Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

563 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΤΗΣ




ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ


H πολιορκία αρχίζει 

Τον Μάρτιο του 1453 ο στρατός του Μωάμεθ άρχισε τμηματικά να συγκεντρώνεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Στο μεταξύ ο τουρκικός στόλος, αφού κατέλαβε τα Πριγκιποννήσια, περιπολούσε τις ακτές της Προποντίδας ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένα σκάφος για ανεφοδιασμό της Πόλης.

Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ, τηρώντας το ισλαμικό τυπικό, έστειλε στην Πόλη μήνυμα λέγοντας ότι αν του παραδινόταν δεν θα πείραζε τους πολίτες της ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο. H απάντηση ήταν αρνητική και η επίθεση των Τούρκων άρχισε αμέσως.

Τα κανόνια του Ουρβανού προξένησαν σοβαρές ζημιές στα τείχη κοντά στη Χαρίσια πύλη, αλλά τη νύχτα οι πολιορκημένοι μπόρεσαν να τα επισκευάσουν ικανοποιητικά.

Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση κάθε μέρα γκρεμίζοντας μεγάλα τμήματα του εξωτερικού τείχους, που οι πολιορκούμενοι τη νύχτα τα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν. Εξαλλος ο Μωάμεθ διέταξε τον Ουρβανό να φτιάξει αποτελεσματικότερα κανόνια.

Στόλος μπουνταλάδων 

Στο μεταξύ στην Πόλη οι προμήθειες όλο και λιγόστευαν. Το πρωί της Παρασκευής 20 Απριλίου οι σκοποί πάνω στα τείχη προς τη θάλασσα είδαν με αγαλλίαση να πλησιάζουν προς την Προποντίδα τρεις γενοβέζικες γαλέρες που είχε μισθώσει ο πάπας φορτωμένες με όπλα και προμήθειες και ένα μεγάλο βυζαντινό μεταγωγικό με κυβερνήτη τον Φλαντανελά, που είχε σταλεί στη Σικελία για να αγοράσει σιτάρι. Τα πλοία ωστόσο τα είδαν και οι Τούρκοι και αμέσως ο στόλος του Μπαλτόγλου κινήθηκε εναντίον τους.

H ναυμαχία ήταν σίγουρα άνιση. Αλλά οι Γενουάτες και οι Ελληνες ήταν καλύτεροι ναυτικοί από τους Τούρκους και τα πλοία τους πολύ περισσότερο ευέλικτα. Τα τουρκικά πλοία συγκρούονταν μεταξύ τους σπάζοντας τα κουπιά τους. Τελικά, μόλις έπεσε το σούρουπο, τα τέσσερα σωτήρια πλοία γλίστρησαν μέσα στην ασφάλεια του Κερατίου Κόλπου.

Ηταν μια μεγάλη και εμψυχωτική νίκη. Παρά τις απώλειές τους σε έμψυχο υλικό, τα τέσσερα πλοία, εκτός από τις προμήθειες, πρόσθεσαν και μερικούς άνδρες στους υπερασπιστές της Πόλης.

Ο Μωάμεθ όμως εξοργίστηκε πολύ με το πάθημα του στόλου του. Ο άμοιρος Μπαλτόγλου μόλις που γλίτωσε το κεφάλι του, έχασε όμως όχι μόνο τον τίτλο του ναυάρχου αλλά και όλη του την περιουσία.

Πλοία στη στεριά

H αποτυχία αυτή έκανε τον Μωάμεθ να αναζητήσει τρόπο για να εισχωρήσει στον Κεράτιο Κόλπο. Και αφού δεν μπορούσε να σπάσει το φράγμα, ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης. Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεσή του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο.

Στις 22 Απριλίου οι Βυζαντινοί βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος. H απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε. H εκδίωξη του τουρκικού στόλου από τον Κεράτιο ήταν πλέον αδύνατη.

Ωστόσο ο Μωάμεθ εξακολουθούσε να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πεζικό του παρά στον στόλο του. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντάθηκαν ακόμη περισσότερο. Αλλά η Πόλη άντεχε και ο Σουλτάνος προβληματιζόταν. Ο χαλίφης Χαλίλ Τσανταρλί, τον οποίο ο Μωάμεθ είχε κρατήσει στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη παρ' όλο που δεν τον συμπαθούσε, πρότεινε να λύσουν την πολιορκία. Αλλά ο Μωάμεθ προτίμησε την πρόταση σέρβων μηχανικών που υπηρετούσαν στο στράτευμά του, να δοκιμάσουν να μπουν στην Πόλη σκάβοντας υπόγειες σήραγγες. Τότε άρχισε μια άλλου είδους μάχη: οι Τούρκοι έσκαβαν λαγούμια απ' έξω προς τα μέσα και οι υπερασπιστές της Πόλης τα εντόπιζαν και απέκρουαν τους επίδοξους εισβολείς.

Ο Μάιος μπήκε μουντός και βροχερός. H θλιβερή εικόνα της Πόλης γινόταν φρικιαστική με τις προειδοποιήσεις των καλογήρων που περιφέρονταν στους δρόμους φωνάζοντας ότι η καταστροφή επέρχεται εξαιτίας της Ενωσης. Τα παλιά πάθη αναζωπυρώθηκαν: οι Ενετοί μάλωναν με τους Γενουάτες, οι Ελληνες με τους Λατίνους, οι ενωτικοί με τους ανθενωτικούς. Και όλοι μαζί ήλπιζαν στο θαύμα.

Εάλω η Πόλις

Ο Μωάμεθ αποφάσισε να εξαπολύσει την τελική επίθεση στις 29 Μαΐου. Εξι ημέρες πριν, στις 23 Μαΐου, ο σουλτάνος είχε ζητήσει και πάλι από τον αυτοκράτορα να του παραδώσει την Πόλη και ο Κωνσταντίνος απάντησε με τα λόγια που έχει καταγράψει ο Φραντζής: «Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν εστιν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφιά τους και λειτούργησαν από κοινού μπροστά σε ένα ποίμνιο ενωμένο για πρώτη και τελευταία φορά.

H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. Ο Κωνσταντίνος τον παρακάλεσε να μη φύγει, μα φαίνεται ότι αυτός την τελευταία στιγμή δείλιασε. Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.

Με το ξημέρωμα ο Μωάμεθ έριξε στη μάχη τους γενιτσάρους του. Τα κανόνια είχαν προξενήσει ένα μεγάλο άνοιγμα στα εξωτερικά τείχη και, όπως λέγεται, μέσα από την πόλη δεν είχαν κλείσει καλά μια μικρή και από χρόνια αχρησιμοποίητη πύλη, την Κερκόπορτα. Τα στίφη των Τούρκων εισόρμησαν και ξεχύθηκαν στα σπλάχνα της Βασιλεύουσας, η οποία παραδόθηκε σε αδυσώπητη λεηλασία, σφαγή και υποδούλωση. Εάλω η Πόλις!

Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Σαν φόρο τιμής στην επέτειο της Αλώσεως της 
Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και σαν έκφραση της προσδοκίας για την επανάκτησή της, δημοσιεύαμε κάθε χρονιά σαν σήμερα το ποίημα του Γ. Βολουδάκη "Η βασιλεύουσα πόλις επιστρέφει εκ νεκρών".

Όπως είχε πεί  ο ίδιος, το ποίημα γράφτηκε αρχικά στα Αγγλικά και κατόπιν μεταφέρθηκε στην Ελληνική από τον ίδιο. Είναι αφιερωμένο στην άλωση της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και στην μνήμη του πατριώτη του Κώστα Ηλιάκη. 

Γράφτηκε την χρονιά που έπεσε ο ίκαρός μας, στα νερά της Καρπάθου, έξι μέρες μετά για να συμπέσει με την επέτειο της αλώσεως. Ο ήρωας πιλότος μας, αναφέρεται αναπάντεχα στο τέλος του ποιήματος...

Για πρώτη φορά θα δημοσιεύσουμε το πρωτότυπο στα αγγλικά, και στη συνέχεια την μετάφρασή του που είναι ήδη γνωστή.
Η έλευση του Βλαντιμίρ Πούτιν δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε την επανάκτηση της πόλις σαν μια πραγματικότητα που πρέπει να διεθνοποιηθεί! 


ROYAL CITY’S RETURN FROM THE DEAD                                                                                                                                                                                           
 The night is whispering over the clouds                                                     

its foggy threats and screams and shouts                                                    

moving the Universe’s Rule                                                   

“With battle bloods fill up the pool”.                                                               

I climbed to my sad eyes and saw                                                                 

a sword that’s called “The Heaven’s Law”.                                                    

The sword fell down in to the City                                                              

a killing rage without a pity.                                                                      

I saw them run, their life to save                                                               

but they wore running to their grave.                                                               

The City turned into a sea                                                                              

corpses and blood up to my knees.                                                               

A sadden voice came out of sight                                                                

“Turn to the right and stop the fight                                                                   

find the chosen John the King                                                                    

he rises to rule with Justice Ring”.                                                                

All my existence stepped in fear                                                                            

I saw a plane landed to appear                                                                            

and close to me came from the plane                                                                     

a quiet face without his pain                                                                     

I heard astonished his deep voice                                                                          

“This is written for the Romans choice.                                                          

Take back the City that was lost”                                                              

shouted the marble pilot’s ghost.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            
29 / 5 / 2006        G. E. Voloudakis.


Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ ΠΟΛΙΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ



Ἡ νύχτα ψιθυρίζει πάνω ἀπ’ τὰ σύννεφα                                                       

τὶς ὁμιχλώδεις ἀπειλὲς της, τὶς κραυγὲς καὶ 

τὶς φωνὲς                                        

κινῶντας τὴν Τάξη τοῦ Σύμπαντος                                                                 

«μὲ αἷμα μάχης γεμίστε τὴ λίμνη».                                                                

Ἀναρριχήθηκα στὰ θλιμμένα μάτια μου καὶ εἶδα                                         

ἕνα ξίφος πού εἶχε ὄνομα «Οὐράνιος Νόμος».                                                      

Τὸ ξίφος ἔπεσε πάνω στὴν Πόλη                                                                           

φονικὴ μανία χωρὶς οἶκτο.                                                                                     

Εἶδα νὰ τρέχουν νὰ σωθοῦν                                                                             

ἀλλὰ ἔτρεχαν πρὸς τὸν τάφο τους.                                                                

Ἡ Πόλη μετατράπηκε σὲ θάλασσα ἀπὸ πτώματα                                        

καὶ τὸ αἷμα ἔφτανε ὥς τὰ γόνατα.                                                                             

Μιὰ ξαφνικὴ φωνὴ ἀπτὸ ἀθέατο εἶπε :                                                          

«Σταματήστε τὴ μάχη καὶ στραφεῖτε                                                             

πρὸς τὰ δεξιὰ τῆς Πόλης καὶ θὰ βρεῖτε                                                              

΄Ιωάννη τὸν ἐκλεκτὸ βασιλέα πού ἔρχεται                                                      

νὰ κυβερνἠσει μὲ τὸ σκῆπτρο τῆς Δικαιοσύνης».                                      

Kαθώς ὅλη μου  ὕπαρξη βάδιζε μέσα στὸ φόβο                                         

εἶδα ἕνα προσγειωμένο ἀεροσκάφος νὰ ἐμφανίζεται                                   

κι ἀπαὐτὸ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος μου                                                     

μιὰ ἥρεμη μορφὴ ἔξω ἀπ΄ τὸν πόνο της                                                           

κι ἄκουσα ἔκπληκτος τὴν βαθειὰ φωνὴ :                                                        

«Αὐτὴ εἶναι τῆς Ρωμαιοσύνης  γραμμένη ὥρα.                                           

Πάρτε πίσω τὴν χαμένη Πόλη»                                                                         

Φώναξε ἡ ψυχὴ τοῦ μαρμαρωμένου πιλότου.


   
 Γιῶργος Ε. Βολουδάκης                       29/5/2006




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου