Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΡΩΜΑΙΪΚΗ ΨΥΧΗ!


 
ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ



Κι ενώ ο Κιουταχής είχε πάρει το Μεσολόγγι, η Ρούμελη είχε χαθεί κι η επανάσταση κινδύνευε να πεθάνει...


Στις 16 του Μάη 1826, έφτασε η φρουρά του Μεσολογγίου στ' Ανάπλι. Βροντάνε τα κανόνια στην Μπεζιριάν και παρακάτω στο Ιτς Καλέ της Ακροναυπλίας για να την χαιρετήσουν κι ο λαός τρέχει από παντού να δει και να καμαρώσει τα κοσμοξάκουστα παλλικάρια.

 Σαν μπαίνανε στ' Ανάπλι«δάκρυα χαράς και θαυμασμός μέγας εκυρίευσεν τον κόσμο οπου παρατηρούσαν την μορφή της Φρουράς και την μορφή των σωθέντων γερόντων» Ισαμε τότες, η φρουρά ήταν μονοιασμένη. 

Λίγες όμως μέρες ζωής στο χωνευτήρι τ' Αναπλιού φτάσαν, για να ξεχάσουν την μεγάλη ώρα που ζήσαν στο Μεσολόγγι. Οι πολιτικάντηδες δεν άργησαν να κάνουν την δουλειά τους, βάζοντας λόγια ανάμεσά τους να τους διχάσουν κι έτσι πιο εύκολα να βρουν στήριγμα σ' αυτούς. 

Και δεν στάθηκε δύσκολο να τα καταφέρουν, γιατί ποτές οι Σουλιωτες κι οι Ρουμελιωτες καπεταναίοι δεν τα πήγαιναν καλά. Σπάζουν λοιπόν την ένωση που είχαν κάνει και χωρίζουνται στα δυό.

Την πρώτη τούτη διαίρεση την ακολουθά μια άλλη. Οι καινούργιοι μικροκαπεταναίοι, όσοι αναδείχτηκαν πολεμώντας, θένε να χωρίσουν τα τσανάκια τους από τους παλιούς και ν' αποχτήσουν ανεξαρτησία. 

Οι απλοί πάλι αγωνιστές δεν εμπιστεύονται πια κανέναν, γιατί βλέπουν πως όλοι τους κοροΙδεύουν, και βγάζουν μια επιτροπή και ζητούν από τη Διοίκηση να δώσει σε αυτούς και όχι στους καπεταναίους οτι έχουνε να παίρνουν. 

Και το χειρότερο στέκεται πως κανείς δεν θέλει να βγει απο τ' Ανάπλι, γιατί ξέρουν πως μονάχα αυτού, σιμά στην Διοίκηση, μπορούσε να περάσει ο λόγος τους και κάτι να πετύχουν.

...Μπήκαν λοιπόν σε μεγάλη υποψία οι Ρουμελιώτες, που είχαν μυριστεί πως κάτι γύρευαν να τους σκαρώσουν οι νησιώτες κι οι Μοραΐτες πολιτικάντηδες και κοτζαμπάσηδες, με τις ευλογίες του αγγλόφιλου κόμματος. 

Να τι γράφει ο Κασομούλης: «Αφ' ής η ώρας εφθάσαμεν εις Ναύπλιον, ομιλούντες με τους Ρουμελιωτας πολιτικούς μας, μας έλεγον οτι κάτι τρέχει, κάτι τι γίνεται. 

Οτι θέλουν μερικοί προυχοντες Πελοποννήσιοι να κάμουν συμβιβασμόν με τον Τούρκον, να γίνει ο Μοριάς Βλαχέμπεϊλίκι, και η Ρούμελη να μένη έξω. Οτι τούτο το κρυφοοργανίζουν με τας ξένας αυλάς. Ότι μερικοί έχουν ανταπόκρισιν με πολλούς εξωτερικούς»

Οι Ρουμελιώτες για να ασφαλιστούν, πιάνουν το Παλαμήδι και στις 11 του Ιούνη 1826, υπογράφουν ένα πραχτικό, όπου μ' αυτό φτιάνανε μια Αδελφότητα για να φροντίζει δια το συμφέρον και τα δίκαια των Ρουμελιωτών. 

Απειλούσαν οτι αν μείνουνε έξω από την συνθήκη, που υποτίθεται οτι θα έκανε ηγεμονία την Πελοπόννησο σε συμβιβασμό με τους Τούρκους, αυτοί θα μείνουνε χωρίς πατρίδα, και γι' αυτό κατέλαβαν το Παλαμήδι. 

Αν δεν το πετύχαιναν, θα έβαζαν φωτιά στις μπαρουταποθήκες κι ας μη μείνει λιθάρι στο λιθάρι και τότες θένε χαράτσια να πληρώνουν στους Τούρκους ας τα πληρώνουνε. Ας το κάνουν λίγο μας μέλλει... έλεγαν. 

Καλό ή κακό θα βγεί δεν το λογαριάζανε. Φτάνει να πουν μια μέρα γι' αυτούς, πως μερικοί Ρουμελιώτες πάσχισαν για τον τόπο τους, μα δεν τα κατάφεραν.

Κι ενώ ο Κιουταχής είχε πάρει το Μεσολόγγι, η Ρούμελη είχε χαθεί κι η επανάσταση κινδύνευε να πεθάνει...

... Οι πολιτικάντηδες που συδαύλισαν όλη αυτη την ανακατωσουρα, τα χάνουν τώρα μπροστά στις τόσες απαιτήσεις και γυρεύουν όλοι τώρα να τους ξεφορτωθούν. Φωνάζει ο Ζαΐμης τους Σουλιωτες και τους παρακινεί να δώσουν το καλό παράδειγμα βγαίνοντας από τ' Ανάπλι.

-Ας βγούν πρώτα οι Ρουμελιώτες κι ύστερα βγαίνουμε κι εμείς, απαντάνε.
-Τ' αποφασίζετε αυτό; τους απαντά ο Ζαΐμης.
-Ναι του αποκρίνεται ο Λάμπρος Βέικος.

Μηνάνε τότες στους Ρουμελιωτες της Αδελφότητας να κατέβουν από το Παλαμήδι να συνενοηθούν. Στέλνουν αντιπρόσωπό τους τον Κασομούλη. Ο Ζαΐμης του λέγει τα ίδια όσα είπε και στους Σουλιωτες.

-Εμείς κύριε Πρόεδρε, του απαντά ο Κασομούλης είμαστε κατώτεροι αξιωματικοί. Είν' όμως άλλοι ανώτεροι και με μεγαλύτερο σέβας. Ας δώσουν αυτοί το παράδειγμα και εμείς είμαστε έτοιμοι.

Θυμώνει ο Λάμπρος Βέικος:

-Εσείς πρέπει να βγείτε πρώτα, που τώρα μας ξεφυτρώσατε καινούργια τζιτζέκια(λουλούδια).

-Οχι του κάνει ο Κασομούλης, θα βγείτε εσείς όπου θαρρείτε τον εαυτό σας μεγαλύτερο. Εμάς ποιός μας λογαριάζει;

-Μα τον Θεό Κασομούλη, να μαζευτείτε λιγάκι, γιατί θα μας πάρει ο διάβολος εδώ μέσα!

-Να η λάκκα (πλατεία), κάνετε την αρχή να δείτε το τέλος σας!

Η κυβέρνηση μη μπροώντας πια να επιβληθεί σε κανέναν, το σκάζει στις 15 Ιούνη κρυφά από την πολιτεία, και μπαίνει για πιότερη ασφάλεια στο Μπούρτζι, το μικρό οχυρωμένο νηασάκι στον κόρφο τ' Αναπλιού. 

Επειτα από δύο ημέρες φτάνει στ' Ανάπλι ο Καραϊσκάκης. Όλοι τρέχουν να τον δουν κι αυτός που είχε μάθει το πραχτικό που φτιάσαν μυστικά οι Ρουμελιώτες, γυρεύει να του το φέρουν να το υπογράψει. 

Δεν απέμεινε τόπος, γέμισε από τις υπογραφές το χαρτί του λένε, όπως οι μικροκαπεταναίοι δεν ήθελαν ως τότες να μπούν επίσημοι στην Αδελφότητά τους. Δεν πειράζει τους αποκρίνεται. Μιας γραμμούλας τόπος θα βρεθεί. Τελευταίος να υπογράψω και νά 'μαι ο μικρότερος αδελφός σας εγώ.

Κι ενώ ο Κιουταχής είχε πάρει το Μεσολόγγι, η Ρούμελη είχε χαθεί κι η επανάσταση κινδύνευε να πεθάνει...

Στις 20 Ιούνη βγαίνει διαταγή να μαζευτούν στο Βουλευτικό, στο τούρκικο τζαμί, οι αρχηγοί απ' όλα τα σωματα να διορίσουν κοινή φρουρά στο Παλαμήδι από νησιώτες, Σουλιωτες, Ρουμελιωτες κι Ηπειρώτες. Οι Σουλιώτες γυρεύουν στο πραχτικό που θα υπόγραφαν, να μπουν πριν απ' όλους οι Ηπειρώτες κι έπειτα οι Ρουμελιωτες. 

Θυμώνει ο Γιαννάκης Σουλτάνης, αρπάζει το χαρτί και σχίζοντάς το κομματάκια, φωνάζει:

-Να χέσω εκείνους όπου θα βάλουν εμπροστά τους Ηπειρώτες! Χωρισμένοι είμαστε, τίποτις δεν έχουμε ανάμεσά μας!

Φέρνουν όλοι ευτύς τα χέρια στα μαχαίρια. 
Σηκώνεται ο Γαλάνης Μεγαπάνος και λέει πως είναι τρόπος να γίνει έτσι το πραχτικό, που να φανούν όλοι ίσοι. Τον σιμώνει όμως θυμωμένος ο Νότης Μπότσαρης και του φωνάζει:

-Ε ωρέ Γαλάνη, γιέ του κυρ Πάνου, δεν σε βάζω μπροστά εσένα, γιατί άμα πήρα το ντουφέκι εγώ, εσύ ήσουν ραγιάς και μ' ακολουθούσες.

Αγριεύει ο Θοδωράκης Γρίβας κι αποκρίνεται στον Νότη:
-Όταν αυτός ήταν ραγιάς ωρέ Νότη, εσύ κουβαλούσες κοπριές στους Κορφούς. Πάμε ωρέ να φύγουμε κι ανάθεμα όποιος Ρουμελιωτης σμίξει πια μ' αυτούς.

Οι Ρουμελιωτες μικροκαπεταναίοι, λυσσαμένοι από τον θυμό τους, τρέχουν και βρίσκουν τον Καραϊσκάκη που δεν είχε πάει σε τούτη την μάζωξη και του λένε:

-Σ' αφιερώνουμε όλα τα δίκαιά μας, να φροντίσεις για τη σωτηρία της πατριδας μας της Ρούμελης και τη δικιά μας. 
-Επειδή τους αποκρινεται με βάλατε σε μεγάλο βάρος, να μου δώσετε κι εναν βοηθό.
-Διάλεξε του λένε.
-Να μ' αφήσετε τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο.

Ο Καραϊσκάκης, αφού έμπασε δυναμη στο Παλαμήδι να τ' ασφαλίσει να μείνει στα χέρια των Ρουμελιωτών, καταπιάνεται με θαυμαστή δραστηριότητα κι ας ήτανε βαριά άρρωστος, να φέρει σε τέλος το γενικό του σχέδιο. 

Αυτός δεν ήρθε στ' Ανάπλι για να γίνει αρχηγός ενός τοπικού κόμματος ούτε για ν' ανάψει ένα καινούργιο εμφύλιο πόλεμο. Καταλαβαίνει πως φυλάγοντας τις πέτρες του Παλαμηδιού δε σώζεται η Ρούμελη.

Για να μη μείνει όξω από συμβιβαστική συνθήκη, πρέπει να κρατηθεί η Αθήνα και να ξαναπάρει τ' άρματα η Στερεά Ελλαδα. Ο κινδυνος στέκεται τρανός για όλους. 

Λίγο ακόμα κι η επανάσταση σβήνει. Μονάχα αν τα ταιριάζανε κι ενωθούνε Ρουμελιωτες, Σουλιώτες, Μωραΐτες υπάρχει κάποια ελπίδα. 

Στέλνει γράμμα λοιπον στον Κολοκοτρώνη και του μηνάει ν' ανταμώσουν. 


ΚΑΛΩΣ ΑΝΤΑΜΩΘΗΚΑΜΕ


Μόλις ο Κολοκοτρώνης πήρε το γράμμα, φεύγει για το Αργος και τους μηνάει στ' Ανάπλι οτι τους καρτερά. Αμέσως ξεκινά σ' αντάμωσή του ο Καραισκάκης με τον Κίτσο Τζαβέλα κι άλλους μικρότερους καπεταναίους. Αφού χαιρετήθηκαν στρώνουν τραπέζι στο περιβόλι του Δεσύλα, να φάνε και να πιούνε. Πίνοντας ξυπνάνε τα μεράκια κι αρχίζουν το παλιό κλέφτικο τραγουδι.


Βαριά αναστενάζει ο Γέρος του Μοριά και δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του.
-Κόφτε το τραγούδι φωνάζει.
Τι έχεις; τον ρωτάνε απορημένοι.

-Δεν είμαστε για γλέντια απαντά, μα για κλάματα μπροστά στα τόσα δεινά της πατριδας. Τον έφερα εδώ τον Καραϊσκακη, για να κοιτάξουμε πως θα βρούμε γιατριά. Πάμε να κουβεντιάσουμε του λέει.

-Με συμβουλεύανε να φέρω τα Ρουμελιώτικα ασκέρια του ξομολογιέται ο Καραϊσκάκης, να πλιατσικολογίσουμε τον Μοριά. Αν ακούσεις από κανέναν τίποτα, μη βάλεις βάση σε τέτοια κεραταριά. Μονάχα αν ενωθούμε σώνεται η πατρίδα.

-Το ξέρω, του απαντά ο Κολοκοτρώνης. Εσύ κι άλλος κανείς εμπορεί να σηκωσει στ' αρματα πάλι την Ρούμελη. Θα σου δώσω για τούτο τον σκοπό τον Γενναίο μου και τον Νικηταρά.
Τινάζονται πάνω ο Μοριάς κι η Ρούμελη, αγκαλιάζονται και φιλιούνται κι ορκίζουνται νά 'ναι για πάντα ενωμένοι.

Τούτη η συνάντηση δεν καλάρεσε ούτε στους πολιτικάντηδες, μα ούτε στον Θοδωράκη Γρίβα, που τάχε χαλασμένα με τον Γέρο του Μορια από τότες που παντρευτηκε την χήρα του γιού του Πάνου, που σκοτώθηκε στον εμφύλιο πόλεμο, κόρη της Μπουμπουλίνας. 

Ελεγε πως ο Κολοκοτρώνης κράτησε τα γιορντάνια, τις πέτρες, τα χρυσοΰφαντα πανικά απο τις Ίντιες, τα δαχτυλίδια και τις γούνες, πλιάτσικα που η Μπουμπουλίνα πήρε από τις χανούμισες της Τριπολιτσάς. 

Οι Παλαμηδιώτες λοιπόν, οδηγημένοι από τον Γρίβα, δε δέχονται τούτη την συμφωνία, πού 'χε σκοπό να ενώσει τ' άρματα ενάντια στους πολιτικάντηδες, τους μαχαιράδες ενάντια στους καλαμαράδες, όπως έλεγε τότες ο λαός.

ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΓΓΕΛΟΣ

Εν τω μεταξύ οι πρόκριτοι στα 2 ναυτικα νησιά, στην Υδρα και τις Σπετσες κατατρομαγμένοι πως ήρθε η σειρά τους, έπειτα από την καταστροφή των Ψαρρων, ετοιμάζονται να φύγουν για τα Ιονια νησιά παίρνοντας μαζί τους τα καράβια τους κι όλα τα καλά τους. Ξεσηκώνεται ο λαος και τους εμποδίζει.

Κι ενώ ο Κιουταχής είχε πάρει το Μεσολόγγι, η Ρούμελη είχε χαθεί κι η επανάσταση κινδύνευε να πεθάνει...

Και μέσα σε τουτο το πέσιμο και το κατάντημα, ένας χτικιάρης, που πολλές φορές δεν μπορεί καν να σύρει τα πόδια του από την αδυναμία του, γυρεύει να τον κάνουν αρχιστράτηγο της προσκυνημένης Ρούμελης.

-Δώστε μου την αρχηγία, λέει σ’ όλους και μη μου δώσετε τίποτα άλλο. Ο κόσμος στον πλάτανο της πλατείας τ’ Αναπλιού, αρχίζει να μουρμουρίζει και να λέει πως ο μόνος άξιος να πάρει την αρχηγία της Ρούμελης ήταν ο Καραϊσκάκης. 

Η κυβέρνηση όμως κάνει πως δεν ακούει όλ’ αυτά. Και τότες ο Καραϊσκάκης σκαρφίζεται να μεταχειριστεί εξόν από την παράκληση και τη φοβέρα.

Μια μέρα όπου βρισκόντουσαν μαζεμένοι στο σπίτι του κάμποσοι καπεταναίοι και κουβέντιαζαν, ξαφνικά λέει:

-Κάνουμε ωρέ μια δουλειά;
-Τι δουλειά; τον ρωτάνε.

-Να μπούμε ένας ένας στο Μπούρτζι, να διώξουμε όλους αυτούς που κυβερνάνε και να βάλουμε άλλους, που ξέρουν τις ανάγκες μας. Αν μας αντισταθούν τους σκοτώνουμε και γλιτώνουμε από τα σκάνταλά τους. Γιατί όσο έχουμε αυτούς κεφαλή στο έθνος, θα χάνουμε στον πόλεμο.

Ο Καραϊσκάκης ήξερε πως ο Γιωργάκης Κίτσου, που ήταν κι αυτός εκεί, θά ‘τρεχε να τα πεί όλα στον Ζαΐμη. Γυρνά και τον ρωτά:
-Τι λες καπετάν Γιώργη, σ’ αρέσει αυτή δουλειά;
-ο Κίτσου τρομάζει και πετιέται πάνω τινάζοντας τη φουστανέλα του:
-Αμ πως μπορούμε να βάλουμε χέρι στη Διοίκηση οπού είναι διορισμένη από το έθνος;
-Τίποτας δεν μπορεί να καρτερεί κανείς από σένα, του κάνει ο Καραϊσκάκης

Σιμά στον Κίτσου καθόταν ο Φωτομάρας.
-Τι λες εσύ ωρέ καπετάν Χρήστο; τον ρωτά.
-Το πραγμα είναι κάμποσο βαρύ και χρειάζεται συλλογή.
-Βρε άϊντε κι εσύ, Χρήστο - πόρδα, δεν βγαίνει δουλειά κι απο΄σένα.

Γυρίζει δεξιά οπού καθόταν ο Κίτσος Τζαβέλας:
-Τι λες εσύ καπετάν Κίτσο;
Ο Τζαβέλας, που μπήκε στο νόημα αμέσως, του αποκρίνεται:
-Το κάνουμε για να γλιτώσει η πατρίδα.
Αγκαλιάζει τον Τζαβέλα, τον φιλά και του λέγει:
-Να μου ζήσεις ωρέ μπιρ.

Έπειτα ρωτάει τον Βαλτινό:
-Αμ εσύ που θα σε βάλουμε και στη Διοίκηση;
-Κι εγώ μ’ όλα τα γηρατειά μου συμφωνώ για να σωθεί η πατρίδα.
-Πάει καλά! Αμ εσύ καπετάν Γιαννάκη; (Σουλτάνης)
-Πάμε! φτάνει να τ’ αποφασίσουμε και κάνω εγώ την αρχή και τους ξεσκίζω.
-Αμ εσύ Κασομούλη; 
-Κι εγώ το μερδικό μου δεν τ’ αφήνω φτάνει όπου θα γίνει ένα καλό.

Όσοι μπήκαν στο νόημα κρυφογέλασαν με το κόλπο του Καραϊσκάκη και με τον φόβο και σαστιμάρα που φανέρωνε ο Γιώργος Κίτσου. Μόλις έφυγε, τρέχει και βρίσκει το Νότη Μπότσαρη και του τα λέει όλα κι αυτός τα μηνάει δίχως άργητα στο Μπούρτζι, με την παραγγελιά να προσέχουν. 

Αναστατώνουνται. 

Τούτος ο σατανάς είναι άξιος για όλα κι ας λέει ο Ελβετός γιατρός Μπέιλυ που τον γιατροπορεύει από το πάθος του, πως η ψυχή του βρίσκεται στο στόμα. Τα μέλη της Διοίκησης, άλλα για να τον ξεφορτωθούν, άλλα γιατί πίστευαν αληθινά πως ήταν ο μόνος που κάτι μπορούσε να κάνει στη Ρούμελη, δέχουνται τέλος να του δώσουν την αρχηγία.

Τον φωνάζουνε στο Μπούρτζι. Κι όταν ο Καραϊσκάκης άκουσε από το στόμα του Ζαΐμη, του παλιού του οχτρού από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, πως τον κάνουν αρχιστράτηγο της Ρούμελης, τα μάτια του βούρκωσαν και δυό χοντρά δάκρυα κύλησαν στα βαθουλωμένα μαγουλά του.

-Η πατρίδα του λέει ο Ζαΐμης, γυρεύει από εμάς σήμερα να μονοιάσουμε.

-Ναι το γυρεύει! αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης και ρίχνεται στην αγκαλιά του Ζαΐμη. Φιλήθηκαν και ξέχασαν τα περασμένα.

Σε τούτη τη σκηνή, έλαχε να βρίσκεται κι ο Υδραίος μεγαλονοικοκύρης Βασίλης Μπουντούρης.


-Καραϊσκάκη, δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου στην πατρίδα, του λέει.
Ο Θέος να σε φωτίσει να το κάνεις επό εδώ κι ομπρός…

-Δεν τ’ αρνούμαι! απαντά ο μεγαλόκαρδος άντρας. Όταν θέλω γίνουμαι άγγελος, κι όταν πάλι θέλω γίνουμε διάβολος.

Όταν πήρε την αρχιστρατηγία, θέλησε να μονοιάσει τους Ρουμελιώτες και τους Σουλιώτες. Ανεβαίνει στο Παλαμήδι να τους συμβιβάσει να βάλουν κοινή φρουρά στο κάστρο να ‘ναι ασφαλισμένοι κι άλλοι να βγούν να πολεμήσουν. 

Ο Θοδωράκης Γρίβας πού ‘χε άλλα σχέδια στο νου κι έκανε πως συμφώναγε, γιατί νόμιζε πως όλα αυτά ήτανε λόγια του αέρα και δεν θά ‘βγαινε τίποτα, άμα είδε πως ήταν έτοιμοι να τα ταιριάξουν, χαλάει τη συμφωνία. 

-Καραϊσκάκη λέει, εμείς εδώ πάνω είμαστε καβάλα σ’ άτι, δεν κατεβαίνουμε για ν’ ανεβούμε σε γαϊδούρι.

-Αμ’ τότες, του αποκρίνεται, αφού έχετε σκοπό να βαστάξετε το κάστρο, τι μας ανεβάσατε; μπορείτε και να μας ξεκάνετε κι ολας, αφού μας κρατάτε στο χέρι.
-Αν φτάσουμε στην ανάγκη κι αυτό το κάνουμε απαντά ο Γρίβας.


-Σηκωθείτε βρε αδέλφια να φύγουμε! λέει στούς άλλους ο Καραϊσκακης. Ετούτοι εδώ είν’ όλοι παλαβοί κι ας κρατήσουν κληρονομιά το Κάστρο. 

Άντε να κατέβουμε να κοιτάξουμε τι γινόμαστε.

Από το βιβλίο «Καραϊσκάκης» 
του Δημήτρη Φωτιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου