Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗΝ ΕΠΙΤΕΛΟΥΜΕΝ ΣΗΜΕΡΟΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ




Γράφει ο Νικήτας Αποστόλου

Ο Άγιος Αντώνιος έζησε την εποχή που αρχίζει με την ανάδειξη σε Αυτοκράτορα του Γαλλιηνού και τελειώνει με το τέλος περίπου της ζωής του Αυτοκράτορα Κωστάντιου Β΄υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Η εποχή αυτή είναι άκρως σημαντική για την πορεία της Εκκλησίας, γιατί σ΄αυτήν συνέβησαν καθοριστικά γεγονότα και διαμορφώθηκαν συμπεριφορές και θεσμοί καθοριστικοί για όσα συνέβησαν μεταγενέστερα έως και σήμερα.

Περιληπτικά λόγω του περιορισμένου χώρου σημειώνω τα εξής χαρακτηριστικά. 

1. Η πίστη, το ήθος, η αγνότητα και καρτερία των Χριστιανών των πρώτων αιώνων είχε υποστεί σκληρή δοκιμασία την περίοδο των διωγμών και ιδίως εκείνης του διωγμού του Αυτοκράτορος Δεκίου. 

Υπήρξαν αρκετοί πιστοί τότε, που προκειμένου να αποφύγουν το μαρτύριο, είτε κρύφτηκαν, είτε έφυγαν σε άλλα μέρη της Αυτοκρατορίας, είτε κατέφυγαν σε δωροδοκίες πιθανών κατηγόρων των ή αρχών για να επιτύχουν ασυλία ή την χορήγηση βεβαίωσης (λίβελλο) τέλεσης θυσίας. 

Αυτοί αποκαλούντο μετά την λήξη των διωγμών“πεπτωκότες” και δημιουργήθηκε μεγάλο ζήτημα εάν, μετά την επίδειξη μετανοίας από μέρους των, θα γίνονταν αποδεκτοί στην Εκκλησία και με ποιες προϋποθέσεις. 

Μετά τον μέγα διωγμό της περιόδου 303 έως 312 μ.Χ. και το μέγα πλήθος των μαρτύρων κατά τον διωγμό αυτόν, το ζήτημα των “πεπτωκότων” έγινε οξύτατο με φοβερές αντιπαραθέσεις όχι μόνο μεταξύ των απλών πιστών αλλά και μεταξύ Επισκόπων, με αποτέλεσμα να έχουμε το σχίσμα των “δονατιστών”. 

2. Από τα μέσα κυρίως του 3ο μ.Χ. αιώνα αρχίζει και μια έκπτωση των ηθών των χριστιανών και μια παράλληλη εισαγόμενη επιείκεια Επισκόπων της Εκκλησίας έναντι των υποπιπτόντων σε βαρέα αμαρτήματα. 

 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση σιμωνίας του έκπτωτου Επισκόπου Αντιοχείας Παύλου Σαμοσατέας . Το γεγονός αυτό της έκπτωσης των ηθών επιβεβαιώνεται από τον Τερτυλλιανό , που ήταν Χριστιανός πρεσβύτερος και πολυγραφότατος συγγραφέας.

3. Ο αυτοκράτορας Γαλλιηνός, εξέδωσε διάταγμα, με βάση το οποίο τερματίστηκαν οι θρησκευτικοί διωγμοί , το οποίο ίσχυσε μέχρι το 303 μ.Χ. Απόρροια αυτού του διατάγματος ήταν οι εξής δύο συνέπειες. 

Πρώτον από το 260 μ. Χ έως το 303 μ.Χ. έχουμε μια περίοδο σιωπηρής ανοχής στην ύπαρξη των Χριστιανών και στην λειτουργία των Εκκλησιών των από τις αρχές της Αυτοκρατορίας. Δεύτερον η Χριστιανική Εκκλησία έλαβε de facto νομική υπόσταση με δυνατότητα απόκτησης περιουσίας.

4. Στο πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα δημιουργείται η αρειανική έριδα που δίχαζε την Εκκλησία προκαλώντας στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας έναν πνευματικό ιδιόρρυθμο εμφύλιο. 

Παρά το ότι η Α΄Οικουμενική Σύνοδος των Επισκόπων στη Νίκαια κατεδίκασε τον Αρειανισμό ως αίρεση, η απόφασή της δεν είχε γίνει από όλους τους Επισκόπους αποδεκτή και το ζήτημα αυτό ταλάνιζε την Εκκλησία και μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κων/νου. 

Ο υιός μάλιστα Κωνστάντιος ήταν αρειανιστής και καθιέρωσε τον Αρειανισμό ως επίσημο δόγμα με την αυτοκρατορική επιβολή του. Έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα τα λόγια του “….όπερ εγώ βούλομαι τούτο κανών νομιζέσθω”. 

5. Ο Μέγας Κων/νος εφ΄ ενός μεν θεσμοποίησε τον Χριστιανισμό και τον ενέταξε στη κρατική δομή της Αυτοκρατορίας, αφ΄ ετέρου προέβη σε καταλυτικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας καταλύοντας την μέχρι τότε ΑΥΤΟΝΙΚΙΑ της , ως προς αυτά.

 Οι πολιτικές αυτές πράξεις του ήταν αποφασιστικές για την μετέπειτα θεσμική εξελικτική διαδικασία καθιέρωσης του Χριστιανισμού, ως της επίσημης επικρατούσης θρησκείας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την περαιτέρω εξελικτική διαδικασία των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας μέχρι σήμερα.

6.Ύστερα από την έκδοση του διατάγματος των Μεδιολάνων και τις άλλες θεσμικές μεταβολές του Μ. Κων/νου, είναι εύλογο να περίμενε κανείς να ανακινηθεί το ζήτημα επιστροφής στην κοινοκτημοσύνη της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για την κάθε Ενορία, που οι προηγηθέντες διωγμοί το καθιστούσαν ανέφικτο, καθώς και το ζήτημα του ασυμβίβαστου κατοχής δούλων από Χριστιανούς. 

Καμιά τέτοια συζήτηση δεν ανακινήθηκε γι΄αυτά σε καμιά Εκκλησία, ούτε σε καμιά σύνοδο Επισκόπων. Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι η απελευθέρωση των δούλων, θεωρείτο Χριστιανική πράξη. 

Το ζήτημα του αρειανισμού και το ζήτημα των “πεπτωκότων” είχε απορροφήσει όλη την προσοχή των τότε Επισκόπων. Εξαίρεση έχουμε τον 4ο μ.Χ. αιώνα όταν με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκαν έντονα οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας Μέγας Βασίλειος , Γρηγόριος Νήσσης , Ιωάννης ο Χρυσόστομος κ.α. 

Σε αυτό το περιβάλλον έζησε και αυτές τις προκλήσεις αντιμετώπισε ως Χριστιανός ο Άγιος Αντώνιος. 

Τη βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος ένα χρόνο μετά τον θάνατό του και την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση «Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε».

Ο Άγιος Αντώνιος ήταν από τους πρωτοπόρους ασκητές του Χριστιανισμού. Ήταν εκείνος που συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του θεσμού του Χριστιανικού Μοναχισμού προτείνοντας ως τύπο Χριστιανού ήρωα, αντί του μάρτυρα της περιόδου των διωγμών, τον ασκητή της ειρηνικής περιόδου. 

Ο Αντώνιος, γεννήθηκε 251 μ. Χ. στην Κάτω Αίγυπτο, από πλούσιους ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Δεν έμαθε γράμματα , ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς, όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα. 

Σε ηλικία περίπου 20 ετών έχασε τους γονείς του και απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη φροντίδα του σπιτιού τους.

Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος συγκλονίστηκε όταν άκουσε στην εκκλησία την ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του Κυρίου προς τον πλούσιο νέο, στην οποία αναφέρεται ότι του είπε: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Ευαγγέλιο του Ματθαίου ιθ΄ 21). 

Συνειδητοποίησε τότε το χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που ζούσε και στην την ευαγγελική αυτή περικοπή, είδε σ΄αυτήν τον εαυτό του και θεώρησε χρέος του να συμμορφωθεί προς την παρότρυνση του Κυρίου, αφού και αυτός ήταν πλούσιος. 

Πουλάει την περιουσία του που συνίστατο σε 300 εύφορα κτήματα. Τα χρήματα που πήρε από την πώληση τα έδωσε στην Εκκλησία και σε φτωχούς . Κράτησε μόνο για την αδελφή του κάποια χρήματα. 

Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σε ένα “κοινόβιο παρθένων”. Σε αυτό συζούσαν ενάρετες γυναίκες που επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Ο ίδιος φεύγει από το σπίτι του κι᾿ άρχισε την ασκητικὴ ζωή. Καταφεύγει σε ένα ερημητήριο των περιχώρων. 

 Όταν πληροφορείτο ότι κάπου κοντά κατοικούσε κάποιος που είχε διακριθεί ως χριστιανός, τον επισκέπτονταν και μελετώντας τον τρόπο ζωής του αφομοίωνε την ιδιαίτερη άσκηση και την αρετή του και ως «σοφή μέλισσα» έπαιρνε το «πνευματικό νέκταρ» της ηθικής και της αρετής, για να φτιάξει τὴν ψυχή του. 

Τα πάθη δεν εξαφανίζονται, χωρὶς αγώνα. «Ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ», ἔλεγε ὁ Παῦλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγὼ αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι». Προσεύχεται στὸ Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του. 

 Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα “ κομμάτι ψωμὶ και νερό”. Τρώγει μόνο μια φορὰ την ημέρα. Αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ' ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος, πλησίον του χωριού του, μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Στη συνέχεια αποσύρθηκε στην έρημο, γιατί η αντίληψη των Χριστιανών της εποχής εκείνης στην Αιγυπτο ήταν ότι η έρημος ήταν ο τόπος που κυριαρχούσαν οι δαίμονες.

 Εκεί άρχισε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. 

Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. . 

Σε όλους τους πειρασμούς βγήκε νικητής. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του, οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε».

Τελικά, σύμφωνα πάντα με τη βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Αντώνιο, εμφανίσθηκε μπροστά του ως «μέλαν παιδίον» λέγοντάς του: «Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». 

Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». 

Ο Αντώνιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε το πνεύμα λέγοντάς του «Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.» Ύστερα απ' αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει.

 Ο Αντώνιος συνέχισε συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως «όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή», επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι». 

Συνέχισε να επισκέπτεται διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους.

Ασκούμενος στην αγρυπνία, την προσευχή και στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, μόνο άρτο και αλάτι και νερό, παρέμεινε σ' όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθηκε αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, μιμούμενος τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπινη κοινωνία. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη . 

Στη συνέχεια πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. 

Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών και έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης. 

 Έφτασε εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα Ευαγγελικά διδάγματα να ανασυγκροτήσει τον εαυτό του και να αποτελέσει ζωντανό παράδειγμα μιας νέας σχέσης με τον Θεό που ανταποκρινόταν στα αιτήματα του καιρού του. 

Ο ασκητισμός του Αντωνίου το σώμα δεν το αντιμάχεται. Ένιωθε άσχημα όταν υπέκυπτε στις ανάγκες του σαρκίου του και όχι γιατί είχε σώμα. Η σκληρή διαβίωση δεν αποσκοπεί στην απελευθέρωση της ψυχής από το υλικό βάρος του σώματος, αλλά στην απελευθέρωση του σώματος από τους υλικούς καταναγκασμούς.

Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Άγιος Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του ασκητή, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.

Δίδασκε να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. 

Κατέληγε δε λέγοντας ότι θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση των αιώνιων αγαθών, που είναι οι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Το 311μ.Χ. στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. 

 Αρνείται να συμμορφωθεί με την δικαστική απαγόρευση και εισέρχεται στην Αλεξάνδρεια για να συμπαρασταθεί στους διωκομένους Χριστιανούς. 

Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. 

Απέναντι στις κοσμικές εξουσίες και τους εκπροσώπους των τηρεί στάση αμφισβήτησης. Η στάση του απέναντι στον Μέγα Κων/νο και τους υιούς του δείχνει με ευγλώττο τρόπο την αντίληψή του για τις ρωμαϊκές αρχές. 

 Σχετικά με την αλληλογραφία του με το Μεγάλο Κωνσταντίνο, όταν εκείνος του έστειλε επιστολή ο Αντώνιος “ούτε τα γράμματα περί πολλού τινός εποιείτο, ούτε επί ταις επιστολαίς εγεγήθει. Ο αυτός δε ην οίος και προ του γράφειν αυτώ ο βασιλέας” . 

Συγκέντρωσε μάλιστα τους μοναχούς και δείχνοντάς τους την επιστολή τους είπε “Μη θαυμάζετε ει γράφει βασιλεύς προς ημάς, άνθρωπος γαρ εστίν” Όταν αργότερα τον επισκέπτονται στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές τους αποφεύγει ή τους αποδιώχνει. 

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας τον ανακήρυξαν Μέγα. Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. 

Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Αγίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.


Απολυτίκιο 

(Ἦχος δ')


Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, 

τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, 

Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, 

καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου· 

Διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῶ Θεῷ, 

σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

                                        


   


2 σχόλια:

  1. Ζητώ συγνώμη από τους αναγνώστες του άρθρου για ένα λάθος μου στο κείμενο. Από αστοχία μου στην δακτυλογράφηση αναγράφεται αντί της λέξης ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΑΥΤΟΝΙΚΙΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι τόσο καλό το άρθρο, που δικαιολογεί πολύ πρισσότερα λάθη δακτυλογραφήσεως. Νάστε καλά να μας γράφετε κι άλλα πολλά.

      Διαγραφή