Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020

ΑΠΩΛΕΙΑ,, ΣΑΝ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΝΙΚΗ!


ΔΡΑΠΕΤΕΣ




Θέλησε να ξοδευτεί με τον δικό του ρυθμό/ 
Από παιδί μισούσε τα ρολόγια./
 Προτιμούσε να μετρά τις στιγμές με την αναπνοή του/ 
Ήταν καλύτερα έτσι/ 

Κι όταν οι καταστάσεις τον στρίμωχναν άγρια/ 
επέστρεφε στη γέρικη μουριά/ 
Εκείνη στον θλιβερό ακάλυπτο/

 Τα δέντρα δεν μιλούν/ μα νιώθουν τα πάντα/ 
Επέμενε πως το σώμα της είχε καταπιεί τα κάγκελα/ 
Τα χώνεψε για τα καλά/ 
Σίδερο σκουριά και χλωροφύλλη αγκαλιασμένα/ 
Κι αντίο φυλακή/ Μια στιγμιαία νίκη της ζωής/ 

Πριν το σπασμένο σώμα ρίξει αυλαία/ 
Ο θρύλος λέει πως δεν έγιναν οι πρέπουσες τελετές/
 Καμιά κηδεία/ Τα κομμάτια σάπιζαν άθαφτα στην άσφαλτο/ 

Κάτι παιδιά μόνο χάραξαν επάνω τους κατάδεσμους/ 
Σε αρχαίες νεκρές γλώσσες/ Για να μην τους ξορκίσει κανείς/ Αυτός έλειπε/ Μόνο τα πουλιά την έκλαψαν/ 
Κι ας έμειναν άστεγα/ 

Διασώθηκαν μόνο κάτι σκόρπιες εικόνες/ 
Που με το μέτρημα των αναπνοών θόλωναν μέσα του/ 
Τις ξέβραζε με κάθε εφιάλτη/
 Τότε στις κόγχες του βλάσταιναν και πάλι τα κλαδιά της/ 
Και η σκιά τους πρόσφερε πυρετική θαλπωρή στους λίγους επιζώντες/
 
Δεν ξεκουραζόταν ποτέ/ Έκανε υπομονή για τον Μεγάλο Ύπνο/
 Κι όσο αυτός αργούσε/ έπρεπε κάπως να ξοδευτεί/
 Άλλοτε έτρεχε σα φωτόνιο κι άλλοτε έμενε αδρανής σα ψόφια μύγα/ 

Περφεξιονισμού και Απραξίας γωνία, μόνιμος κάτοικος/ =
Αυτό τον έκανε αθεράπευτα συναισθηματικό/
 Με έναν άσχημο τρόπο/ αποκλειστικά ιδιόκτητο/ 

Κάποτε ο δάσκαλος τούς μίλησε για τα νεκροτομεία/ 
Οι περιγραφές του με κάθε λεπτομέρεια/ Δεν τσιγκουνεύτηκε λέξη/ Ήταν όλοι τους στο προαύλιο/ Μάης γλυκός/ 

Το άρωμα από τις πασχαλιές σκαρφάλωνε ανεμπόδιστα μέσα τους/ Ένιωσε ερωτευμένος με τα πάντα/ 
Τα κορίτσια ας περίμεναν τη σειρά τους/ 
Και τότε είδε όλη την αλήθεια/ 

Είδε τις πασχαλιές να ξεκορμίζουν μέσα από τα σωθικά των πεθαμένων/ 
Να ξεπηδούν από ανοιγμένα μπλαβιά στόματα/ 
Ανθοί και αίμα να σμίγουν με τρυφερότητα/ Αδέξια και αθώα/ Φτιάχνοντας συμπλέγματα από θάνατο και ζωή/ 

Ο ήλιος τού χάιδεψε άγρια το σβέρκο/
 Κι αυτό κάπως τον συνέφερε από τη ζάλη/ Το ήξερε ήδη/
 Οι στιγμές είναι τα πάντα/ Τα χρόνια όμως κρεμάλα/ 
Μια τρίαινα από φουσκωμένες φλέβες/
 άραζε μόνιμα στο μέτωπο του/ 

Όταν συγκεντρωνόταν πολύ/ 
μπορούσε να ακούσει το αίμα του να φέρνει βόλτες μέσα τους/ «Θα κάνουν μπαμ κάποια μέρα να το ξέρεις.
 Και μετά τι;», του ‘λεγε/ «Μετά τίποτα. Όπως πάντα», απαντούσε/

Γέλαγαν και οι δύο μέχρι να τους τυλίξει άγαρμπα η κούραση/ 
Το παράλογο ήταν το φόρτε τους/ 
Βούλιαζαν χαμογελαστοί σε ωκεανούς συναισθημάτων/
 δεν τους ενδιέφερε καμία σανίδα λογικής για να σωθούν/ 
Της άρεσε να μιλάνε για τους εφιάλτες του/ 

Κάθε του λέξη έκανε τον πόθο της για αυτόν εντονότερο/ Απολάμβανε λαίμαργα κάθε λεπτομέρεια/ 
Κι έπαιρνε μολύβια και χρώματα και τους ζωγράφιζε/ 
Αυτός χάζευε τα ακροδάχτυλα της/ 
Έπειτα/ με όλη τους της τρυφερότητα/ 
τοποθετούσαν κάθε έργο της πάνω από το βρόμικο στρώμα/ 

Τα δικά τους εικονίσματα/ Κάτω από αυτά έκαναν πάντα έρωτα/ 
Κι όταν τα πάντα έγιναν τίποτα/ έκανε πηδάλι και εξαφανίστηκε/ μέχρι να δραπετεύσει από τον εαυτό της/ 

Το ίδιο έκανε και αυτός/ Με τον δικό του τρόπο/ 
Τι άλλο να έκαναν δηλαδή;/ Δεν είχαν ιδέα πόσο ταίριαζαν/
 Δεν θα το μάθουν ποτέ/ Ανέβηκε στη μηχανή/ 
Κάτω από τα πόδια του ένιωσε τα σπλάχνα της ζωντανά/ 
Να συντονίζονται στον ίδιο ρυθμό με τα δικά του/ 
Να γίνονται ένα/ Σάρκα και μέταλλο/ 
Θυμήθηκε τις πασχαλιές στην αυλή/ Την μουριά και τη σκιά της/ 

Τα νεκροτομεία και τους εφιάλτες/

 Ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο σκαρφάλωσε στα χείλη του/ 
Ένιωσε τη ζωή σαν έντομο στη γροθιά του/
 Από τις άσπρες κλειδώσεις γλιστρούσε τρομαγμένα το φως/
 Τα δάχτυλα χαλάρωσαν/ Η ζωή δραπέτευσε/ Ένιωσε ελεύθερος/ 
Ή έτσι νόμιζε/ Δεν είχε σημασία πια.


Γ.Κ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου