βιώνουμε καθημερινά είτε στο Κοινοβούλιο, είτε στα διάφορα τηλεοπτικά μέσα, «Εριστική Διαλεκτική» – ως την τέχνη δηλαδή του να λογομαχεί κανείς με έναν τέτοιον τρόπο, ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο, είτε άδικο.

Όπως έλεγε δε ειρωνικά, σκιαγραφώντας τη συγκεκριμένη τεχνική, την οποία είχαν ανακαλύψει και δίδασκαν έναντι αμοιβής οι σοφιστές στην αρχαία Ελλάδα, «Σε μία αντιπαράθεση πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια ή, μάλλον, να την εκλάβουμε ως μία τυχαία συγκυρία – έτσι ώστε να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας, ιδίως δε στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου«.

Αναφερόμενος τώρα στα διάφορα τεχνάσματα (αντιπερισπασμός, επίκληση της αυθεντίας και όχι της λογικής, εξόργιση του αντιπάλου, προσωπικές επιθέσεις, υπεκφυγές, αντιστροφή ή εκτροπή της συζήτησης, γενικεύσεις, ψευδείς αποδείξεις κλπ.), τόνισε εδικά ότι, δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη και αν είναι, την οποία οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπασθούν, μόλις πεισθούν πως είναι κοινώς αποδεκτή – όπως, για παράδειγμα, την παράλογη θέση, σύμφωνα με την οποία η μοναδική λύση της Ελλάδας είναι τα μνημόνια!

Οι άνθρωποι είναι σαν τα πρόβατα, μας λέει, τα οποία ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού, όπου και αν τους οδηγήσει. 

Πολύ περισσότερο, θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν ακόμη και στο θάνατο, παρά να σκεφθούν από μόνοι τους – πόσο μάλλον να σηκωθούν από τους καναπέδες τους, να αποτινάξουν τη μιζέρια και να πολεμήσουν για το βιοτικό επίπεδο, κυρίως δε για την ελευθερία τους.

Περαιτέρω, πάντοτε κατά τον ίδιο, εάν μία οποιαδήποτε εσφαλμένη γνώμη φτάσει στο σημείο να γίνει ευρέως αποδεκτή όπως, για παράδειγμα, η «αρετή της ανταγωνιστικότητας», την οποία «εξαίρει», εγκωμιάζει και επαινεί συνεχώς η πρωσική κυβέρνηση της Γερμανίας, τότε ακόμη και οι λίγοι, οι οποίοι είναι σε θέση να κρίνουν, θα σιωπήσουν – επειδή διαφορετικά θα χαρακτηρίζονταν ως «πνεύματα αντιλογίας», θρασείς, εγωκεντρικοί, αναξιόπιστοι ή ταραξίες.

Από τη στιγμή εκείνη και μετά λοιπόν μιλούν μόνο όσοι είναι εντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οι ίδιοι οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση – αφού «παπαγαλίζουν» απλώς τις απόψεις των άλλων, υπερασπιζόμενοι ταυτόχρονα τις συγκεκριμένες ανόητες γνώμες με υπερβάλλοντα ζήλο, με ματαιοδοξία, ακόμη και με μισαλλοδοξία, σαν να ήταν δικές τους. 

Εάν κανείς εξετάσει από αυτήν την οπτική γωνία τη στάση ορισμένων Ελλήνων υπουργών ή βουλευτών σήμερα, οι οποίοι υποστηρίζουν σχεδόν με μανία τα μνημόνια υποτέλειας και το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, θα κατανοήσει καλύτερα τι ακριβώς εννοούμε.

Με απλούστερα λόγια, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφθούν ή πρόθυμοι να αναζητήσουν τις κατάλληλες πηγές, έτσι ώστε να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. 

Επειδή όμως όλοι θέλουν να έχουν άποψη, δεν απομένει παρά να ενστερνισθούν έτοιμες απόψεις άλλων – αντί να κουραστούν οι ίδιοι, δημιουργώντας τις δικές τους.

Το γεγονός αυτό είναι απολύτως κατανοητό τόσο στην Τρόικα, όσο και στα ΜΜΕ, τα οποία γνωρίζουν πολύ καλά την ευκολία, με την οποία χειραγωγείται ο όχλος, η μάζα, το πλήθος – αρκεί να του «σερβιριστούν» απόψεις, από ένα κατάλληλα επιλεγμένο «πάνελ» άβουλων καθηγητών, ετερόφωτων πολιτικών, φημισμένων δημοσιογράφων ή διανοουμένων «μισθοφόρων», με την ετικέτα «κοινώς αποδεκτές».

Στα παραπάνω πλαίσια, εάν αναφέρει κανείς ότι η Ελλάδα είναι ένα πάμπλουτο, πολλαπλά προικισμένο κράτος, το οποίο έχει τα μικρότερα οικονομικά προβλήματα σε σχέση με πολλές άλλες χώρες, ενώ υπάρχουν στη διάθεση του αρκετές εναλλακτικές λύσεις εξόδου από την κρίση, θα αντιμετωπισθεί σίγουρα πολύ επιφυλακτικά, εάν όχι εντελώς εχθρικά ή απαξιωτικά – ακόμη και όταν τεκμηριώνει τη θέση του με ανάλογους πίνακες, οι οποίοι δεν προέρχονται βέβαια από τον ίδιο, αλλά από διεθνείς οργανισμούς.

Η αιτία είναι προφανώς η «κοινώς αποδεκτή άποψη» που δημιουργήθηκε έντεχνα από τους έμπειρους εισβολείς, σύμφωνα με την οποία η υπαγωγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και στα μνημόνια ήταν και είναι μονόδρομος – με την κατάρρευση και τη χρεοκοπία να περιμένουν στη γωνία, εάν τυχόν θελήσει να επιβάλλει διαφορετικά μέτρα, πόσο μάλλον να επανακτήσει την εθνική της κυριαρχία, εκδιώκοντας τους μισθοφόρους των διεθνών τοκογλύφων.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι οι κατηγορίες για «δημαγωγική πολιτική», όταν αναφέρεται κανείς στο ότι, μία από τις κύριες λύσεις του προβλήματος της Ελλάδας είναι η αύξηση των μισθών των εργαζομένων – επειδή η χώρα, έχοντας βυθιστεί στον αποπληθωρισμό, έχει θέσει σε κίνηση τον καθοδικό σπειροειδή κύκλο μισθών-τιμών, ο οποίος «οδηγεί με ασφάλεια» στην αύξηση των δημοσίων/ιδιωτικών χρεών και στη χρεοκοπία.

Το γεγονός ότι, η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, οδηγεί στη μείωση των τιμών και επομένως στον αποπληθωρισμό, είναι πέρα κάθε αμφιβολίας – αφού, όπως είναι σε όλους γνωστό, «ο αποπληθωρισμός προϋποθέτει τη μείωση των ονομαστικών αμοιβών για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή, τουλάχιστον, την αύξηση τους με ρυθμό μικρότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Εν τούτοις, όταν αναφέρει κανείς ότι πρέπει να αυξηθούν το συντομότερο δυνατόν οι μισθοί, εάν θέλουμε πράγματι να ξεφύγουμε από την παγίδα του χρέους, η συνήθης ανόητη απάντηση είναι πως δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα χρήματα – ή, η επίσης ανόητη ερώτηση, σχετικά με το που θα βρεθούν. 

Ανόητη επειδή η υγιής «πηγή» των χρημάτων είναι η εργασία – η οποία όμως δεν είναι ποτέ παραγωγική, χωρίς το απαραίτητο κίνητρο: τη δίκαιη αμοιβή της.

Συνεχίζεται λοιπόν η πολιτική της αυτοκτονίας, επειδή η κοινώς αποδεκτή άποψη έχει «χειραγωγηθεί» στο ότι, μία από τις βασικές αιτίες της κρίσης είναι οι υψηλές αμοιβές των εργαζομένων και όχι οι τεράστιες εισοδηματικές ανισότητες, τα χρηματοπιστωτικά παιχνίδια, η πλεονεξία των τοκογλύφων, η πολιτική διαφθορά κοκ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου