Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Μ. ΚΩΝ/ΝΟΥ ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Γράφει ο Νικήτας Αποστόλου


Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας. Η επίδραση του έργου του στην ιστορική εξέλιξη της πορείας των χωρών της Ευρώπης, της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι εξ ίσου σημαντική με εκείνη του Μ. Αλεξάνδρου και του Καίσαρα.

Ο Μ. Κων/νος έδρασε σε μια κρίσιμη περίοδο, στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που ήταν η αρχή της έναρξης της διαδικασίας μετάβασης από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα, με ανάλογη εξέλιξη των θεσμών και των σχέσεων των ανθρώπων.

Το πρώτο λοιπόν που οφείλουμε να παρουσιάσουμε προκειμένου να αξιολογήσουμε την πολιτική δράση του Μ. Κων/νου είναι μια περιγραφή της κοινωνίας της εποχής του.

Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται από μια διαδικασία επέκτασης της μεγάλης ιδιοκτησίας. Αυτή η εξέλιξη έγινε εξαιτίας της αύξησης των φόρων, που ανάγκασε τους μικρούς ιδιοκτήτες να εγκαταλείπουν τους αγρούς των για να αποφύγουν τους φόρους. 

Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου της αύξησης των ακτημόνων γεωργών και της μείωσης της αγροτικής παραγωγής είχε θεσμοθετηθεί ο θεσμός της δουλοπαροικίας με την επιβολή της πρόσδεσης των καλλιεργητών στις συγκεκριμένες γαίες, τις οποίες δεν τους επιτρέπετο να τις εγκαταλείψουν, αλλά ούτε και να εκδιωχθούν από τους ιδιοκτήτες τους από αυτές. 

Έτσι, δημιουργείται μια νέα τάξη οι λεγόμενοι κολωνοί που είναι μόνο τυπικά ελεύθεροι πολίτες. Έτσι προς τον 4ο αιώνα μ.Χ. έχουμε μια μεταβολή στην κοινωνική διάρθρωση της κοινωνίας και προστίθεται μια νέα τάξη που τα μέλη της αποκαλούνταν πάροικοι, εναπόγραφοι, υπό δεσποτεία τελούντες γεωργοί, δουλοπάροικοι κληρικοπάροικοι κ.α.

Με νόμο είχε θεσπισθεί η υποχρέωσης των όμορων ιδιοκτητών και κυρίως των μεγάλων να καλλιεργούν και τις εγκαταλελειμμένες ακαλλιέργητες γαίες.

Η συμμετοχής στην παραγωγή, της εργασίας των δούλων μειώνεται

Το ανατολικό τμήμα ήταν πιο πολυάνθρωπο, με περισσότερες πόλεις κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου και βιοτεχνικής παραγωγής. Το δυτικό αντίθετα, κάτω από τα πλήγματα βαρβαρικών επιδρομών υφίστατο καταστροφές στην οικονομία του. Το αποτέλεσμα είναι ότι το ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας οικονομικά ισχυροποιείται ενώ το Δυτικό αποδυναμώνεται.

Τα επαγγέλματα έχουν γίνει κληρονομικά και επιβλήθηκαν περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης, ύστερα από θέσπιση διατάξεων νόμων που επέβαλαν την υποχρέωση των πολιτών του αστικού πληθυσμού να ασκούν υποχρεωτικά το ασκούμενο επάγγελμά τους και αυτή η υποχρέωση να επεκτείνεται στα παιδιά τους. Με διατάξεις νόμων τα επαγγελματικά σωματεία μεταβλήθηκαν σε ελεγχόμενες συντεχνιακές οργανώσεις, που διέθεταν μεν ορισμένα προνόμια, αλλά υποβάλλονταν σε σωρεία υποχρεώσεων.

Τις αμοιβές όλων των επαγγελματιών ο Διοκλητιανός είχε καθορίσει με το διάταγμα, αλλά το μέτρο δεν έλυσε το πρόβλημα του πληθωρισμού λόγω της των τιμών λόγο υποτίμησης της

αξίας του νομίσματος.

Υπήρχε επαχθής φορολογία με άμεσους γενικούς καθώς και σε άμεσους έκτακτους φόρους . Εκτός από αυτούς υπήρχαν και έμμεσοι φόροι στις αγοραπωλησίες, στη μεταβίβαση ακινήτων και δασμοί στα εισαγόμενα είδη με το μεγαλύτερο μέρος αυτών να καταβάλλεται σε χρήμα. Επίσης και άλλες υπηρεσίες προς στο κράτος, όπως οι λειτουργίες και οι αγγαρείες.

Η Εκκλησία του Χριστού εξήρχετο νικήτρια από τον απηνή διωγμό. Ο μεγάλος διωγμός που το 303 μ.Χ. είχε εξαπολυθεί εναντίον των Χριστιανών είχε αποτύχει πλήρως. Αυτό είχε ομολογηθεί από τον ποιο σκληρό διώκτη των Χριστιανών τον Γαλέριο λίγο πριν τον θάνατό του στο διάταγμα με το οποί ανέστειλε τους διωγμούς το 311μ.Χ..

Έχουμε την διαμόρφωση από τον Διοκλητιανό της δεσποτικής αντίληψης του Αυτοκράτορα- Βασιλέως. Ο στέφανος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων αντικαθίσταται από το διάδημα και ό,τι έχει σχέση με τον αυτοκράτορα θεωρείται πλέον ιερό.

Η αναδιοργάνωση της Αυτοκρατορίας είχε αρχίσει από τον Διοκλητιανό, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί.

Ο Μέγας Κων/ος επέφερε τις εξής μεταρυθμίσεις, με τις οποίες συντελέστηκε πραγματικά μια γενική “ανανέωση” της αυτοκρατορίας και έτσι επήλθε η έξοδος από την κρίση στην οποία ευρίσκετο από τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα.

Έχοντας δυνατό πολιτικό αισθητήριο ο Κων/νος είχε αντιληφθεί ότι στην εποχή του το δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας του έχανε σιγά σιγά τον ομοιογενή πληθυσμό του και αδυνατούσε να συμβάλει στην πολιτισμική και οικονομική εξέλιξη της . Το αντίθετο συνέβαινε στην στο ανατολικό τμήμα. Γι΄αυτό επέλεξε ως πρωτεύουσα το 326 μ.Χ. τη μικρή πόλη στο Ανατολικό Τμήμα της Αυτοκρατορίας του την Ελληνική πόλη του Βυζαντίου σε στρατηγικά επίκαιρη θέση.

Για την ισχυροποίηση του μοναρχικού θεσμού: α) Οικοδόμησε την νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας την Κωνσταντινούπολη β) Στη νέα πολιτική και στρατιωτική ηγετική τάξη, που δημιούργησε από τους ανώτατους γραφειοκράτες, υπαλλήλους και στρατιωτικούς, αναβάθμισε την ισχύ της σε υψηλότατη θέση στο κράτος και την κοινωνία παραμερίζοντας εν πολλοίς τις έως τότε τοπικές, αστικές ηγεσίες.

γ) Θεσμοθέτησε τον αυστηρό διαχωρισμό πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, δημιουργώντας δύο διοικητικές ιεραρχίες, παράλληλες αλλά και αλληλοεξαρτώμενες. δ) Στελέχωσε τις κεντρικές διοικήσεις (και σε μικρότερο βαθμό τις επαρχιακές) με πολλούς και εξειδικευμένους φορείς γραφειοκρατίας, ικανούς να επιτυγχάνουν την αποτελεσματικότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας.

ε)Διαίρεσε την Αυτοκρατορία σε 15 από 12 μεγάλες περιφερειακές ενότητες που ονομάστηκαν διοικήσεις. Αυτές συμπεριλάμβαναν στα όριά τους τις επαρχίες. Τον αριθμός των επαρχιών τον αύξησε από 100 σε 120. Με την διαίρεση αυτή απέβλεπε στη δημιουργία μικρότερων ενοτήτων για την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση, που θα διέθεταν λιγότερες πόλεις και εποπτεύονταν καλύτερα.

Θέσπισε την αρχή ότι καθένας είναι προσωπικά υπόχρεος και ότι η κοινωνική θέση μεταβιβάζεται κληρονομικά και εκτείνεται πλέον σε όλους, από τους κολωνούς τους ελεύθερους καλλιεργητές, που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη γη που καλλιεργούν μέχρι την τάξη των προυχόντων των πόλεων, που συγκροτούν τα δημοτικά συμβούλια. Σε δύο μεγάλα σώματα, τη σύγκλητο και τον κλήρο, έδωσε φορολογικές απαλλαγές για τα μέλη τους που ήταν προσωπικές και όχι κληρονομούμενες.

Ανέθεσε στους προύχοντες των πόλεων τον ρόλο των φοροεισπρακτόρων, σε συνεργασία και συμφωνία με τους επαρχιακούς υπαλλήλους της Αυτοκρατορίας.

Θέσπισε, νέους φόρους επαγγελματικούς και ταξικούς, για να αυξήσει τα έσοδα του δημοσίου. Οι νέοι φόροι ήταν ο φόλλις και ο στέφανος στους συγκλητικούς, το στεφανικόν χρυσίον στους βουλευτές των πόλεων και κυρίως το χρυσάργυρον χρηματικός φόρος σε χρυσό στον αστικό πληθυσμό που ασχολείτο με εμπόριο και βιοτεχνία. Ο τελευταίος ήταν δυσβάστακτος γι΄αυτό καταργήθηκε από τον Αυτοκράτορα Αναστάσιο το 498 μ.Χ.

Βελτίωσε το σύστημα της φορολογίας σε είδος που είχε ήδη επιβληθεί επί Διοκλητιανού ( από φόρος σε είδος, σε φόρος είδος και χρήμα). Θέσπισε διατάξεις η γη και η αυτόνομη εξαρτημένη και δουλική ανθρώπινη εργασία, αλλά και η εργατική δύναμη των ζώων να υπολογίζονται βάσει ισοδύναμων και ισότιμων ιδεατών μονάδων,των ζυγών για τη γη και των κεφαλών για τον άνθρωπο και τα ζώα.

Ενήργησε μια γενναία νομισματική μεταρρύθμιση. Το δηνάριο ήταν το κύριο νόμισμα της Ρωμαϊκής οικονομίας. Η ελάττωση του αργύρου που περιείχε επέφερε την υποτίμησή του ως νομίσματος. Το δηνάριο όταν εισήχθη το 211 π.Χ, ήταν ένα σχεδόν πλήρες αργυρό νόμισμα βάρους 4,5 γρ., όμως στο δεύτερο ήμισυ του 3ου αιώνα μ.Χ.. εκόπτετο δηνάριο που περιείχε 2% άργυρο, δηλ. σχεδόν καθόλου.

Ήδη ο Διοκλητιανός το 301μ.Χ. έκοψε νέο χρυσό νόμισμα τον σόλιδο στο 1/60 της λίβρας (5,45 gr) και όρισε την ισοτιμία του στα 1.000 δηνάρια, αλλά κόπηκαν λίγοι σόλιδοι και έτσι η ενέργειά του αυτή δεν είχε επίπτωση στην πραγματική οικονομία.

Ο Κωνσταντίνος το 312 μ.Χ. όρισε το σόλιδο στο 1/72 της λίβρας (4,55 gr) και ίσοδύναμο με 275.000 υποτιμημένα δηνάρια. Θεωρητικά ήταν από καθαρό χρυσό, αλλά η τεχνολογία της εποχής μπορούσε να παράγει χρυσό καθαρότητας 95,8%· ζύγιζε 24 καράτια από τα οποία τα 23 καράτια ήταν χρυσός. Ο Κωνσταντίνος έκοψε μεγάλο αριθμό σελίδων πέτυχε την νομισματική σταθερότητα η οποία διατηρήθηκε χάρις στη μεταρρύθμισή του για τους επόμενους αιώνες (4ο - 11ο).

Στις Εκκλησίες των πόλεων παραχώρησε ατέλειες, αλλά και διάθεση μόνιμων φορολογικών εσόδων, και επιπλέον κατά καιρούς δωρεές.

Αναλυτικότερα η πολιτική του Μ. Κων/νου απέναντι στην Εκκλησία του Χριστού εξελίχθηκε ως εξής.

Όταν ανέλαβε το 306 το αξίωμα του Καίσαρα στη συνέχεια του Αυτοκράτορα (Αύγουστος της Δύσης), υιοθέτησε πολιτική της ανοχής προς τους Χριστιανούς που τηρούσε ο πατέρας του Κωνστάντιος.

Το 311 μ.Χ. ο Γαλέριος ως Αυτοκράτορας, λίγο πριν τον θάνατό του στη Σερδική, με ένα διάταγμα , ανεκάλεσε δημόσια τα μέτρα διωγμού κατά των Χριστιανών, αλλά τους παράγγελνε να τελούν τις συνήθεις λειτουργίες τους έτσι ώστε να μην ενεργούν ενάντια στην δημόσια τάξη και να προσεύχονται υπέρ του Αυτοκράτορα.

Το 312 μ.Χ. όταν ο Κων/νος ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά του Μαξεντίου, και κατά την συνήθεια που είχαν οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες να επιζητούν την “εύνοια” κάποιας θεότητας στους πολέμους και στις μάχες που διεξήγαγον, ο Κων/νος , όπως ο ιστορικός Ευσέβιος μας “βεβαιώνει”, επέλεξε και ανέπεμψε προσευχές και στον Θεό των Χριστιανών, ικετεύοντας και παρακαλώντας τον να του δείξει την εύνοιά του.

 Ο Ευσέβιος γράφει ότι ο ίδιος ο Κων/νος αργότερα του εκμυστηρεύτηκε ότι με “ οπτασίαν ο θεός παρέσχε σταυρόν εκ φωτός εν ουρανώ μεσημβρία και γραφήν παραινούσαν” που έλεγε “τούτο νίκα”.

 Ο Ευσέβιος συνεχίζει στη ιστορία του ότι το ίδιο “σημείο” είδε και στο όνειρό του και απεφάσισε και έφτιαξε την σταυρική σημαία ως το λάβαρο του στρατού του. Παράλληλα έκτοτε είχε “συμπαρακαθήμενους του” τους ιερείς του “Θεού των Χριστιανών”. 

Όταν νικητής του Μαξεντίου εισήλθε θριαμβευτής στη Ρώμη, έκανε προς τον Θεό των Χριστιανών “ευχαριστήρια ευχή” θεωρώντας τον “υπαίτιο της νίκης” του .

Στη συνέχεια διαφοροποιώντας την πολιτική του σταδιακά , επέλεξε να στηριχθεί στην ραγδέως ανερχόμενη και συνεκτική δύναμη του Χριστιανικού κόσμου της Ανατολής, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τον έλεγχό της για τους πολιτικούς του σκοπούς.

Με έκδοση διατάγματος επέστρεψε τις περιουσίες που είχαν αφαιρεθεί από τον Μαξέντιο και επανέφερε τους εξόριστους από τις εξορίες τους στις οικίες τους . Απάλλαξε τους χριστιανούς κληρικούς από κάθε “δημόσιο βάρος”. Έστειλε επιστολή στον ανθύπατο Ανυλιανό με εντολή να επιστρέψει την δημευθείσα περιουσία στην Εκκλησία στην περιοχή της Καρχηδόνας. 

Στον Επίσκοπο της έκανε και χρηματική δωρεά. Παραχώρησε στον Επίσκοπο της Ρώμης το ανάκτορο του Λατερανού και τα κτήματα που ανήκαν σ΄αυτό και διέταξε την ανέγερση ενός ναού στο “Σωτήρα Χριστό” στη Ρώμη.

Επόμενο βήμα στην εξελικτική πορείας διαμόρφωσης της πολιτικής αυτής ήταν η επισημοποίηση της πολιτικής της ανεξιθρησκίας και των θρησκευτικών ελευθεριών, που έγινε με το θεσμοθέτημα το γνωστό ως “Διάταγμα των Μεδιολάνων” . Το διάταγμα αυτό συνεκδόθηκε με τον Λικίνιο το 313 μ.Χ. και απευθύνετο, προς τους διοικητές της Ανατολής, όπου οι διωγμοί συνεχίζοντο. Στην Εκκλησιαστική του Ιστορία ο Ευσέβιος το παραθέτει ολόκληρο (Χ,V, 4-5) .

Αναφέρονται σ΄αυτό μεταξύ άλλων τα εξης.“….Κρίναμε λοιπόν πολύ σωστό και πρέπον να τηρήσουμε τέτοια πολιτική , ώστε σε κανέναν να μην αρνηθούμε την ευκαιρία να αφοσιωθεί είτε στην θρησκεία των Χριστιανών είτε σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία νομίζει ότι του ταιριάζει καλύτερα…..”

Στη συνέχεια, το 314 μ.Χ., ο Κων/νος αναμείχθηκε ενεργά στο εκκλησιαστικό ζήτημα που είχαν ανακινήσει οι δονατιστές τής Β. Αφρικής, προκειμένου να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη στο Δυτικό Τμήμα της Αυτοκρατορίας, που υπήγετο στην εξουσία του. Με δική του αυτοκρατορική πρόσκληση συγκάλεσε σύνοδο Επισκόπων στην Αρελάτη της Γαλατίας.

 Ο Δονατισμός καταδικάστηκε από τη Σύνοδο αυτή. Η ανάμειξη αυτή του Κων/νου έγινε με έξυπνο τρόπο, αφού την παρουσίασε ως ενέργεια επίλυσης κρατικού προβλήματος δημόσιας τάξης και επιβολής της κοινωνικής ειρήνης. Μάλιστα διευκόλυνε το ταξίδι των συνοδικών Επισκόπων και ανέλαβε τα έξοδα τής συνόδου, επισημοποιώντας έτσι το κύρος του θεσμού του Επισκόπου στην κοινωνία.

Όμως, σχετικά με την ενέργεια αυτή του Κων/νου πρέπει να σημειώσουμε και να τονίσουμε εδώ ότι, με αυτήν, γίνεται παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, του Κράτους, για πρώτη φορά από την Πεντηκοστή, που είναι η χρονική στιγμή σύστασης της Εκκλησίας, στην εσωτερική λειτουργία της Εκκλησίας με αποτέλεσμα να δυναμιτίζεται έτσι η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της.

Σημαντική επίσης πολιτική επιτυχία του Κων/νου ήταν το γεγονός ότι, στους κανόνες που συνέταξαν οι συνοδικοί στη σύνοδο της Αρελάτης με τους οποίους ρύθμιζαν προβλήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των κληρικών και τον βίο των χριστιανών περιλαμβάνονταν και οι εξής κανόνες . 

“ Οι στρατιωτικοί μπορούν να υπηρετούν στον ρωμαϊκό στρατό, αρκεί ν’ απέχουν από ειδωλολατρικές τελετές (μυστήρια).” Έδώ πρέπει να σημειωθεί και να τονισθεί ότι οι Ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν τότε στρατός και διεξήγαγε ως επί το πλείστον κατακτητικούς πολέμους. 

Επίσης έγινε δεκτό να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να κατέχουν κρατικά αξιώματα της Αυτοκρατορίας, συμβιβαζόμενα με την χριστιανική διδασκαλία. Την ανάληψη κρατικών αξιωμάτων την απέφευγαν έως τότε οι χριστιανοί, γιατί απαιτούσε υποχρεωτικά θυσία στους επίσημους θεούς της Ρώμης.

Παράλληλα ο Κων/νος προσέφερε μεγάλες χορηγίες στις χριστιανικές Εκκλησίες για την ανέγερση μεγαλύτερων και ψηλότερων “ευκτηρίων οίκων” και με πολλά αφιερώματα λάμπρυνε τους “σεβαστούς χώρους μαρτύρων”.

Επίσης στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι, ως τότε, οι πόροι των πρωτοϊδρυομένων Εκκλησιών προέρχονταν από εκούσιες εισφορές των πιστών των και μεταξύ των Εκκλησιών υπήρχε αλληλοβοήθεια για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες όλων των πτωχών μελών της κοινωνίας των. (Πράξεις των Αποστόλων Κεφ. ΙΑ 28-30, ΛΗ΄ Αποστολικός Κανόνας).

Το 316 μ.Χ. προχώρησε ο Κων/νος σε περαιτέρω επέμβαση στα της διοίκησης της Εκκλησίας και πήρε αποφασιστικά θέση υπέρ του Επισκόπου Καρχηδόνας Καικιλιανού και διέταξε τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους της περιοχής να επιβληθούν δια της βίας στους δονατιστές. Με αποτέλεσμα οι Επίσκοποί τους να εξορισθούν. 

Επισημαίνουμε εδώ ότι για πρώτη φορά η κρατική εξουσία δια της βίας επιβάλει την τήρηση των αποφάσεων εκκλησιαστικών οργάνων, πράξη ολέθρια, και ασυμβίβαστη με την χριστιανική διδασκαλία, που συνεχίστηκε από τους επομένους Αυτοκράτορες, συνέχεια στην ιστορική πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

Το 315μ. Χ. Ο Κων/νος έκοψε νομίσματα που απεικονίζουν την προτομή του και το μονόγραμμα του Χριστού. Την ίδια χρονιά εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε να σημαδεύονται στο πρόσωπο με πυρωμένο σίδερο οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστική εργασία στα μεταλλεία και το 325μ.Χ. άλλο διάταγμα που απαγόρευσε τις αιματηρές μονομαχίες. Οι μονομαχίες στο Κολοσσαίο απαγορεύτηκαν απολύτως το 404 μ.Χ. και οι θηριομαχίες γενικά το 523 μ.Χ.

Το 317 μ.Χ. ανέθεσε στον χριστιανό ρήτορα Λακτάντιο την διαπαιδαγώγηση του υιού του Κρίσπου.

Το 321 μ.Χ. θεσμοθέτησε την επίσημη αργία της Κυριακής και το δικαίωμα κληροδοσίας με διαθήκη περιουσίας προς τις Εκκλησίες.

Επίσης συμπεριφερόμενος φιλάνθρωπα έκανε διανομές χρημάτων, ενδυμάτων και τροφής σε πένητες και φτωχούς, χήρες και ορφανά.

Αντίθετα με την ανωτέρω πολιτική του Κων/νου ο Λικίνιος παρέκλινε από την ορισθείσα με το διάταγμα των Μεδιολάνων πολιτική και επανέλαβε τους διωγμούς κατ΄αρχάς κατά Επισκόπων και στη συνέχεια κατά όλων των μελών της Εκκλησίας.

Το 324 μ.Χ. ο Κων/νος έγινε μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αφού κατανίκησε τον Λικίνιο και καθιέρωσε και τη χριστιανική σημαία, το λάβαρο.

Το 325 μ.Χ. ο Μ. Κων/νος με διάταγμά του συνεκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, για να αντιμετωπιστεί η αρειανική έριδα. Η έριδα αυτή δίχαζε κάθετα και οριζόντια την Εκκλησία, προκαλώντας στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας έναν ιδιόρρυθμο πνευματικό εμφύλιο την εποχή κατά την οποία ο Κων/νος αποκαθιστούσε την πολιτική ενότητα της Αυτοκρατορίας και ήθελε να την διασφαλίσει . Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Έλαβαν μέρος 318 Επίσκοποι. 

Η σύνοδος αυτή εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α΄ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλισής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διακήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα.

Στη ίδια Σύνοδο ορίστηκε ότι ο εορτασμός του Πάσχα να γίνεται ενιαία από όλους τους χριστιανούς την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας.

Ο Ευσέβιος μας περιγράφει ως εξής την είσοδο του Κων/νου στην αίθουσα της συνόδου. “…..με την αρμόζουσα κοσμιότητα πήραν τις θέσεις τους οι συνοδικοί, επικράτησε απόλυτη σιγή σε όλους, καθώς περίμεναν την είσοδο του βασιλιά και μπήκε πρώτα ένας και έπειτα δεύτερος και ύστερα τρίτος από την ακολουθία του βασιλιά. Προηγήθηκαν ύστερα και άλλοι, όχι από τους συνηθισμένους και τους σωματοφύλακές του, αλλά από πιστούς του φίλους. 

Κι αφού σηκώθηκαν όλοι όρθιοι με το σύνθημα που δήλωνε την είσοδο του βασιλιά, πρόβαλε ανάμεσά τους ο ίδιος ο βασιλιάς σαν κάποιος ουράνιος άγγελος του Θεού, απαστράπτοντας με την λαμπρή περιβολή του σαν με φωτοχυσία, κοσμούμενος από το διαυγές φως του χρυσού και των πολυτίμων πετραδίων…και όταν προχώρησε και στάθηκε στην κεφαλή των καθισμάτων, όπου είχε τοποθετηθεί γι΄ αυτόν ένα μικρό ΧΡΥΣΟ κάθισμα, δεν κάθισε παρά αφού έκανε νεύμα και προς τους Επισκόπους...

Έπειτα σηκώθηκε αμέσως ο επίσκοπος που καθόταν πρώτος στη δεξιά σειρά..και απηύθυνε έναν σύντομο λόγο, προσφωνώντας τον βασιλιά και αναπέμποντας ευχαριστήριο ύμνο στον παντοκράτορα Θεό υπέρ αυτού…..”

Ο Κων/νος στη συνέχεια ως Πρόεδρος της συνόδου εκφώνησε λόγο δηλώνοντας ότι “κατήγαγε τις νίκες κατά των εχθρών με την επίνευση και τη βοήθεια του Θεού” και ζήτησε μια κοινή ομόφωνη γνώμη όλων, μια κοινή συμφωνία, επιδιώκοντας την ενότητα της πίστης των Χριστιανών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ειρήνη και η κοινωνική σταθερότητα στην Αυτοκρατορία του.

Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Ο αβάπτιστος αυτοκράτορας ήταν αυτός που όρισε το μέρος της συνόδου, αυτός που προσκάλεσε τους συνοδικούς, αυτός που προέδρευε στη σύνοδο, αυτός παρέμβαινε στις συζητήσεις με τον περίεργο τίτλο “Επίσκοπος των έξω”.

Αν και η όλη του παρουσία και συμπεριφορά του Κων/νου κατά και μετά την σύνοδο δεν ήταν εναρμονισμένη με εκείνη που ο Κύριος μας περιέγραψε για τους έχοντες εξουσία (Μαρκ. Κεφ. Ι 42-45), εντούτοις είναι θετικό από μέρους του ότι καθιέρωσε ως επίσημο θεσμό τις συνόδους των Επισκόπων, που τις είχε απαγορεύσει ο Λικίνιος.

Σημαντικό να επισημανθούν και τα εξής:

Με τους είκοσι κανόνες που θέσπισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ρυθμίζονται θέματα αφορώντα τον τότε κλήρο ώστε να επέλθει ειρήνη και ευρυθμία στη λειτουργία των Εκκλησιών.

Με τον 6ο κανόνα της ενισχύθηκε ο συγκεντρωτισμός στη διοίκηση της Εκκλησίας με την επισφράγιση της δικαιοδοσίας των επισκόπων Ρώμης, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας πέρα από τα διοικητικά όρια των επαρχιών των.

Όφείλουμε έναν σχολιασμό για τον 17ο κανόνα. Διαπιστώνεται σε αυτόν ότι κληρικοί αντίθετα με τις εντολές του Ευαγγελίου δάνειζαν με τόκο χρήματα. Η σύνοδος το καταδικάζει επειδή προκαλείται από την πλεονεξία και επειδή συνιστά αισχροκέρδεια και όρισε να καθαιρείται ο κληρικός που θα διενεργούσε τοκοφόρο δανεισμό.

Ερώτημα: Δεν είναι παράβαση των διατάξεων του ανωτέρω κανόνα σήμερα τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας να εισπράττουν τόκους και μερίσματα από καταθέσεις και μετοχές σε Τράπεζες και κερδοσκοπικές επιχειρήσεις;

Χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε την σημασία του έργου της Συνόδου, ευχής έργον θα ήταν αν η σύνοδος εκείνη παράλληλα με το ζήτημα της ορθοδοξίας ασχολείτο και με το ζήτημα της ορθοπραξίας, που μερικώς μόνο κάλυψε με τον 17ο κανόνα της και μόνο σε ότι αφορά τους κληρικούς.

Βέβαια το φλέγον ζήτημα ήταν τότε η αντιμετώπιση της αρειανής αιρέσεως, όμως εάν ετίθετο και το ζήτημα της ορθοπραξίας στην δράση των Εκκλησιών με το δεδομένο της πρόσφατης απόκτησης ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας και επομένως της μετοχής της Εκκλησίας στη διαδικασία της παραγωγής αγαθών και όχι μόνο της διανομής των, τότε οι μετέχοντες στη σύνοδο Επίσκοποι όφειλαν να δούν την έως τότε παράδοση της Εκκλησίας. 

Όφειλαν να αναλογισθούν ότι με την αυθεντία της διακονίας των Αποστόλων λειτούργησαν οι πρώτες Εκκλησίες. Ότι λειτουργούσαν με βάση τον θεσμό της κοινοκτημοσύνης των αγαθών, που αυτόνομα είχαν θεσμοθετήσει και ο οποίος είχε λειτουργήσει έως την εποχή του διωγμού του Δεκίου όπως προκύπτει από τα γραπτά του μάρτυρα Ιουστίνου (Απολογία Α΄xiv.2) και του πρεσβύτερου Τερτυλλιανού (Apologeticus 39.11). 

Ότι ο θεσμός αυτός μέσα στο καθεστώς των γενικών βίαιων διωγμών είχε αντικατασταθεί με τον θεσμό της ελεημοσύνης και της αλληλοβοήθειας από τους εύπορους Χριστιανούς προς τους ενδεείς και διωκόμενους.

Μετά την έκδοση όμως του διατάγματος των Μεδιολάνων και την νέα ευνοϊκή για την Εκκλησία πολιτική του Μ. Κων/νου, ευχής έργον θα ήταν στη σύνοδο τους αυτή να είχαν δεί οι τότε 318 Πατέρες της Εκκλησίας το ζήτημα της ορθοπραξίας και με κανόνα της Συνόδου να προετρέποντο οι Εκκλησίες προς την διαμόρφωση ανάλογης πρακτικής δράσης προς εκείνη την αυθεντική της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. 

Την κοινωνία αυτή μας έφερνε ως παράδειγμα ο Μέγας Βασίλειος αργότερα με τα λόγια " Ἂς μιμηθοῦμε τὸ πρῶτο σύνταγμα τῶν χριστιανῶν, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὅλα ἦταν σὲ αὐτοὺς κοινά".

Ήδη ως σχετική διαμαρτυρία για την εκτροπή από την ορθοπραξία, είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται αυτόνομα ο θεσμός του ασκητισμού και του κοινοβιακού μοναχισμού με κορυφαίους πρωτοπόρους τον Μέγα Αντώνιο και τον Παχώμιο και όφειλαν τα φαινόμενα αυτά να τους είχαν προβληματίσει. Όμως έχοντας οι Εκκλησίες ως νομικά πρόσωπα πλέον μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούνταν από “κληρικοπάροικους” λειτουργούσαν στα πλαίσια την οργάνωση και τους θεσμούς της δουλοπαροικίας, χριστιανικά απαράδεκτο.

Όπως είναι σήμερα απαράδεκτο χριστιανικά το γεγονός ότι η Εκκλησία μας λειτουργεί στο χώρο της οικονομίας με βάσει τους κανόνες του καπιταλισμού, όπως σαφέστατα προκύπτει από τις διατάξεις των κανονισμών που έχει θεσμοθετήσει η Ιερά Σύνοδος και ιδίως τον υπ΄αριθ. 318 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 121 τεύχος Α΄της 22 Ιουνίου 2020 με αντικείμενο την ρύθμιση των εκμισθώσεων εκποιήσεων και εν γένει διαχειρίσεως της περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μετά το 325 μ.Χ. όλες τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσαν οι Αυτοκράτορες και με διατάγματά των κύρωναν τις αποφάσεις των και επέβαλαν την τήρησή των.

Ο Ευσέβιος ρητά αναφέρει ότι, ο Κων/νος όταν “προέκυπταν ” μεταξύ Επισκόπων κάποιες διαφορές “συγκαλούσε συνόδους των λειτουργών του Θεού, σαν να ήταν κάποιος γενικός τους Επίσκοπος διορισμένος από τον Θεό”. Και καθώς δεν απέφευγε να παραβρίσκεται και να παρακάθεται ανάμεσά τους στις συνεδρίες, γινόταν κοινωνός των συζητουμένων θεμάτων, υπηρετώντας για όλους την ειρήνη του Θεού και έπαιρνε θέση ανάμεσά τους ως ένας από τους πολλούς…..Κι’ έπειτα δείχνοντας την ικανοποίησή του για την κοινή ομόνοια όλων , αποστρεφόταν όμως όσους δεν πειθαρχούσαν. ” Από τότε και στο εξής, με εξαιρέσεις, οι Επίσκοποι της Εκκλησίας εξακολούθησαν να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη εξωτερική λαμπρότητα, όμως άρχισαν να στερούνται σε εσωτερική αγνότητα.

Το επόμενο έτος 326 μ.Χ. έχουμε το τραγικό για την οικογενειακή του ζωή του Κων/νου γεγονός της εκτέλεσης του υιού του Κρίσπου και της γυναίκας του Φαύστας.

Την ίδια χρονιά στη Ρώμη δεν θυσίασε στο Δία σύμφωνα με το έθιμο ως Μέγας Ποντίφικας, αλλά εκδηλώνοντας τις νέες του θρησκευτικές πεποιθήσεις επίσημα έδωσε διαταγή και χτίστηκαν στην πόλη Χριστιανικοί Ναοί με γενναιόδωρη κρατική επιδότηση. Επίσης έκτισε μεγαλοπρεπή ναό στην Αντιόχεια και διέταξε την ανέγερση του ναού του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Η κατασκευή του κράτησε 9 χρόνια και ονομάστηκε ναός της Αναστάσεως. Τέλος στους Τρεβήρους έδωσε εντολή να κτισθεί ναός στη θέση του εκεί αυτοκρατορικού παλατιού.

Τέλος την χρονιά αυτή αποφάσισε την οικοδόμηση νέας Πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας του.

Μετά την σύνοδο της Νικαίας ο Άρειος εξορίστηκε από τον Κων/νο στη Νικομήδεια, αλλά οι εκεί Αρειανοί Επίσκοποι τον δέχτηκαν στην Εκκλησία. Ο Κων/νος τότε οργισμένος εξόρισε στη Γαλατία, όσους Επισκόπους εναντιώνονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, τον δε Άρειο τον εξόρισε στην Ιλλυρία. 

Η έριδα όμως γύρω από την αίρεση του Αρείου εξακολουθούσε και κατά καιρούς έπερνε επικίνδυνες διαστάσεις για την δημοσία τάξη. Το 327 μ.Χ. έγινε σύνοδος Επισκόπων με πλειοψηφία Αρειανών που αποφάσισε την αναίρεση του αφορισμού του Αρείου. 

Την αναίρεση του αφορισμού όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί ο Επίσκοπος Αλέξανδρος της Αλεξάνδρειας και ο διαδεχθείς αυτόν το 328 μ.Χ. ως Επίσκοπος Αλεξανδρείας ο Αθανάσιος.

Ο Κων/νος όμως ενεργούσε με γνώμονα την πολιτική του, που συνίστατο στην επιβολή στους Επισκόπους λύσης ομόγνωμης και ομόδοξης στα δογματικά ζητήματα, που θα του διασφάλιζαν τον τελικό του πολιτικό στόχο που ήταν η επιβολή της ειρήνης και σταθερότητας στην κοινωνία της Αυτοκρατορίας.

Οι τότε Επίσκοποι της Εκκλησίας εξέλαβαν όλες αυτές τις πράξεις του Κων/νου σε μεγάλο βαθμό ως παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας και στο πρόσωπο του Κων/νου το όργανο του Θεού. 

Αυτό προκύπτει και στα όσα γράφει ο Ευσέβιος Καισαρείας στο βιβλίο του “Βίος Μεγάλου Κωνσταντίνου”. “…ότι βουλήσει Θεού Κων/νος έσχε το βασιλεύειν”, “ο Κωνσταντίνος είχε γίνει ο μόνος αγαπητός στον παμβασιλέα Θεό από όλους που ποτέ άσκησαν εξουσία στους Ρωμαίους , έγινε ολοκάθαρο παράδειγμα θεοσεβούς ζωής σε όλους τους ανθρώπους. 

Αυτά τα πιστοποιούσε με καθαρές αποφάσεις ο ίδιος ο Θεός…προβάλλοντας τον άνδρα στο θνητό γένος ως διδάσκαλο θεοσεβούς υποδείγματος…αφού τον κατέστησε ως το μεγαλύτερο αστέρι και τον πιο μεγαλόφωνο κήρυκα της αληθινής θεοσέβειας, σε μόνον αυτόν αποκάλυψε τα εχέγγυα της θεοσέβειάς του με τα κάθε είδους αγαθά που είχε χορηγήσει σ΄ αυτόν…

Αυτός λοιπόν ….αποκαλώντας τον εαυτό του καθαρά δούλο και ομολογώντας ότι είναι υπηρέτης του παμβασιλέα (Θεού), ο Θεός ανταμείβοντας αυτόν ανάλογα τον καθιστά κύριο και δεσπότη και νικητή”.

Ο Κων/νος “με παρρησία διακήρυττε την πίστη στο Θεό του με βασιλικά διατάγματα”.

Έτσι το 334 μ. Χ. συνεκάλεσε σύνοδο Επισκόπων στην Καισάρεια στην οποία ο Αθανάσιος δεν πήγε. Επίσης το 335μ.Χ. στην Τύρο σύνοδο των Επισκόπων της Ανατολής, όπου πέρα από τις δογματικές διαφορές ανεφύησαν και προσωπικές διαφορές μεταξύ των αντιπάλων μερίδων. Οι σύνοδοι αυτοί ήταν άκαρποι.

Ο Κων/νος στη συνέχεια κάλεσε σε ακρόαση τον Αθανάσιο ο οποίος πιστός στο ορθόδοξο δόγμα, και με αποφασιστικό θάρρος αναδείχθηκε ικανός να αντισταθεί στην κοσμική εξουσία υπερασπιζόμενος την αυτονομία της Εκκλησίας. 

Όμως εχθροί του Επίσκοποι τον κατηγόρησαν για πολιτική αντιπολίτευση στον Κων/νο, την οποία δεν μπόρεσε να αντικρούσει με πειστικότητα και ο Κων/νος επεκύρωσε απόφασή των περί καθαιρέσεως του Αθανασίου από Επισκόπου Αλαξανδρείας και τον εξόρισε στους Τρεβήρους της Γαλατίας.

Το 327μ.Χ. η μητέρα του Ελένη, στην οποία είχε δώσει τον τίτλο της Αυγούστας, πραγματοποίησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους όπου ανήγειρε δύο ναούς της Αγίας Αναλήψεως και της Γέννεσης του Σωτήρος. Έκανε ανασκαφή και βρήκε τον Τίμιο Σταυρό.

Το 330 μ.Χ. έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας του Πρωτεύουσας της Κωνσταντινούπολης.

Στη νέα του πρωτεύουσα έδωσε χριστιανικό χαρακτήρα έκτισε ναό επισκοπικό προς τιμήν της “Αγίας Σοφίας” και έναν άλλο αφιερωμένο στην “Αγία Ειρήνη”.

Ο Κων/νος δεν κατασκευασε στην Κωνσταντινούπολη “Ναό του Καπιτωλίου Δία” κατ΄ απομίμηση της Ρώμης. Στην νέα του Πρωτεύουσα ο Κων/νος πλησίον του Ιπποδρόμου ανήγειρε το παλάτιο του μεγαλοπρεπέστατο και ογκωδέστατο με πολλές αίθουσες και βιβλιοθήκες.

Το 337 μ.Χ. ο Κων/νος ασθένησε σοβαρά, ζήτησε και εξομολογήθηκε για τις αμαρτίες του σε Επίσκοπο και στη συνέχεια βαπτίστηκε από τον Επίσκοπο Ευσέβιο της Νικομηδείας. Η βάπτισή του ήταν η συνεπής κατάληξη μιας μακράς εξελεκτικής πορείας προς την Χριστιανική πίστη. 

Ωστόσο πριν ακόμη βαπτισθεί θεωρούσε τον εαυτό του συνθεράποντα των Επισκόπων και διατήρησε ως το τέλος την πεποίθηση ότι “….ότι βουλήσει Θεού έσχε το βασιλεύειν”. 

Με βάση αυτές τις αντιλήψεις και πεποιθήσεις διαμορφώθηκε και θεμελιώθηκε στην πολιτική ζωή, ως απόλυτη αλήθεια, το δόγμα της “ελέω Θεού Βασιλείας”, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε στην πολιτική ζωή μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού.

Πέθανε στις 22 Μαϊου του 337 μ. Χ. Λίγο πριν πεθάνει διέταξε την ανάκληση από την εξορία του Αθανασίου.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε τα κατωτέρω: Η πολιτική του Μ. Κων/νου στα ζητήματα της θρησκείας ήταν μια σταδιακά εξελισσόμενη πλήρης ανατροπή της θρησκευτικής πολιτικής που είχαν ασκήσει έως τότε οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες. 

Αν και μέχρι τον θάνατό διατήρησε το αξίωμα του Μεγάλου Ποντίφικα , γενικού επόπτη της λατρείας όλων των θεοτήτων της Αυτοκρατορίας του, το σημαντικότερο έργο του είναι ότι , εφ΄ενός μεν θεσμοποίησε τον Χριστιανισμό και τον ενέταξε στη κρατική δομή της Αυτοκρατορίας, αφ΄ ετέρου προέβη σε καταλυτικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας. 

Οι πολιτικές αυτές πράξεις του ήταν αποφασιστικές για την μετέπειτα θεσμική εξελικτική διαδικασία καθιέρωσης του Χριστιανισμού, ως της επίσημης επικρατούσης θρησκείας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, από τον Μέγα Θεοδόσιο και την περαιτέρω διαδικασία των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας μέχρι σήμερα.

Νικήτας Αποστόλου

1 σχόλιο:

  1. Πάντα καίριος ο λόγος σου Κύριε Αποστόλου.
    Σε προτρέπω να συνδυάσεις το παρόν κείμενο με τις προηγούμενες αναρτήσεις σου ,σχετικά με τις παρεμβάσεις του
    Ρωμαϊκού κράτους στα εκκλησιαστικά θέματα που θεσμοθετήθηκαν και τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και εφαρμογές ή τις ανακολουθίες με την αποστολική διδασκαλία .Έχεις το θάρρος και μπορείς .Να είσαι πάντα καλά προς ομολογία της εν Χριστώ αληθείας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή